Ο στρατός στην σύγχρονη Ελλάδα

Αντικειμενικός σκοπός αυτού του άρθρου είναι να επισημανθούν και αποδειχθούν τρία θέματα:

  • Η αξία του στρατού στην εξασφάλιση της ανεξαρτησίας ενός εθνικού κράτους

  • Η έμφαση στην στελέχωση του στρατού κυρίως από κληρωτούς και επικουρικά από επαγγελματίες.

  • Η πρόταση για στρατιωτική κατάταξη στα 18 με αντίστοιχη εισαγωγή στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση μαθήματος (για την στρατιωτική θητεία) για την καλλίτερη  προετοιμασία των 18ρηδων για τη θητεία τους.



1) Η αξία του στρατού στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας ενός έθνους.

Το ζήτημα για το που στηρίζει την ανεξαρτησία του ένα έθνος απασχόλησε πλήθος ανθρώπων ανά τους αιώνες, από μεγάλους ηγέτες που έγραψαν ιστορία μέχρι επιστήμονες και απλούς πολίτες που έβλεπαν την περιουσία τους να υφαρπάζεται από αλλόφυλους επιδρομείς. Ειδικά στη σύγχρονη Ελλάδα είναι κυρίαρχες οι απόψεις για τον δευτερεύοντα ρόλο του στρατού στην εθνική ανεξαρτησία σε αντίθεση με τον πρωτεύοντα ρόλο που παίζουν (κατά τις απόψεις αυτές) η οικονομία και οι ισχυρές συμμαχίες. Έτσι άλλωστε εξηγείται η διακομματική προσπάθεια που ξεκίνησε το 2001 με αντικειμενικό σκοπό να κάνει τον στρατό αμιγώς επαγγελματικό (και περιορισμένο αριθμητικά μέχρι 60.000), να μειώσει τη θητεία για τους κληρωτούς μέχρι τελικά να την εξαφανίσει και να κλείσει μέχρι στιγμής το 20% των στρατοπέδων. Ο στρατός κατά αυτές τις κυρίαρχες στην σύγχρονη Ελλάδα απόψεις έχει ψυχολογικό ρόλο (ανύψωση και ενθουσιασμός του λαού) και τοπικά «αστυνομικά» καθήκοντα για λογαριασμό ισχυρών οργανισμών όπως το ΝΑΤΟ.

Ωστόσο υπάρχουν ορισμένοι εύλογοι προβληματισμοί. Όσον αφορά την «ισχυρή οικονομία»ως υποκατάστατο του στρατού (βιομηχανία, αγροτική ανάπτυξη κτλ.) είναι απορίας άξιο πως θα μπορέσει από «μόνη» της να εξασφαλίσει την υπεράσπιση των εθνικών συνόρων από την εισβολή εχθρικών στρατευμάτων. Θα παραταχθούν απέναντι σε τεθωρακισμένα οχήματα εισβολής τρακτέρ των αγροτών ή αυτοκίνητα των βιομηχάνων; Μήπως υπάρχει η πεποίθηση ότι με μεγάλα χρηματικά ποσά θα εξαγοραστεί κάποιος που ετοιμάζεται να εισβάλλει; Τι γίνεται στην περίπτωση που ο αντίπαλος έχει και αυτός ισχυρή οικονομία και δεν δελεάζεται; Ή ακόμα τι γίνεται όταν μία οικονομία όσο ισχυρή και αν είναι κάποια στιγμή περάσει κρίση λόγω των ευμετάβλητων παραγόντων που την καθορίζουν (πχ φυσικές καταστροφές, ανεργία κτλ.);

Ας πάρουμε το παράδειγμα του Ισραήλ το οποίο έχει διεθνώς ισχυρή οικονομική θέση. Αν ρίξει κανείς μία γρήγορη ιστορική ματιά θα διαπιστώσει πως ο κύριος λόγος διατήρησης των εδαφών που κατέλαβε  από το 1948 και μετά είναι οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές του επιτυχίες  κατά των γειτόνων του, οι οποίες απλώς επικουρούνται από την οικονομία του. Και ας πάρουμε ακόμα και το παράδειγμα της Κύπρου η οποία επίσης έχει μία πολύ καλή οικονομία. Το 2004 στο δημοψήφισμα για το πολύκροτο σχέδιο ΑΝΑΝ, αυτό που τρομοκράτησε κατά κύριο λόγο τους Κύπριους και το καταψήφισαν ήταν ο στρατιωτικός αφοπλισμός της Κύπρου που αυτό προέβλεπε, απέναντι σε μία ιστορικά αχόρταγη Τουρκία. Στο σχετικό διάγγελμά του μάλιστα το 2004, ο τότε Πρόεδρος της Κυπ. Δημ. Τάσος Παπαδόπουλος ξεκίνησε την απαρίθμηση των καταστροφικών συνεπειών του σχεδίου τονίζοντας ότι οι Τούρκοι σε 8 ώρες μπορούν να μεταφέρουν ανενόχλητοι μία ολόκληρη ταξιαρχία από τα τουρκικά παράλια στη μεγαλόνησο.

Όσον αφορά τώρα τον πρωταγωνιστικό ρόλο που παίζουν έναντι του στρατού οι ισχυρές συμμαχίες έχουμε να αναρωτηθούμε τα εξής. Τι ανταλλάγματα πρέπει να δώσουμε στον «ισχυρό μας σύμμαχο» προκειμένου αυτός να μας προστατεύει (πχ στρατιωτικές βάσεις, οικονομικά προνόμια, αγορά εξοπλισμών από αυτόν); Μήπως από αυτά τα ανταλλάγματα χάνεται εκ των πραγμάτων η ανεξαρτησία του έθνους, γίνεται φερέφωνο αυτού του συμμάχου και του δίνει το δικαίωμα για συνεχείς πολιτικές παρεμβάσεις στα εσωτερικά του; Επίσης πρέπει να αναρωτηθούμε τι θα γίνει στην περίπτωση που τα συμφέροντα αυτού του ισχυρού συμμάχου αλλάξουν και αρχίσει αυτός να αδιαφορεί για τον πρώην σύμμαχό του ή να ενισχύει και τους αντιπάλους του;

Πάνω σε αυτά τα ερωτήματα απαντά το σύγχρονο πολιτικό κατεστημένο με την βεβαιότητα ότι το ΝΑΤΟ, ο ΟΗΕ και η ΕΕ μας προστατεύουν. Ο λόγος άλλωστε για τον οποίο ο Κων/νος Καραμανλής ο πρεσβύτερος έβαλε την Ελλάδα στην τότε ΕΟΚ ήταν κατά δήλωσή του κατά το μεγαλύτερο ποσοστό η προστασία της Ελλάδας έναντι των Τούρκων και κατά πολύ λιγότερο για την οικονομική της ανάπτυξη. Όμως υπάρχει κάποιος σώφρων πολίτης που να πιστεύει ότι αν η Ελλάδα δεν είχε τον στρατό που έχει σήμερα και ήταν άοπλη, θα έστελνε το ΝΑΤΟ ή η ΕΕ στρατιώτες της να θυσιαστούν για να προασπίσουν την ελευθερία των Ελλήνων απέναντι σε «κάποια» εχθρική εισβολή;

Μία επίσης γρήγορη ματιά στην ιστορία αρκεί για να προσγειώσει γρήγορα όσους στηρίζουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας κατά κύριο λόγο σε συμμάχους. Οι μεγάλες δυνάμεις της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) δεν ήταν οι σύμμαχοί μας στον 1ο Παγκ. Πόλεμο, οι οποίοι από το 1920 και μετά βοηθούσαν απροκάλυπτα τους Τούρκους εις βάρος των Ελλήνων; Το 1974 οι σύμμαχοι και εγγυητές της ανεξαρτησίας της Κύπρου (κατά τη συνθήκη της Ζυρίχης) Άγγλοι, έκαναν τίποτα για να την προστατεύσουν από τον Αττίλα 1 και 2; Αλλά ας πάμε και σε πιο πρόσφατα  γεγονότα που δείχνουν την δύναμη «προστασίας» του ΟΗΕ. Από τα τόσα ψηφίσματά του που έχουν καταδικάσει τους Τούρκους για τις αυθαιρεσίες τους εις βάρος των Κυπρίων, πτόησε κανένα την Τουρκία;

Ειδικά ο Χάρτης του ΟΗΕ στο αρ 2 απαγορεύει την απειλή και χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις, ενώ με την  υπ’ αριθμ. 3314/74 απόφασή του χαρακτήρισε τους βομβαρδισμούς ως επίθεση (act of aggression). Δεν εμπόδισε όμως το ΝΑΤΟ με δικό του ψήφισμα τον Νοέμβριο του 1998 να τερματίσει τον ψυχροπολεμικό του ρόλο και να αυτοαναγορευθεί ως τον ισχυρό πολιτικοστρατιωτικό βραχίονα του ΟΗΕ με δικαίωμα δυναμικής επέμβασης κατά βούληση (χωρίς την προηγούμενη έγκριση του ΟΗΕ) για ζητήματα σχετικά με ανθρωπιστική παρέμβαση (βλ. ανθρωπιστικούς βομβαρδισμούς της Σερβίας το 1999 με παράλληλο στρατιωτικό εξοπλισμό του UCK), την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (βλ στρατιωτική επέμβαση στο Αφγανιστάν) και περιορισμό της διασποράς των όπλων μαζικής καταστροφής (βλ επέμβαση στο Ιράκ).

Είναι δυνατόν να στηρίξει ένα κράτος την ανεξαρτησία του σε ένα ΝΑΤΟ το οποίο δεν υπακούει στις αρχές του ΟΗΕ; Ή στην ΕΕ η οποία ανέχεται να είναι έχει κατεχόμενα εδάφη από την Τουρκία ένα κράτος μέλος της (βλ Κύπρος); Και φυσικά όταν λέμε Τουρκία δεν εννοούμε έναν οποιονδήποτε γείτονα. Έχει στρατιωτική συμμαχία με την Αλβανία η οποία δεν περιορίζεται στην Τουρκική ναυτική βάση απέναντι από την Κέρκυρα, αλλά αφορά και την παραγωγή όπλων για λογαριασμό της (βλ. Τύπος της Κυριακής 14-3-1999 για τα εκατοντάδες τυφέκια ελεύθερων σκοπευτών που έδωσε η Τουρκία στους Κοσσοβάρους με αντάλλαγμα την αναγνώριση τουρκικής μειονότητας στο Κοσσυφοπέδιο). Επίσης, κατά αποκάλυψη του έγκριτου καθηγητή της Παντείου Νεοκλή Σαρρή (Ιούλιος 2008) η Τουρκία χρηματοδοτεί την αλυτρωτική προπαγάνδα των Σκοπίων, ενώ επιμένει να παρουσιάζεται ως προστάτης των «Τούρκων» όπως διακηρύσσει της Δυτικής Θράκης.

Επειδή με βάση τα παραπάνω ΝΑΤΟ και ΕΕ είναι αναξιόπιστοι σύμμαχοι  πρέπει να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, συνειδητοποιώντας ότι ιστορικά και γαιοπολιτικά ένα έθνος στηρίζει την ανεξαρτησία του πρώτα στις ένοπλες δυνάμεις του και ύστερα στους όποιους οικονομικούς και συμμαχικούς – διπλωματικούς συσχετισμούς. Η όποια οικονομία ή συμμαχία σκοπό έχει απλά να ενισχύσει τον στρατό και όχι να τον αντικαταστήσει. Με τις ένοπλες δυνάμεις της απελευθερώθηκε η Ελλάδα το 1821 (η διπλωματία του Καποδίστρια με την ρωσική επέμβαση στηρίχθηκε στις στρατιωτικές επιτυχίες των Ελλήνων). Με τον στρατό διπλασιάστηκε η Ελλάδα το 1912-13 και με τον στρατό αποκρούστηκαν οι Ιταλοί το 1940-41 εξασφαλίζοντας αν όχι την εθνική ανεξαρτησία (αφού ακολούθησε η γερμανική εισβολή και κατοχή) αλλά τουλάχιστον την εθνική επιβίωση.

Και ας ξεκαθαρίσουμε κάτι σημαντικό. Όταν λέμε εθνική επιβίωση εννοούμε κάτι διαφορετικό από την εθνική ανεξαρτησία. Εννοούμε την προστασία από αφαίρεση εδαφών και συρρίκνωση της επικράτειας, κάτι το οποίο (πλην λίγων εξαιρέσεων) μπορεί να γίνει μόνο από γειτονικά κράτη. Για παράδειγμα σήμερα, η Ελλάδα μπορεί να μην έχει εθνική ανεξαρτησία λόγω υποτακτικότητάς της έναντι της Αμερικής, επιβιώνει όμως εθνικά γιατί κρατά  ακέραια τα εδάφη της από τον κίνδυνο υφαρπαγής τους από την Τουρκία (γειτονικό κράτος). Κάτι παρόμοιο έγινε και το 1940-41: μπορεί να χάθηκε η εθνική ανεξαρτησία από την γερμανική κατοχή, ωστόσο με τον στρατό εξασφαλίστηκε η εθνική επιβίωση, αφού με την ήττα τους οι Ιταλοί (γειτονικό κράτος) δεν μπόρεσαν να αφαιρέσουν εδάφη της Ελλάδας και να τα προσαρτήσουν σ' αυτούς. Η δε γερμανική κατοχή, επειδή η Γερμανία απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Ελλάδα, μόνο προσωρινή διάρκεια μπορούσε να έχει, όπως και είχε. 

Δυστυχώς, σήμερα στο σύνολο του πολιτικού μας κατεστημένου επικρατεί η τάση υπεράσπισης μίας αόριστης εθνικής ιδιαιτερότητας αποσυνδέοντάς την από την έννοια της εθνικής κυριαρχίας και παραβλέποντας τα διδάγματα της ιστορίας τα οποία αποδεικνύουν πως μία εθνική ιδιαιτερότητα μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο με κατοχή γης, δηλαδή της γης των πατέρων ή αλλιώς της Πατρίδας.

2) Ζήτημα από ποιους πρέπει να στελεχώνεται ο στρατός ενός έθνους

Αφού λοιπόν είδαμε την πρωταρχική σημασία του στρατού στην υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας ας εξετάσουμε το αν πρέπει να υπάρχει σήμερα στρατός αμιγώς επαγγελματικός ή κατά κύριο λόγο στελεχωμένος από κληρωτούς.

Καταρχήν τον στρατό και όλη την στρατιωτική εκπαίδευση την οργανώνουν έμπειροι επαγγελματίες στρατιωτικοί οι οποίοι κάνουν καριέρα στις ένοπλες δυνάμεις. Εκτός από αυτούς, τον στρατό τον στελεχώνουν σήμερα οι κληρωτοί και οι μισθοφόροι (επαγγελματίες στρατιώτες). Και πάλι όμως με βάση τις σύγχρονες κυρίαρχες στην Ελλάδα απόψεις περί δευτερεύοντος ρόλου του στρατού υπάρχει διακομματική προσπάθεια μέσα από συνεχή μείωση της θητείας και σταδιακή αύξηση προσλήψεων των ΕΠ.ΟΠ. να μετατραπεί ο στρατός σε ένα αμιγώς επαγγελματικό σώμα.

Ο κατά βάση επιτυχημένος θεσμός των ΕΠ.ΟΠ. ξεκίνησε το 2001 επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και αποσκοπούσε στην επάνδρωση καίριων θέσεων σε μάχιμες μονάδες με επαγγελματίες οπλίτες οι οποίοι σε αντίθεση με τους κληρωτούς προσφέρουν τη μόνιμη παρουσία τους και τις εξειδικευμένες γνώσεις τους μέσα από πολύχρονη εμπειρία στον στρατό. Παράλληλα, παρά το γεγονός ότι οι ΕΠ.ΟΠ «χρησιμοποιούν» τον στρατό ως πηγή εισοδήματος, κατά γενική ομολογία δεν στερούνται πειθαρχίας, μαχητικού πνεύματος και πατριωτικών ιδανικών. Ήδη από το 2001 έως και το 2008 έχουν προκηρυχθεί και στελεχωθεί τουλάχιστον γύρω στις 25.000 θέσεις..

Ωστόσο, παρά τα θετικά αποτελέσματα, οι προοπτικές αυτού του θεσμού είναι λιγοστές για δύο λόγους. Πρώτον επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός σε σημείο που να μην μπορεί να αντέξει τη μισθοδοσία πολλών ακόμα ΕΠ.ΟΠ. Χαρακτηριστικά το 2005 προκηρύχθηκαν 5800 θέσεις, το 2006 προκηρύχθηκαν 3000, το 2007 προκηρύχθηκαν 2150 και το 2008 προκηρύχθηκαν 1700 (για τα στοιχεία αυτά βλ την απάντηση του Υπουργού Εθν. Άμ. της ΝΔ στην υπ’ αριθμ. 13906/6-9-06 ερώτησητων βουλευτών του ΠΑΣΟΚ στη Βουλή). Πρόκειται για την χαρακτηριστική τα τελευταία χρόνια αδυναμία του κράτους να προσλάβει και μισθοδοτήσει αστυνομικούς, πυροσβέστες, γιατρούς κτλ. παρά την τεράστια έλλειψη προσωπικού, αλλά και παρά την μεγάλη προσφορά που υπάρχει.

Ο δεύτερος λόγος είναι ο ν. 3488/06 ο οποίος με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών (Σύντ αρ. 4 παρ.2 και αρ. 116, βλ και Οδηγία ΕΟΚ 76/207 της 9-2-1976 για ίση πρόσβαση ανδρών και γυναικών στην εργασία) έθεσε τέρμα σε κάθε περιορισμό στην πρόσληψη και κατάταξη των γυναικών ως ΕΠ.ΟΠ.. Βέβαια είναι απορίας άξιο κατά πόσο μπορούν να ανταποκριθούν γυναίκες στη συντήρηση τεθωρακισμένων ή στην μεταφορά 20κιλων βλημάτων πυροβολικού, ή ακόμα και σε απλές υπηρεσίες φρουράς ( πολύωρες σκοπιές στο κρύο, θαλαμοφύλακες σε θαλάμους με άνδρες). Δεν είναι σκόπιμο να αναλύσουμε περαιτέρω τις αδυναμίες που θα παρουσιαστούν με τις όποιες αποστολές γυναικών στην πρώτη γραμμή, χωρίς βεβαίως να υποτιμάται ο ρόλος τους σε βοηθητικές επιχειρήσεις ανεφοδιασμού, διοικητικής μέριμνας, αλλά και ως εφεδρείας σε κρίσιμες καταστάσεις.

Ο θεσμός των ΕΠ.ΟΠ λοιπόν εκ των πραγμάτων πρέπει να υφίσταται σε επικουρική βάση με τον κύριο ρόλο επάνδρωσης των μονάδων να επαφίεται στους κληρωτούς. Η όλη φιλοσοφία της στρατιωτικής κατάταξης με κληρωτούς ξεκινά από το γεγονός ότι ένας ενήλικας πολίτης που δραστηριοποιείται επαγγελματικά, κάνει οικογένεια και συμμετέχει στα κοινά πρέπει να αναρωτηθεί για το που στηρίζει αυτή την ελευθερία δράσης. Και πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι αυτή την ελευθερία την στηρίζει στο σύνολο ανθρώπων με τους οποίους ζει, έχει κοινά χαρακτηριστικά (αναγνωρίζει τον εαυτό του σ’ αυτούς), κοινούς κώδικες επικοινωνίας (ώστε να τους καταλαβαίνει και να τον καταλαβαίνουν) και κοινό στόχο (εξασφάλιση των αναγκαίων εδαφών ώστε αυτό το εθνικό σύνολο να λειτουργεί). Μιλάμε φυσικά για την έννοια του έθνους στην οποία καλείται κάθε Έλληνας πολίτης να εντάξει τον εαυτό του. Όχι μόνο για λόγους ιστορικούς ή αλτρουιστικούς, αλλά και γιατί μόνο το σύνολο που λέγεται έθνος μπορεί να του εξασφαλίσει την ελευθερία που ζητά και την εξασφάλιση των κεκτημένων του έναντι ξένων διεκδικήσεων.

Σαν ποιότητα βέβαια η εκπαίδευση των κληρωτών έναντι αυτής των ΕΠ.ΟΠ. υστερεί, ωστόσο έστω και με τη 12μηνη θητεία του ο κληρωτός παίρνει όλες τις βασικές αρχές εκπαίδευσης (ομαδικό πνεύμα, πειθαρχία και οργάνωση για επίτευξη αντικειμενικών στόχων), καθώς και βασικές στρατιωτικές γνώσεις (μέσα από το λεγόμενο «σχολείο μαχητή», καθώς και τις κατά καιρούς ασκήσεις ΤΑΜΣ κτλ). Παράλληλα εν καιρώ ειρήνης με την παρουσία τους στα στρατόπεδα οι κληρωτοί αναλαμβάνουν κατά κύριο λόγο τη φύλαξη αλλά και συντήρηση των στρατοπέδων και των κατά τόπους όπλων (σκοπιές, περιπολίες, καθαριότητα, συντήρηση όπλων και οχημάτων) κάτι που οι ασύγκριτα λιγότεροι ΕΠ.ΟΠ. δεν μπορούν από μόνοι τους να φέρουν εις πέρας.

Αυτό άλλωστε το πλήθος τους βλέπει οποιοσδήποτε έχεις εχθρικές διαθέσεις έναντι της Ελλάδας (το ασύγκριτα μεγαλύτερο των ΕΠ.ΟΠ) ώστε να διστάζει για κάθε επιβουλή. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι αυτή η εκπαίδευση σε καιρό πολέμου θα αποδώσει, αφού πέρα από τις γνώσεις μυεί τους νέους στο στρατιωτικό πνεύμα και τις συναφείς αρετές της ανδρείας, του θάρρους και της αυταπάρνησης για την Πατρίδα. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Πλούταρχος στο έργο του «ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ» εξιστορεί το πως η ανδρεία νίκησε την στρατιωτική εκπαίδευση. Γιατί εκτός των άλλων και κατά το κοινώς λεγόμενο η στρατιωτική θητεία είναι ένα σπουδαίο σχολείο για τους άνδρες και την ενηλικίωση – ωριμότητά τους. Kαι κατά το κοινώς λεγόμενο στους κύκλους των αξιωματικών «όταν σε καιρό πολέμου σκάσει μία βόμβα δίπλα στον νεοσύλλεκτο κληρωτό, θα θυμηθεί τα πάντα σχετικά με την εκπαίδευσή του».

Εκ των πραγμάτων λοιπόν η στελέχωση του στρατού κατά κύριο λόγο από κληρωτούς και επικουρικά από επαγγελματίες ΕΠ.ΟΠ είναι λογική και επιβεβλημένη. Φτάνουν 50.000 ή 60.000 επαγγελματίες στρατιώτες να αντιμετωπίσουν 500.000 και 600.000 επιδρομείς; Τα νούμερα δεν είναι τυχαία. Κατά τα στοιχεία του περιοδικού «Ισσοροπία δυνάμεων» το 1999 ο στρατός ξηράς των Ελλήνων απαρτιζόταν από 42.000 μόνιμους και 76.000 κληρωτούς σε αντιπαράθεση με τον αντίστοιχο στρατό ξηράς 500.000 ετοιμοπόλεμων στρατιωτών που τότε παρέτασσαν οι Τούρκοι. (χωρίς να υπολογίσουμε αεροπορία και ναυτικό και από τις δύο πλευρές, αλλά και χωρίς να αναφέρουμε τις πολιτικές συγκυρίες με τους Αλβανούς, τους Σκοπιανούς και τους Βούλγαρους). Αναφέρουμε δε την ημερομηνία 1999-2001 γιατί κατά αυτό το χρονικό διάστημα άρχισαν οι πολιτικές συζητήσεις για την προοπτική δημιουργίας ολιγάριθμου αμιγώς επαγγελματικού στρατού.

3) Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και η πρόταση για στράτευση στα 18 με αντίστοιχη εισαγωγή μαθήματος στρατιωτικής εκπαίδευσης στο Λύκειο ως προετοιμασία  των νέων και ως πρόληψη των πολλών αυτοκτονιών στο στράτευμα..

Αφού είδαμε την αξία του στρατού ιστορικά αλλά και στις μέρες μας, όπως επίσης αποδείχθηκε το γιατί πρέπει να στελεχώνεται κυρίως από κληρωτούς, είναι απορίας άξιο το πως προετοιμάζει η Πολιτεία τους νέους ψυχολογικά για το καθήκον που πρέπει να εκπληρώσουν ως προστάτες της πατρίδας τους αλλά και των οικογενειών τους σε δύσκολες στιγμές.

Δυστυχώς, πολλοί νέοι σήμερα βρίσκονται σε σύγχυση για το λόγο που πρέπει να υπηρετήσουν, ταυτίζοντας την πατρίδα με μία κυβέρνηση και τα όποια τυχόν αντιλαϊκά της μέτρα Ακόμα χειρότερα, άλλοι μπερδεύονται με πλήθος από κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες στις οποίες ο στρατός γελοιοποιείται και οι «φαντάροι» περνούν τον καιρό τους άσκοπα, κοροϊδεύοντας τους ανώτερους και «κυνηγώντας» γυναίκες. Την ίδια στιγμή, η οικογένειά τους με τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα (πλήθος διαζυγίων, χαμηλό βιοτικό επίπεδο, απουσία γονέων στη δουλειά και έλλειψη επικοινωνίας με τα παιδιά τους), το μόνο που στην ουσία προσφέρει στους νέους είναι ψυχολογική πίεση να τελειώσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τη θητεία τους για να βρουν εργασία και να συνεισφέρουν στα οικογενειακά έξοδα.

Όλη αυτή η σύγχυση αν συνδυαστεί με το εκρηκτικό της εφηβικής ηλικίας και την ένταση των συναισθημάτων (δίνονται υπερβολικές διαστάσεις σε αποτυχίες, απογοητεύσεις και αδιέξοδα) εύστοχα εκφράζεται ως η ρίζα των πολλών αυτοκτονιών στον στρατό όπως τόνισε κατόπιν σχετικής επιστημονικής έρευνας ο καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας Βασίλης Μενούτος (βλ σχετικό άρθρο στον Αδέσμευτο Τύπο της 1-4-2007).

Καταρχήν ας ξεκινήσουμε από τα βασικά και ας τονίσουμε ότι η υπηρεσία στον στρατό δεν είναι «βασανιστήριο» ή κατάλοιπο «άλλων εποχών» αλλά προστασία της πατρίδας και στάδιο ένταξης στην κοινωνία και στην ιστορική συνέχεια του έθνους. Όπως τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας στο λόγο του μετά την παρέλαση της 28 Οκτωβρίου 2008 στη Θεσσαλονίκη «οι ένοπλες δυνάμεις είναι η εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας». Το γεγονός δε της ύπαρξης ανώτερων (αξιωματικών) και κατώτερων (οπλιτών) δεν έχει να κάνει με εξουσιαστικό πνεύμα, εκμετάλλευση του αδύναμου, έλλειψη σεβασμού στην ατομικότητα και άλλες ανοησίες. Έχει να κάνει με την οργάνωση ενός συνόλου για την επίτευξη άμεσων, αντικειμενικών στόχων πάντα σε κλίμα αλληλοσεβασμού. Θυμίζουμε το άρθρα 59 παρ. 1 και 60 παρ. 2 του Στρ. ποινικού κώδικα τα οποία τιμωρούν με φυλάκιση που ξεκινά από 3 μήνες τουλάχιστον κάθε εξύβριση και βιαιοπραγία κατά κατωτέρου. Οι νέοι πρέπει να καταλάβουν πρώτα ότι ο στρατός εκτός από οργάνωση έχει και κανόνες που ισχύουν έναντι όλων.

Παρόλαυτά, η σύγχρονη Πολιτεία με έναν κατά βάση αντισυνταγματικό νόμο τον ν. 2510/97 (που διαδέχτηκε- τροποποίησε τους ν. 731/77 και ν. 1763/88) δημιουργεί σύγχυση στους νέους και υποσκάπτει την έννοια του στρατού στις συνειδήσεις τους. Και αυτό γιατί με αυτόν τον νόμο δίνει τη δυνατότητα στους υπό σύγχυση (όπως προαναφέραμε) νέους να δηλώνουν αντιρρησίες συνείδησης και να υπηρετούν άοπλη θητεία. Κατά το αρ. 18 παρ. 2 αναγνωρίζονται ως αντιρρησίες συνείδησης αυτοί που έχουν «αντιμιλιταριστική» αντίληψη περί ζωής βασισμένη σε συνειδητές θρησκευτικές, φιλοσοφικές και ηθικές πεποιθήσεις που εφαρμόζονται από το άτομο απαράβατα και εκδηλώνονται με την τήρηση ανάλογης συμπεριφοράς. Τι πάει να πει άραγε αντιμιλιταριστική αντίληψη περί ζωής; Όσοι υπηρετούν είναι πολεμοχαρείς και οι αντιρρησίες είναι ειρηνόφιλοι;

Σε σχετική μάλιστα απόφασή του το ΣτΕ αρ. 526/2001 έκρινε τον νόμο συνταγματικό γιατί κατά την άποψή του επιτρέπονται παρεκκλίσεις από το Συντ. αρ. 4 παρ.6 (υποχρεωτική στράτευση όσων μπορούν να φέρουν όπλα) για λόγους δημοσίου συμφέροντος και γιατί κατά την άποψη της πλειοψηφίας η παρέκκλιση της άοπλης θητείας δεν προσβάλλει την εύρυθμη λειτουργία του στρατεύματος. Με αυτή την αμφιλεγόμενη αμφιλεγόμενη απόφαση όμως δεν μπορούν οι όποιοι δικαστές ή πολιτικοί παράγοντες να μας πείσουν ότι το καθήκον υπεράσπισης της πατρίδας (Συντ. αρ. 4 παρ. 6) εκπληρώνεται και με την παροχή άλλων «άοπλων υπηρεσιών» (βλ σχετικό άρθρο της συνταγματολόγου Τζούλιας Ηλιοπούλου- Στράγγα στην Καθημερινή της 12-6-88 στο οποίο τονίζει την αντισυνταγματικότητα του ν. 2510/97).

Από νομική άποψη μπορούμε επίσης να συμπληρώσουμε ότι το Συντ. αρ. 4 παρ. 6 ως ειδική διάταξη υπερισχύει των γενικών διατάξεων Συντ. αρ. 2 παρ. 1 (ανθρώπινη αξία) και Συντ. 5 παρ. 2 (ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας). Επίσης το Συντ. αρ. 13 παρ. 4 ορίζει ότι κανένας δεν μπορεί εξαιτίας θρησκευτικών πεποιθήσεων να απαλλαγεί από εκπλήρωση υποχρέωσης προς το κράτος. Παράλληλα, η ΕΣΔΑ σε κανένα σημείο της ( αρ. 9 παρ. 1, 10 παρ. 1, 4 παρ. 2) δεν απαγορεύει την καθιέρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, ενώ και το ΔΕΚ με απόφασή του στις 11-3-2003 (Υπόθεση C-186/01) έκρινε ότι η οργάνωση της θητείας και της άμυνας της εθνικής επικράτειας εμπίπτει στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους και δεν αφορά την Ε.Ε.

Το ότι η υποχρέωση στράτευσης στηρίζεται σε ιστορικά, πολιτικά αλλά και νομικά δεδομένα είναι δυστυχώς γνωστό σε όλους εκτός από τους περισσότερους από τους σύγχρονους εφήβους, οι οποίοι είναι και οι άμεσα εμπλεκόμενοι. Οι ευθύνες της Πολιτείας είναι τεράστιες στον τομέα της άμυνας της πατρίδας και η ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις επιτακτική. Παρόλαυτά δεν διαγράφεται κάποια εντυπωσιακή προοπτική όσον αφορά την αντιμετώπιση της μείωσης του στρατεύματος στην οποία οδηγούν η μείωση της θητείας των κληρωτών, και τα παραθυράκια για αποφυγή κανονικής στράτευσης (πλήθος από χαρτιά Ι5, αντιρρησίες συνείδησης, ρουσφέτια για αποφυγή του στρατού ξηράς, αυτοκτονίες, ναρκωτικά στο στράτευμα και χαμηλό ηθικό πολλών στρατεύσιμων κτλ).

Άμεσες λύσεις θα έδινε η στράτευση στα 18 με αντίστοιχη ψυχολογική προετοιμασία των 18ρηδων από σχετικό μάθημα στο Λύκειο. Γιατί επειδή μιλάμε για 18ρηδες, δηλαδή εφήβους που μόλις ενηλικιώνονται εν μέσω πολλών ψυχολογικών συγκρούσεων, αποριών και αναζητήσεων, είναι ίσως απαραίτητο ένα σχετικό μάθημα στο Λύκειο (και μάλιστα επιλογής)  που να τους προετοιμάζει. Μόλις τελειώσει το Λύκειο ο νέος και αφού δώσει εξετάσεις και κατοχυρώσει τη θέση που θέλει σε ένα Πανεπιστήμιο ή Σχολή, δεν τον εμποδίζει τίποτα από το να καταταγεί στον στρατό. Έτσι θα μειωθούν οι αστράτευτοι με τις πολλές αναβολές «λόγω σπουδών», ενώ και οι νέοι στην ηλικία των 18 θα είναι πολύ πιο πειθαρχημένοι και δεκτικοί σε ασκήσεις, σωματική κόπωση, αλλά και εκπαίδευση.

Ένας 25χρονος φοιτητής που μόλις πήρε πτυχίο, ή ένας 30χρονος επαγγελματίας, μετά την κοπιαστική φοίτηση στο Πανεπιστήμιο ή με το πλήθος των επαγγελματικών  ευθυνών τους όχι απλά δεν είναι δεκτικοί (τις περισσότερες φορές) στην στρατιωτική εκπαίδευση αλλά είναι και απείθαρχοι (πολλοί από αυτούς ως «μορφωμένοι» κοιτάζουν τους αξιωματικούς ως «αμόρφωτους» και «καραβανάδες»). Ειδικά μάλιστα όσον αφορά τα χαρτιά Ι5, και πάλι στην ηλικία των 18 είναι πολύ πιο δύσκολο να χαρακτηρισθεί κάποιος ως «ασθενής» αφού υπάρχουν όλα τα δεδομένα της υγείας του στο σχολείο (πχ μάθημα της γυμναστικής, εξακρίβωση των όποιων ψυχολογικών διαταραχών, ως λόγου για Ι5, από τη συναναστροφή του με τους άλλους συμμαθητές, καθηγητές κτλ), ενώ στις ηλικίες των 25, 30 κτλ είναι πολύ πιο εύκολο να παρουσιαστούν περίεργα «ατυχήματα», περίεργες «νευρώσεις» κτλ. Ένας 17ρης και 18ρης σίγουρα δεν θα ήθελε να στιγματιστεί στους συμμαθητές και τους φίλους του ως «ψυχικά ασθενής».

Τέλος ένα σχετικό μάθημα (επιλογής) στο Λύκειο θα δημιουργούσε αφορμή για διάλογο, λύνοντας τις όποιες απορίες τους για τον ρόλο του στρατού και της θητείας τους, γεμίζοντάς τους με αυτοπεποίθηση και  προλαβαίνοντας τις συγκρούσεις και απογοητεύσεις που συνοδεύουν την ηλικία των 18. Στις ηλικίες δε των 23, 25 κτλ. (και αφού έχουν υπηρετήσει την κανονική τους θητεία στα 18, 19) θα είναι δυνατή μία μικρής διάρκειας μετεκπαίδευση (γύρω στη 1 εβδομάδα) ώστε να καταρτιστούν καλύτερα σε αυτό που εκπαιδεύτηκαν στο στρατό.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Νίκος Παπαγεώργης είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συντελεστές της διαδικτυακής ομάδας του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

1 σχόλιο

  1. Νίκος Παπαγεώργης
    2 Δεκεμβρίου 2008 - 12:53 π.μ.

    Πολύ εύστοχα αυτά που παραθέτεις με μία διαφορά: σκέφτεσαι μακροπρόθεσμα (χάλια εκπαιδευτικό σύστημα, στρατιωτικοί με δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, πολιτικοί με ρουσφέτια) ενώ το σχετικό άρθρο ανέφερε προτάσεις για άμεση αντιμετώπιση των: αυτοκτονιών των εφήβων στρατιωτών (εδώ έγκειται και ο λόγος ύπαρξης του μαθήματος στο Λύκειο), της πληθώρας χαρτιών Ι5 (εδώ έγκειται και ο κύριος λόγος κατάταξης στα 18)και του σταδιακού αφοπλισμού της χώρας από την "πολυπολιτισμική" ιδεολογία του πολιτικού μας κατεστημένου (αυτός είναι ο κύριος αντίπαλος και όχι τόσο οι όποιοι στρατιωτικοί με δημοσιοϋπ/κή νοοτροπία) . Πρέπει να βρούμε άμεσες απαντήσεις στις προκλήσεις που δεχόμαστε ως Έλληνες σχετικά με τον σταδιακό αφοπλισμό της χώρας σε όπλα και ανθρώπινο δυναμικό (βλέπε υπογεννητικότητα και μείωση του αξιόμαχου του στρατεύματος). Πρέπει να προτείνουμε λύσεις για την επιβίωσή μας ως έθνους, δηλαδή ως συνόλου. Γιατί στιβαρό σύνολο μπορεί να υπάρξει μόνο άτομα με κοινή καταγωγή. Οι θεωρίες περί ανυπαρξίας των εθνών και ύπαρξης μόνο των ατόμων στόχο έχουν απλά να διαλύσουν το σύνολο που λέγεται ελληνικό έθνος. Και ας μην ξεχνάμε ότι αντίσταση στους όποιους εξουσιαστές υπάρχει μόνο από σύνολα... Ευχαριστώ για το σχόλιό σου.

Leave a Reply