Πλάτωνος Απολογία Σωκράτους (απαγγελία: Κ. Καστανάς)




Αποτέλεσμα εικόνας για σωκράτης




Ο Σωκράτης, πρότυπο ενάρετου ανδρός, με δικαιοσύνη, σωφροσύνη, ανδρεία, ήθος και ανιδιοτέλεια, θα πέσει θύμα διαβολών, συκοφαντιών, υβριστικής διάθεσης, φθόνου και εμπάθειας και θα οδηγηθεί (σε ηλικία εβδομήντα χρόνων) στο Θάνατο. Απολογούμενος ο Σωκράτης, θα κάνει αναφορά στους «πρώτους κατηγόρους» του, από τους οποίους προήλθαν οι «παλιές» διαβολές και οι κατηγορίες των «πολλών», που ισχυρίζονται ότι ο Σωκράτης παρανομεί και χάνει άσκοπα το χρόνο του αναζητώντας όσα βρίσκονται κάτω από τη γη και στον ουρανό, μετατρέποντας τον ασήμαντο λόγο σε σημαντικό, διδάσκοντας τα ίδια και σε άλλους. Αιτία των διαβολών αυτών, υπήρξε η σοφία του. 



Ο Σωκράτης γεννήθηκε την 6 του μηνός Θαργηλίωνος το τέταρτο έτος της 77ης Ολυμπιάδας (δηλ 470 π.Χ.) και θανατώθηκε την 10η Θαργηλίωνος του πρώτου έτους της 95ης Ολυμπιάδας (δηλ 399 π.Χ.)


Ο πατέρας του ονομάζετο Σωφρονίσκος και η μητέρα του Φαιναρέτη. Ο πατέρας του ήταν λιθοξόος ή λαξόος (λας = πέτρα). Συγκεκριμένα η δουλειά του λιθοξόου ήταν να πάρει το πρωτογενές μάρμαρο και να το φέρει σε κάποια μορφή, ούτως ώστε να το αναλάβει ύστερα ο γλύπτης για να κατασκευάσει αγάλματα ή ανδριάντες. Η μητέρα του ήταν γνωστή μαία των Αθηνών, η οποία πριν τον Σωφρονίσκο είχε ξαναπαντρευτεί κάποιον Χαιρέδημο και είχε ένα παιδί από τον γάμο αυτόν τον Πατροκλέα, που ο Σωκράτης τον αναγνώριζε ως αδελφό ομομήτριο αλλά όχι ομοπάτριο.


Ο Σωκράτης έμενε οικογενειακώς στον δήμο Αλωπεκής (κάπου κοντά στα σύνορα Άνω Ν. Σμύρνης και Φαλήρου). Για τα παιδικά του χρόνια γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα, ο Σωκράτης μικρός διέθετε φυσική ευφυΐα για όλα τα πράγματα χωρίς να έχει λάβει καμία εκπαίδευση. Επίσης σαν παιδί δεν είχε καλή διαγωγή ήταν άτακτος. Μεγαλώνοντας ασχολήθηκε όπως ήταν επόμενο με την εργασία του πατέρα του Σωφρονίσκου ως λιθοξόος, μάλιστα, όπως μας ενημερώνει ο Πορφύριος, δεν υπάκουε τον πατέρα του όταν εκείνος τον καλούσε να μεταφέρει τα εργαλεία σε κάποιο μέρος, αλλά περιφέρετο όπου του άρεσε.

Ο Παυσανίας μας δίνει μια πληροφορία, ότι στα Προπύλαια της ακρόπολης υπήρχε ένα μαρμάρινο ανάγλυφο που ήταν οι τρείς χάριτες, το οποίο έλεγαν ότι το είχε φτιάξει ο Σωκράτης, πληροφορία η οποία διασταυρώνει και από άλλους. Ο Σωκράτης ενώ ξεκίνησε ως λιθοξόος έγινε μετά και γλύπτης αλλά τα παράτησε.

Όταν μια φορά ο φιλόσοφος Αρχέλαος εισήλθε στο εργαστήριο που ήταν ο Σωκράτης έτυχε να τον ακούσει να διεκδικεί με ενδιαφέροντα επιχειρήματα τα δικαιώματα του, ως προς την αμοιβή του, ώστε εντυπωσιάστηκε και τον κάλεσε να γίνει μαθητής του. Τότε ο Σωκράτης ήταν περίπου 17 ετών. Ωστόσο ο Σωκράτης είχε πει ότι είχε εκπαιδευτεί και από τον Πρόδικο, στον οποίο πλήρωνε δίδακτρα.

Στον Σωκράτη δεν άρεσε να ταξιδεύει όπως συνήθιζαν οι φιλόσοφοι, και έλεγε ότι δεν θα τον ωφελήσει σε τίποτα το να βλέπει δένδρα. Λάτρευε την Αθήνα, και εκαυχάτο ότι είχε βγει έξω από αυτήν λιγότερες φορές από τους κουτσούς, τυφλούς και ανάπηρους.
Όσες φορές βγήκε ήταν για σοβαρούς λόγους, μια φορά στους Δελφούς, στον Ισθμό, εξ αιτίας του Πελοποννησιακού, και σε άλλες μάχες

Ο Σωκράτης ήταν σκληραγωγημένος. Ο Αλκιβιάδης στο Πλατωνικό συμπόσιο ανάφερε ότι ο Σωκράτης άντεχε περισσότερο από όλους τις κακουχίες και την βαρυχειμωνιά. Μάλιστα οι άλλοι οπλίτες όταν τον έβλεπαν να περπατά άνετα ξυπόλητος πάνω στους πάγους τον στραβοκοίταζαν γιατί υπέθεταν ότι τους κορόιδευε.
Στην μάχη της Ποτίδαιας, ο Σωκράτης έδειξε αξιοθαύμαστη ανδρεία, και κατόρθωσε να σώσει τον Αλκιβιάδη. Μετά την νίκη των Αθηναίων οι αθηναίοι στρατηγοί παρασημοφόρησαν τον Αλκιβιάδη ο οποίος είπε να δοθεί το παράσημο στον Σωκράτη, πράγμα που ο φιλόσοφος δεν δέχθηκε, και γενικώς δεν ήθελε κάτι που του έφερε μεγάλη διάκριση όπως μας ενημερώνει ο Αριστοτέλης.

Ο Σωκράτης απασχολούσε τους συμπολεμιστές του με την συμπεριφορά του. Μια μέρα από τα χαράματα μέχρι το άλλο πρωί στεκότανε όρθιος και ακίνητος για να βρει λύση σε κάτι που τον απασχολούσε. Μαζί του ξενύχτησαν και οι υπόλοιποι από περιέργεια να δουν αν θα κοιμηθεί. Κατόπιν πολέμησε στην σφοδρή μάχη του Δηλίου.

Για την οικογένεια του Σωκράτη τα στοιχεία είναι λίγο θολά. Ξέρουμε ότι νυμφεύτηκε την Ξανθίππη αλλά υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν ότι αργότερα νυμφεύτηκε και την Μυρτώ. Λέγεται επίσης ότι λόγο της λειψανδρίας που δημιούργησε ο πόλεμος, ψηφίστηκε ειδικός νόμος που επέτρεπε στους Αθηναίους να έχουν μια σύζυγο αλλά να μπορούν να τεκνοποιήσουν και με ακόμα μία γυναίκα, οπότε ενδέχεται να ήταν με αυτές τις δυο γυναίκες και παράλληλα. Ο Πλάτων και ο Ξενοφών πάντως αναφέρουν μόνο την Ξανθίππη, και όπως φαίνεται από έναν διάλογο μεταξύ του Σωκράτη και του Αλκιβιάδη, όπου ο Αλκιβιάδης απορεί πως αντέχει τις φωνές της Ξανθίππης, ο Σωκράτης απαντά «όπως και συ υποφέρεις τις φωνές από τις χήνες, αλλά σου δίνουν αυγά και χηνόπουλα, έτσι και μένα η Ξανθίππη μου κάνει παιδιά». Στοιχείο που καταρρίπτει την εκδοχή της δεύτερης γυναίκας διότι οι υποστηρικτές αυτής της εκδοχής υποστήριζαν ότι από την Ξανθίππη απέκτησε μόνον τον Λαμπροκλέα, ενώ από την Μυρτώ τους Μενέξενο και Σωφρονίσκο.
Είχε γίνει δεκτό από όλους τους φιλοσόφους ότι τα τρία παιδιά του Σωκράτη δεν διακρίθηκαν σε τίποτα, και ο Αριστοτέλης τους κατηγορεί για πνευματική νωθρότητα και οκνηρία.

Την Ξανθίππη, την αναφέρει ο Ξενοφώντας στο έργο «Συμπόσιο» , όπου ο Αντισθένης την χαρακτηρίζει ως την πλέον δύστροπη από όλες τις γυναίκες που υπάρχουν, που υπήρξαν και θα υπάρξουν. Ο Σωκράτης ερωτηθής πως την αντέχει, απάντησε ότι όπως εκείνοι που επιθυμούν να γίνουν οι καλύτεροι ιππείς διαλέγουν τα πιο ατίθασα και άγρια άλογα, επειδή αν καταφέρουν και χαλιναγωγήσουν αυτά θα μπορέσουν ευκολότερα τα υπόλοιπα, έτσι και αυτός αν καταφέρει να υποφέρει την Ξανθίππη ευκόλως θα μπορεί να αντιμετωπίσει όλους γενικώς τους ανθρώπους.
Την Ξανθίππη επίσης αναφέρει ο Πλάτων στο έργο «Φαίδων», μέσα στο δεσμωτήριο την ημέρα που θα έπινε ο Σωκράτης το κώνειο, να λέει μόλις είδε τους φίλους του να έρχονται: «Για τελευταία φορά Σωκράτη θα σε χαιρετήσουν οι φίλοι σου και συ αυτούς». Ο Σωκράτης δεν της απάντησε όπως συνήθιζε, αλλά εστράφη προς τον Κρίτωνα και του ζήτησε να την οδηγήσει στην οικία.
Στην απολογία ανέφερε τους τρείς γιούς και τις ηλικίες τους, τον μεγαλύτερο Λαμπροκλέα που ήταν μειράκιον (14-21 ετών) και δύο παιδιά (1-7 ετών) Μενέξενο και Σωφρονίσκο. Από κει φαίνεται με έναν πρόχειρο υπολογισμό ότι ο Σωκράτης νυμφεύτηκε σε μεγάλη ηλικία, περίπου στα 55 , αφαιρώντας την ηλικία του γιού του Λαμπροκλέα από την ηλικία του Σωκράτη το 399 μ.Χ.

Η οικονομική κατάσταση του Σωκράτη δεν ήταν ανθηρή, διότι δεν έκανε κάποια εργασία, αλλά ούτε δεχόταν αμοιβή για την διδασκαλία του. Στην απολογία του αναφέρει στους δικαστές ότι εξ αιτίας της αποστολής του να ελέγχει τους ανθρώπους, δεν του έμεινε καιρός να ασχοληθεί ούτε με τα κοινά ούτε με τις οικογενειακές υποθέσεις, με αποτέλεσμα να είναι φτωχός. Επίσης δεν δεχόταν δώρα από τους φίλους που προθύμως και με ειλικρινή χαρά του έδιναν, ούτε ακόμα και τους οικέτες (δούλους για εργασία στην οικία) που του πρόσφερε ο Χαρμίδης, για να έχει ένα εισόδημα, όπως ακόμα και όταν ο Αρίστιππος του έστειλε 20 μνες τους τις έστειλε πίσω, ούτε δέχθηκε τα δώρα του βασιλιά των Μακεδόνων Αρχέλαου και αρνήθηκε να μεταβεί στην αυλή του, όταν τον προσκάλεσε εκεί που ήδη φιλοξενούσε τον Ευριπίδη, τον επικό ποιητή Χοίριλο, τον ποιητή Αγάθωνα και τον κιθαρωδό Τιμόθεο κ.α.

Έχουμε την πληροφορία όμως ότι από κάπου είχε κάποιο εισόδημα για τα απαραίτητα. Ο Δημήτριος ο Φαληρεύς δίνει την πληροφορία ότι ο Σωκράτης είχε ιδιόκτητη οικία και εβδομήντα μνες τις οποίες διαχειριζόταν ο Κρίτωνας και από κει ελάμβανε εισόδημα.

Κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου όλοι οι Αθηναίοι καταστράφηκαν οικονομικώς, έτσι και η περιουσία του Σωκράτη ελαττώθηκε, παρόλα αυτά είπε στον αρκετά πλούσιο Κριτόβουλο, ότι δεν έχει ανάγκη χρημάτων και ότι είναι πλούσιος αρκετά. Δεν έφτανε μόνο αυτό αλλά τον προκάλεσε και από πάνω λέγοντας του ότι αυτός είναι πιο πλούσιος από τον Κριτόβουλο, πράγμα που του προκάλεσε γέλιο. Τότε του είπε ο Σωκράτης ότι η περιουσία τους μπορεί να είναι ένα προς εκατό αλλά σημασία έχει ότι ο Σωκράτης ήταν ολιγαρκής και μπορούσε να ζήσει με λίγα, ενώ ο Κριτόβουλος λόγω του τρόπου ζωής και της κοινωνικής θέσης του, χρειαζόταν τριπλάσια περιουσία από αυτήν που έχει για να ζήσει.
Η δυνατότητα του Σωκράτη να συμμετάσχει στις εκστρατείες ως οπλίτης, όπου έπρεπε να αγοράσει πανοπλία και όπλα, επιβεβαιώνει την ύπαρξη περιουσίας ή κάποιου εισοδήματος.

Οι νομισματικές διαβαθμίσεις κατά την Αθήνα την εποχή του Σόλωνα είχαν ως εξής: Οβολός (0,728 γραμμάρια αργύρου) 6 Οβολοί = 1 Δραχμή (4,368 γραμμάρια αργύρου) 100 Δραχμές = 1 Μνα (436,8 γραμμάρια αργύρου)
60 Μνες = 1 Τάλαντο (26 κιλά και 208 γραμμάρια αργύρου)
Ο Σωκράτης αγαπούσε την σχόλη (σχόλη σημαίνει ελεύθερος χρόνος), για να μπορεί να ασχοληθεί με αυτά που του άρεσαν, και θεωρούσε την σχόλη ως το κάλλιστο των αποκτημάτων. Οι πρόγονοι μας επεδίωκαν να τακτοποιήσουν έτσι τις βιοτικές ανάγκες ούτως ώστε να έχουν ελεύθερο χρόνο για γυμναστική, φιλοσοφικές συζητήσεις, καλλιτεχνίες, πολιτική κτλ. Και περιφρονούσαν αν κάποιος στερείτο σχόλης.

Η εξωτερική εμφάνιση του Σωκράτη δεν ήταν ωραία χωρίς να είναι όμως αντιπαθής. Ήταν μετρίου αναστήματος, με πεταχτά μάτια (για να μπορεί να βλέπει άνετα και πλαγίως όπως αυτοσαρκαζόταν), η μύτη του ήταν πιεσμένη με ανασηκωμένα ρουθούνια (πράγμα που τον διευκόλυνε να δέχεται οσμές από όλες τις κατευθύνσεις), είχε μεγάλο κεφάλι χωρίς πολλά μαλλιά, με περιποιημένη γενειάδα. Είναι βέβαιο ότι γυμναζόταν συστηματικώς, καθώς πίστευε ότι η διανόηση έχει ανάγκη υγιούς σώματος. Επέκρινε δριμύτατα όσους παραμελούσαν να γυμνάζονται, όπως πχ τον μαθηματικό Επιγένη που αδιαφορούσε και ήταν καχεκτικός.

Είχε ιδιόρρυθμο βηματισμό, περπατούσε με το κεφάλι σηκωμένο πάντα ψηλά, και έριχνε πλάγια βλέμματα διαπεραστικά σαν του ταύρου όπως μας ενημερώνει ο Αλκιβιάδης στο «Συμπόσιο». Ο Αριστοφάνης επίσης στις «Νεφέλες» έλεγε ότι περπατούσε στους Αθηναϊκούς δρόμου κορδωμένος (βρενθύει = περπατά κορδωμένος) και «ρίχνων λοξοματιάς».

Αντιθέτως με τον Αριστοτέλη, Ο Σωκράτης περιφρονούσε τις πολυτελείς περιβολές. Φορούσε έναν τρίβωνα (τραχύ Σπαρτιάτικο ιμάτιο) που συμβόλιζε την σκληραγωγημένη ζωή γεμάτη στερήσεις. (αργότερα ο τρίβωνας χρησιμοποιήθηκε και από τους κυνικούς, για να καταλήξει να γίνει σύμβολο πενίας αλλά και φιλοσοφίας).. Ο Αριστοφάνης από την μια, τον διακωμωδούσε ως άπλυτο και ξυπόλητο, ενώ ο Διογένης του είχε πει ότι ζει βίο τραφηλό επειδή πότε πότε φορούσε πολυτελή σανδάλια. Ο Σωκράτης δεν ήταν βρώμικος απλά δεν επέτρεπε στον εαυτό του σχολαστική καθαριότητα και αρώματα. Ξυπόλητος περπατούσε για σκληραγώγηση, αλλά αν υπήρχε λόγος όπως όταν ήταν καλεσμένος σε δείπνο στην οικία του Αγάθωνος πήγε καλλωπισμένος.

Ο Αιλιανός μας ενημερώνει ότι όταν παίζονταν κωμωδίες στο θέατρο δεν πήγαινε να τις δει, διότι δεν τον ευχαριστούσαν οι ύβρεις και οι χλευασμοί, εν αντιθέσει με τις παραστάσεις τραγωδίας του Ευριπίδη που πήγαινε πάντοτε. Επίσης πήγαινε πάντα και στον ποιητικό διαγωνισμό και όταν γινόταν και στον Πειραιά.

Κατά τα Διονύσια του 423 π.Χ., ο Αριστοφάνης παρουσίασε την κωμωδία «Νεφέλαι». Ο ίδιος ο Αριστοφάνης πίστευε ότι ήταν ένα από τα καλύτερα έργα του, το διόρθωσε ριζικά με σκοπό να το ξαναπαρουσιάσει στο κοινό. Οι «Νεφέλαι» που σώζονται μέχρι σήμερα είναι η δεύτερη εκδοχή.
Στο έργο αυτό λοιπόν ο Αριστοφάνης καυτηριάζει τους σοφιστές και την παιδεία που δίνουν, με κεντρικό πρόσωπο τον ίδιο τον Σωκράτη λέγοντας πολλά ψεύδη εις βάρος του. Όταν το αντιλαμβάνεται αυτό ο Σωκράτης και ακούει κάποιους ξένους να ρωτούν να μάθουν ποιος είναι αυτός ο Σωκράτης, σηκώνεται όρθιος να τον δουν όλοι ότι ήταν αυτός. Βλέποντας και το προσωπείο που φορούσε ο ηθοποιός όλοι κατάλαβαν....

Έτσι στάθηκε λοιπόν όρθιος καθ όλη την διάρκεια της παράστασης και έτσι οι ξένοι αντί να κοιτάνε την σκηνή και τους ηθοποιούς, κοιτούσαν τον Σωκράτη και την αντίδρασή του, με την οποία έκλεψε την παράσταση προκαλώντας αγανάκτηση στους ηθοποιούς και κωμικούς ποιητές με το ύφος του που έδειχνε την περιφρόνηση του προς αυτούς. Ο Αριστοφάνης είναι κωμικός ποιητής και δεν τον ενδιαφέρει να δείξει την πραγματικότητα αλλά αντιθέτως να την παρουσιάσει με έναν τρόπο εξευτελίζοντας την να προκαλέσει γέλιο. Παρουσιάζει λοιπόν τον Σωκράτη ως άπλυτο σοφιστή, που διαφθείρει τους νέους με τις νέες ιδέες-θεότητες που μοιάζουν ελαφρές και θαμπές σαν τις νεφέλες και αλλάζει τους θεούς με νέους θεούς...
Που να ήξερε ο Αριστοφάνης ότι θα ήταν η κύρια πηγή έμπνευσης στους κατήγορους του Σωκράτη...

«Αδικεί Σωκράτης, ούς μεν η πόλις νομίζει θεούς ού νομίζων, έτερα δε καινά δαιμόνια εισηγού-μενος. Αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος»(Δι-ογένης Λαέρτιος, 2.5.40) Ήταν η κατηγορία μερικά χρόνια αργότερα.

Παρόλο που στην Αθήνα η γυναίκα δεν είχε την ανάλογη θέση που είχε στην Σπάρτη, ο Σωκράτης είχε πολλές φορές συνομιλήσει με αυτές. Και μάλιστα θαύμαζε την ρητορική δεινότητα της Ασπασίας. Ευφυέστατος διάλογος είναι αυτός με την εταίρα Θεοδότη, καθώς και η απάντηση που έδωσε στην άλλη εταίρα Καλλιστώ, που του είπε ότι μπορεί να πάρει όλους τους φίλους του ενώ ο Σωκράτης δεν μπορεί να της πάρει τους δικούς της. Τότε ο Σωκράτης της είπε «είναι λογικό... διότι εγώ τους οδηγώ στον ανήφορο ενώ εσύ στον κατήφορο».

Στον Αντιφώντα είπε κάποτε ότι όπως κάποιος ευχαριστείται στο να έχει ένα άλογο ή σκύλο, έτσι αυτός αντίστοιχα στο να έχει καλούς φίλους, και αν μπορούσε να τους βοηθήσει σε τίποτα θα ήταν μεγάλο ψυχικό κέρδος γι αυτόν.
Ο τόπος που συνήθιζε να κυκλοφορεί ήταν η αγορά. Στην αρχαία αγορά δεν υπήρχαν μαγαζάκια που πουλούσαν κάτι, η λέξη αγορά προέρχεται από το ρήμα αγείρω ή αγύρω στα Αιολικά δηλ συναθροίζω, (εξου και το παν-ήγυρης ή αγορεύω) εκεί λοιπόν μαζεύονταν για να συζητήσουν και να βρουν λύσεις για προβλήματα απλά και μη. Όπως πληροφορούμεθα από αξιόπιστες περιγραφές η αγορά ήταν μεγαλοπρεπή συγκροτήματα κτιρίων, με αγάλματα, βωμούς, περιστύλια, πλατάνια, ναούς και τεράστιους κίονες που πλαισίωναν επιβλητικώς την περιοχή. Η είσοδος απαγορευόταν σε καταδικασμένους για ατιμωτικά αδικήματα, σε ανθρώπους με ανάξιο βίο και κίναιδους διότι ο χώρος ραντιζότανε για εξαγνισμό.

Όταν έφευγε από την αγορά πήγαινε στα γυμνάσια (γυμναστήρια) τα οποία ήταν δημόσια. Τρία ήταν τα γνωστά το Λύκειο, η Ακαδημία και το Κυνοσάργες. Τα γυμνάσια ήταν επιβλητικά κτίσματα με περιστύλια, θερμά και ψυχρά λουτρά, παλαίστρες, αποδυτήρια, αίθουσες αναψυχής, βάρη, ανδριάντες πρωταθλητών, αγάλματα θεών και δη του Ερμή ο οποίος ήταν ο προστάτης των γυμνασίων ( ενώ σήμερα είναι ο Άγιος Νεκτάριος...). Το Λύκειο το οποίο είχε ιδρύσει ο Πεισίστρατος προς τιμήν του Λυκείου Απόλλωνος στο οποίο είχε αναπτυχθεί ονειρώδης βλάστηση με πανύψηλους πλατάνους. Σε αυτό το σημείο αργότερα εγκατέστησε την σχολή του ο Αριστοτέλης. Στα γυμνάσια λοιπόν οι αρχαίοι πρόγονοι μας συνδύαζαν την σωματική γυμναστική και την πνευματική δηλ με λίγα λόγια το «νους υγιής εν σώματι υγιές» (εν αντιθέσει με τους σημερινούς ιερείς που αντιτίθενται στην σωματική εκγύμναση με την δικαιολογία ότι είναι λατρεία της σαρκός πράγμα φαινομενικά σωστό αλλά στην πραγματικότητα ρηχό). Το λύκειο ήταν το αρχαιότερο γυμνάσιο των Αθηνών, το οποίο βρισκόταν ανατολικά κοντά στον Ιλισσό ( κοντά στην Ριζάρειο σχολή )με μεγάλη έκταση διότι εκεί έκανε ασκήσεις και επιδείξεις το ιππικό.

Το άλλο γυμνάσιο που σύχναζε ο Σωκράτης ήταν το Κυνοσάργες (εκεί που ακόμα και σήμερα ονομάζεται Κυνοσάργες – Νέος Κόσμος). Ο τόπος πήρε το όνομα του από ένα τυχαίο κάποιο γεγονός που έλαβε χώρα. Κάποτε και ενώ οι Αθηναίοι θυσίαζαν στον Ηρακλή, ένας σκύλος με άσπρο στιλπνό τρίχωμα (αργός) άρπαξε ένα κομμάτι από το θυσιαζόμενο ζώο, το οποίο καταδιωκόμενος το παράτησε κάπου. Για να εξιλεωθούν οι Αθηναίοι ανήγειραν ιερό του Ηρακλή και γυμνάσιο στο σημείο που ο σκύλος εγκατέλειψε την λεία του, όπως ζήτησε ο χρησμός. Τέλος ο Σωκράτης μετέβαινε και στο γυμνάσιο της Ακαδημία (προάστιο που είχε πάρει το όνομα του από τον από τον ήρωα Ακάδημο) κοντά στην σημερινή λαχαναγορά.
Η περιοχή εκεί ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά και ήταν γεμάτη από το ιερό δένδρο της, την ελιά. Ο Κίμωνας είχε φροντίσει ιδιαιτέρως το μέρος αυτό, και το είχε μετατρέψει σε βαθύισκιο δάσος, με βωμούς και αγάλματα. Κάπου εκεί μέσα στον ελαιώνα ετάφη ο Πλάτων ο οποίος εκεί κοντά (Κολωνό) είχε την εξοχική του κατοικία.

Όταν έπεφτε σιγά σιγά το φως του ήλιου, οι Αθηναίοι λόγω του πλούτου, συνήθιζαν να οργανώνουν συμπόσια για να εορταστεί κάποιο σημαντικό γεγονός πχ κάποια επιτυχία σε Ολυμπιακούς αγώνες, η επιστροφή από κάποιο ταξίδι ενώ αργότερα το διοργάνωναν για ψυχαγωγία ή φιλοσοφική συζήτηση. Το συμπόσιο δεν ήταν συνεστίαση μεταξύ φίλων, αλλά άγυρις κοινή. Κατά την διάρκεια του δείπνου δεν έπιναν κρασί. Μόλις τελείωναν το φαγητό, έκαναν μια σπονδή, έριχναν από το ποτήρι το ποτό τους αναλόγως τον θεό ή τον σκοπό με για τον οποίο ετελούντο το όργιο μια ωδή προς τον θεό/α (ή λέξη όργιο είναι μια από τις πολλές που στο πέρασμα του χρόνου έχει αλλοιωθεί η έννοια της. Όργιο ήταν η τελετουργία προς κάποιον θεό/α. Αργότερα οι Ρωμαίοι κατά την διάρκεια οργίου –τελετής- προς κάποιο/α θεά της σαρκικής απόλαυσης προστέθηκε η σαρκική πράξη και έτσι παρέμεινε λανθασμένα η έννοια). Η σπονδή αφιερωνόταν στον αγαθό δαίμονα ή την υγεία. (Δαίμον είναι ακόμα μια αλλοιωμένη λέξη-έννοια. Δαίμον ή δαήμον σημαίνει γνώστης. Η λέξη αλλοιώθηκε και πήρε την σημερινή διαβολική της μορφή από τους χριστιανούς (για την ακρίβεια Παυλιστές) οι οποίοι ήθελαν να σταματήσουν την γνώση (ευδαιμονία) του λαού για ευνόητους λόγους. Έτσι σταμάτησαν το Ελληνικό πνεύμα καταστρέφοντας αγάλματα και αρχαίους ναούς με την δικαιολογία ότι διώχνουν τα δαιμόνια μακριά παραποιώντας τις έννοιες και την πραγματικότητα κατά το συμφέρον τους).

Στην συνέχεια λοιπόν οι δούλοι έπαιρναν τα τραπέζια, καθάριζαν τον χώρο και έφερναν νερό και αρωματικό σμήγμα (σαπούνι) για να πλυθούν οι καλεσμένοι. Εξελέγετο ο άρχον του πότου ή Συμποσίαρχος, ο οποίος φρόντιζε για την επιτυχία του συμποσίου, δηλαδή επέλεγε τις ωδές που θα τραγουδούσαν, πόσο κρασί θα έπινε ο καθένας διότι στο συμπόσιο δεν έπινες όσο ήθελες αλλά όσο σου όριζαν, όριζε παιχνίδια (σκάκι, ζάρια αινίγματα ερωτήσεις γνώσεων) και κυρίως το θέμα της συζήτησης. Το δείπνο περιλάμβανε ξηρούς καρπούς, ποικιλίες τυριών, πίτες κτλ. Στα συμπόσια προσέρχονταν ακροβάτες, ταχυδακτυλουργοί, γελωτοποιοί και συχνά απρόσκλητοι επισκέπτες (παράσιτοι).επικρατούσε ευθυμία, και έπαιζαν παιχνίδια όπως σκάκι (π ε τ τ ο ί), ζάρια (κ ύ β ο υ ς) κτλ, ενώ αν κάποιος δεν έλυνε κάποιο αίνιγμα ή έδινα λάθος απάντηση σε παιχνίδια γνώσεων η τιμωρία ήταν να πιεί ένα ποτήρι κρασί με αλάτι απνευστί (χωρίς να πάρει αέρα-μονοκοπανία δηλ). Εκτός από τα επιτραπέζια παιχνίδια, τους ακροβάτες τους γελωτοποιούς κτλ, στα συμπόσια διεξήγοντο και υψηλού επιπέδου φιλοσοφικές συζητήσεις. Στα συμπόσια παρίσταντο μορφωμένοι άνθρωποι, καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, πολιτικοί οι οποίοι συζητούσαν αξιόλογα επιστημονικά θέματα.
Κατά τα χαράματα έληγε το όργιο (=τελετή), έκαναν σπονδή στον υπνοδότη Ερμή ο οποίος με το κηρύκειο χάριζε γλυκό ύπνο, έτσι λοιπόν σχημάτιζαν μια πομπή - ομάδα (Κώμος) και τραγουδώντας (Ωδή) στους Αθηναϊκούς δρόμους (αυτό παρέμεινε στους αιώνες μέχρι και πριν 50 χρόνια γνωστή ως «καντάδα») έχοντας μια ευχάριστη διάθεση και ευθυμία.
Από αυτές τις έννοιες λοιπόν (Κώμος, Ωδές) και την ευχάριστη και εύθυμη διάθεση που υπήρχε κατά την πομπή, πήραν κάποια θεατρικά ποιήματα το όνομά τους και ονομάστηκαν «Κωμωδίες» .

Πολλές φορές, οι φίλοι του Σωκράτη πληροφορούντο ότι δίνει διαλέξεις κάποιος σοφός ή σοφιστής, έφερναν τον Σωκράτη εκεί για να κονταρομαχήσουν διαλεκτικώς και να παρακολουθήσουν την συνομιλία. Επειδή ο Σωκράτης δεν είχε τα απαιτούμενα χρήματα για να πληρώσει ούτως ώστε να δεχθεί ο άλλος σοφός ή σοφιστής την συνομιλία, πλήρωναν αντʼ αυτού το τίμημα. Συχνά συνέβαινε Αθηναίος πλούσιος να φιλοξενεί κάποιον ξένο (=Έλληνα από άλλη πόλη) διαπρεπή φιλόσοφο. Τότε διαπραγματεύοντο οι συναντήσεις και οι ενδιαφέρουσες συζητήσεις που συνέβαλαν σημαντικά στην εξέλιξη της φιλοσοφίας και γενικώς στην πνευματική ανάπτυξη. Παραδείγματος χάριν ο πλούσιος Πυθόδωρος, που στην οικία του στον Κεραμεικό, ο Σωκράτης συνομίλησε με τον Ζήνωνα και τον Παρμενίδη για το πολύπλοκο θέμα της υπάρξεως των ιδεών και της σχέσεων των προς τα αισθητά πράγματα.

Η βάση στην φιλοσοφία του Σωκράτη υπήρξε το γνωμικό «γνώθι εις εαυτόν» που ήταν γραμμένο με ολόχρυσα γράμματα στα προπύλαια του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς, δηλαδή να γνωρίσουμε ώστε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας. Ο Θαλής νωρίτερα όταν τον είχαν ρωτήσει τι είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είχε πει « να γνωρίσεις τον εαυτό σου». και όντως... στον διπλανό ή στον απέναντι εύκολα μπορείς να διακρίνεις κάποιο λάθος ή κάποια αδυναμία ή τι θα ήταν το σωστότερο να κάνει, στον εαυτό μας όμως είναι σαν να μπαίνει ένα πέπλο στο μυαλό μας το οποίο μας εμποδίζει να δούμε. Το γνωμικό λοιπόν αυτό ακριβώς μας ωθεί... να νικήσουμε αυτή την μεγάλη και ίσως μεγαλύτερη αδυναμία μας!!!

Ο Σωκράτης λοιπόν βασισμένος σε αυτό το γνωμικό βοηθούσε τους συνανθρώπους του να μπορέσουν να «δουν» τον εαυτό τους με την μαιευτική μέθοδο του. Ο Αριστοτέλης έγραψε ειδικά στο έργο του «μετά τα φυσικά» για τον δάσκαλο του δασκάλου του, ότι ασχολήθηκε με την ηθική και όχι με θέματα της φύσης. Άλλωστε ο άνθρωπος προέχει των λοιπών.
Αξιοπερίεργο είναι ότι ο Σωκράτης στο έργο «Φαίδων» ή «περί ψυχής» περιγράφει την γη από ψηλά, και δίνει τον νόμο της βαρύτητας που αργότερα παρουσίασε για δικό του ο Ισαάκ(!) Νεύτων.

Την άποψη του Σωκράτη, ότι πρέπει να κοιτάξουμε πρωτίστως τα εδώ, δηλ να βελτιώσουμε εμάς για να δημιουργήσουμε μια ανθρώπινη κοινωνία κατ επέκταση, υιοθέτησε και ο διαπρεπής Κύπριος φιλόσοφος ο Δημώναξ. Ο Δημώναξ λοιπόν ανέφερε το «ελεύθερον όστις ούτε ελπίζει τι, ούτε φοβείται τι» απόφθεγμα που ο Ν. Καζαντζάκης έβαλε να χαράξουν στον τάφο του ως δήθεν δικό του.

Η διδασκαλία του Σωκράτη:

Ο Σωκράτης δεν δίδασκε με την κλασσική μέθοδο της αγόρευσης όπως έκαναν οι υπόλοιποι, αλλά με διάλογο. Όπως η μαμή βοηθά να ξεγεννήσει η μάνα, έτσι και ο Σωκράτης βοηθούσε τον μαθητή στο να ξεγεννήσει από μέσα του την γνώση. Οι οδύνες του τοκετού παραλληλίζονταν με την οδύνη του μαθητή να μπορέσει να βγάλει στην επιφάνεια την συνειδητοποίηση της αγνοίας μας. Η μέθοδος αυτή ονομάστηκε μαιευτική. Σε κάθε συζήτηση ο Σωκράτης προσποιείται ότι αγνοεί ένα θέμα και ρωτά να μάθει περί τίνος πρόκειται. Ο συνομιλητής δίνει τον ορισμό σίγουρος για τον εαυτό του και ο Σωκράτης ξεκινά με τις ερωτήσεις του να του δείξει ότι νομίζει ότι ξέρει, και ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρει τίποτε, οπότε να του ξυπνήσει την αυτογνωσία της άγνοιας δηλ το «γνώθι εις εαυτόν» που είναι η αρχή της γνώσεως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έργο «Μένων» όπου ο Πλάτωνας καταγράφει την συνομιλία του Σωκράτη με τον Θεσσαλό στρατηγό Μένων. Ο Σωκράτης προσποιείται ότι δεν γνωρίζει την έννοια της λέξης αρετή. Ο Μένων πρόθυμος του δίνει τον ορισμό σίγουρος για τον εαυτό του. Ο Σωκράτης με την μαιευτική αναγκάζει τον Μένωνα να αυτοδιαψεύδεται συνεχώς.

Προσδιορισμός μιας έννοιας μέσω των Ορισμών. Ο Σωκράτης αναρωτιόταν πως είναι δυνατόν να αποκαλούμε κάποιον ως ̈καλό ̈ όταν δεν ξέρουμε τι είναι καλό, ή έξυπνο όταν δεν ξέρουμε τι είναι εξυπνάδα, ή τίμιο όταν δεν ξέρουμε τι είναι τιμιότητα, ευτυχία κτλ.
Ο Σωκράτης έψαχνε την πραγματική έννοια, δηλαδή την ουσία των πραγμάτων σε βάθος, αντί της επιφανειακής έννοιας που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα μας.
Σε μια συζήτηση, ο Ευθύφρωνας ορίζει την έννοια ̈οσιότητα ̈ ως ̈όσιο είναι αυτό που ευχαριστεί τους θεούς ̈. Ο Σωκράτης όμως του λέει ότι εφόσον διαφορετικοί θεοί ευχαριστιούνται με διαφορετικά και πολλές φορές με αλληλοσυγκρουόμενα πράγματα, ο ορισμός αυτός επιτρέπει αντιφατικές συμπεριφορές να είναι όσιες...Καταλήγει λοιπόν ότι δεν μπορεί να υπάρχει σύγκρουση του θείου (λόγω ότι το θείον έχει απόλυτη γνώση) και ρωτά τον Ευθύφρωνα αν άραγε όσιο είναι κάτι επειδή το αγαπούν οι θεοί ή οι θεοί το αγαπούν επειδή είναι όσιο; Έτσι η έννοια αυτονομείται από το θείο αλλά συγχρόνως οι θεοί είναι όλοι όσιοι.

Ο Σωκράτης ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την ηθική. Προσπάθησε να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως τι είναι ευδαιμονία, πως πρέπει αν ζούμε; Ποια είναι η καλύτερη ζωή για τον άνθρωπο; Ο Σωκράτης υποστήριζε με αδιάσειστα επιχειρήματα ότι η ανθρώπινη ευτυχία δεν εξαρτάται από υλικά αγαθά αλλά από την κατάσταση της ψυχής, και η κατάσταση της ψυχής από την καλοσύνη και την αγαθότητα.

Όρος Διδασκαλία:

Ο όρος διδασκαλία έχει εντελώς διαφορετική βάση από την σημερινή. Ο Σωκράτης συνήθιζε να λέει ότι κάνει την ίδια εργασία με την μητέρα του την μαμή. Βέβαια δεν ξεγεννούσε παιδία όπως η Φαιναρέτη, αλλά αυτό που έκανε ήταν να ξεγεννά – εκμαιεύει ιδέες και σκέψεις μέσα από την ψυχή (υποσυνείδητο) του συνομιλητή του. Η μαία βοηθά την γυναίκα, μέσα από τις οδύνες να ξεγεννήσει, έτσι ο Σωκράτης χρησιμοποιεί την εικόνα αυτή και την παραλληλίζει με την φιλοσοφική «μέθοδο της μαιευτικής». Ο Σωκράτης βοηθά τον συνομιλητή να βγάλει στην επιφάνεια τις σκέψεις και τις ιδέες. Οι οδύνες για τον συνομιλητή είναι η διαδικασία που υποβάλει τον νου του να αντιληφθεί και βρει την σωστή σκέψη, ενώ η γέννηση παραλληλίζεται με την εύρεση της αλήθειας. Όπως η μαμή δεν βοηθά στην σύλληψη αλλά βοηθά με την τέχνη της στην γέννηση, έτσι και ο Σωκράτης δεν μεταφέρει έτοιμη γνώση αλλά βοηθά τον συνομιλητή να ξεγεννήσει τις δικές του ιδέες.

Σήμερα με τον όρο διδασκαλία εννοούμε την μετάδοση γνώσης από τον δάσκαλο στον μαθητή. Ο Μαθητής αυτό που κάνει είναι να απομνημονεύσει – παπαγαλίσει την έτοιμη γνώση που του δίνει ο δάσκαλος. Με αυτόν τον τρόπο δεν αυτενεργεί, αλλά οικειοποιείται την ξένες ιδέες, απόψεις, θέσεις και προφανώς προσωπικότητα. Στην Σωκρατική μέθοδο ο μαθητής ανακαλύπτει μόνος του την γνώση, πράγμα που τον βοηθά να ισχυροποιεί την προσωπικότητα του. Καλλιεργείται η ικανότητα να σκέπτεται μόνος του, να κρίνει μόνος του, δηλαδή να σκέπτεται ελεύθερος, άρα να ανεβαίνει σε άλλα επίπεδα γνώσεων.
Οι ερωτήσεις του Σωκράτη είχαν σκοπό να βγάλουν στην επιφάνεια από το υποσυνείδητο στο συνειδητό, την εσωτερική σύγχυση του συνομιλητή, και να καταδείξει τις αντιθέσεις των πεποιθήσεων που υπάρχουν μέσα του, να τις δει, να τις συγκρίνει, να αποβάλει τις κακές, και με τις καλές που απέμειναν να κρίνει τις πράξεις του. Ήταν ένας έλεγχος συμβατότητας των πεποιθήσεων, διότι είναι διαφορετικό το να ελέγχουμε αν οι πεποιθήσεις είναι συμβατές μεταξύ τους και άλλο αν είναι σωστές. Από την ασυμβατότητα και αντιφατικότητα των πεποιθήσεων μπορούμε να ανιχνεύσουμε το ψεύδος. Η διδασκαλία του Σωκράτη ήταν ένα είδος ταξινόμησης του εσωτερικού κόσμου σε πρώτο επίπεδο, κάθαρσης σε δεύτερο. Η κάθαρση από τις ψευδής πεποιθήσεις ώστε να είμαστε σε θέση για ερεύνα που θα οδηγήσει στην αλήθεια, και εφόσον έχουμε απαλλαχθεί από την πλάνη θα συνειδητοποιήσουμε την άγνοια μας.

̈Ουδείς εκών κακός ̈ δηλαδή κανείς δεν είναι κακός με την θέληση του, και ̈Η κακία είναι άγνοια ̈, ήταν από τα Σωκρατικά παράδοξα, που στο βάθος δεν ήταν καθόλου παράδοξα...
Στο μεν πρώτο έλεγε ότι ένας άνθρωπος ευφυής, εάν γεννηθεί σε ένα περιβάλλον αδίκων θα γίνει και αυτός άδικος, ενώ ο ίδιος εάν γεννιόταν σε ένα περιβάλλον δικαίων θα γινόταν δίκαιος...άρα ο ίδιος άνθρωπος έγινε άδικος παρά την θέληση του, άλλωστε κανείς δεν θέλει να είναι άθλιος με την θέλησή του. Για το δε δεύτερο, δηλαδή ότι η κακία είναι άγνοια έλεγε ότι εάν οι άνθρωποι που πράττουν την κακία είχαν γνώση της πραγματικότητας = αλήθειας δεν θα έπρατταν αυτήν. Η άγνοια τους είναι αυτή που τους οδηγεί στην κακία. Στην πολιτεία μας είπε την ιστορία με την σπηλιά, ότι δηλ εν ολίγης η πραγματικότητα του καθενός είναι διαφορετική ανάλογα το γνωστικό επίπεδο που έχει μεγαλώσει. Αυτή η πραγματικότητα, μέσω των πράξεων μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα είτε την γαλήνη είτε την ταραχή – αθλιότητα. Και ενώ η απόλυτη πραγματικότητα έξω από εμάς είναι μια, εμείς οι άνθρωποι ζούμε μέσα στον δικό μας κόσμο. Όταν αυτός ο κόσμος μας είναι γαλήνιος εμείς ζούμε γαλήνια, ενώ αντιθέτως αν ο κόσμος μας είναι μη γαλήνιος περνάμε την ζωή μας μέσα στην ταραχή. Τα πάθη και οι έμμονες ιδέες που είναι αντίθετες με την ηθική, αρετή και δικαιοσύνη μας προτρέπουν να γίνουμε άδικοι για το δικό μας καλό, ένα καλό που το κρίνουμε σύμφωνα με την άγνοια μας...

Ο Σωκράτης πιστεύει ότι είναι καλύτερο να βλάπτεσαι παρά να βλάπτεις, και αυτό γιατί όταν βλάπτεις κάποιον, έχεις βλάψει νωρίτερα και την δική σου ψυχή, και επειδή η ψυχή είναι σημαντικότερη όλων διότι από αυτήν προέρχεται η γαλήνη και η ισορροπία, καλύτερα να βλάπτεσαι παρά να βλάπτεις. Βέβαια θα μου πείτε ότι όταν σε βλάπτουν συνεχώς θα χάσεις την γαλήνη σου άρα απορρίπτεται η άποψη αυτή, θα πρότεινα να το δούμε με τα μάτια του φιλοσόφου, δηλαδή εάν όλοι έπρατταν το λεγόμενο του Σωκράτη θα είχαμε την επιθυμητή ζωή που που όλοι θα θέλαμε αλλά κανείς δεν προσπαθεί.
Η γνωστή «Σωκρατική ειρωνεία» δεν έχει σχέση με την σημερινή της έννοια. Ο Σωκράτης απέφευγε να λοιδορεί τους συνομιλητές του, και αν ακόμη άκουγε κάποια βλακεία από κάποιον, φρόντιζε να μην τον θίξει αλλά να τον διορθώσει βοηθώντας τους να σκέπτεται ορθά. Ο Σωκράτης σάρκαζε μόνον αυτούς που προσπαθούσαν αν του πουλήσουν πνεύμα.

Ας αναφέρουμε μερικά αποφθέγματα:

-«οι άλλοι άνθρωποι ζούνε για να τρώνε, εγώ τρώω για να ζω»

-Όταν τον ρώτησαν αν είναι καλό να νυμφεύεται κανείς ή όχι απάντησε ότι και στις δυο περιπτώσεις θα μετανοήσεις

-Κάποτε κάποιος τον κλότσησε χωρίς αιτία και δεν αντέδρασε. Τον ρωτήσανε λοιπόν το γιατί, και αυτός απάντησε «αν με κλότσαγε ένας γάιδαρος θα τον πήγαινα στα δικαστήρια;»

-Όταν κάποτε διάβασε βιβλίο του Ηράκλειτου που του έδωσε ο Ευριπίδης σχολίασε «όσα κατενόησα ήταν σπουδαία, υποθέτω και όσα δεν κατενόησα»

-Κάποτε ο Αλκιβιάδης του χάρισε ένα μεγάλο οικόπεδο για να χτίσει οικία, ο Σωκράτης αρνήθηκε λέγοντας «αν είχα ανάγκη υποδημάτων και μου έδινες ολόκληρο δέρμα βοδιού δεν θα γινόμουν γελοίος αν το έπαιρνα;»

-Όταν συχνά έβλεπε το πλήθος των άφθονων αγαθών έλεγε ικανοποιημένος «πόσα πράγματα δεν έχω ανάγκη...»

-Κάποτε κάλεσε για δείπνο στο σπίτι του κάποιους πλουσίους και η Ξανθίππη ντρεπόταν, τότε ο Σωκράτης της είπε «μην σκιάζεσαι, διότι αν είναι σωστοί και λογικοί θα συμπεριφερθούν καλώς, αν πάλι δεν είναι σωστοί, δεν αξίζει τον κόπο να στεναχωρούμεθα»

-Όταν ο Λυσίας του έγραψε μια απολογία για το δικαστήριο, ο Σωκράτης του είπε ότι είναι καλός ο λόγος αλλά δεν του ταιριάζει. Τότε ο Λυσίας τον ρώτησε πως είναι δυνατόν να είναι καλός αλλά να μην του ταιριάζει. Τότε ο Σωκράτης του αποκρίθηκε «δεν υπάρχουν καλά ρούχα και υποδήματα που να μην ταιριάζουν σε μένα;»

-Οι μαθητές του τον παρότρυναν να δραπετεύσει στην Θεσσαλία, και τα παιδία του που ήταν μικρά, θα τα φρόντιζαν αυτοί. Τότε ο Σωκράτης είπε «αν φύγω για την Θεσσαλία θα τα φροντίσετε, αν φύγω για τον Άδη δεν θα τα φροντίσετε;»
-Ο Σωκράτης έλεγε για την φτώχεια: «κανείς δεν την ζηλεύει, ούτε το επιδιώκει, αν μείνει δεν χάνεται, και παραμελούμενο δυναμώνει περισσότερο.

-Στον Αλκιβιάδη είχε πει ότι η όραση του νου γίνεται οξεία όταν η όραση των ματιών χάνει την δύναμη της.

-Σε μια γυναίκα που είχε ντυθεί ωραία, η οποία είπε ότι πάει να δει κάτι, ο Σωκράτης της είπε «δεν πας να δεις, αλλά να σε δουν».

-Στον μαθητή του Σιμμία είχε πει «αν δεις κάποιον φιλόσοφο να αγανακτεί όταν πρόκειται να πεθάνει, τότε να ξέρεις ότι δεν ήταν τελικά φιλόσοφος αλλά φιλοσώματος»

-Όταν ο Σωκράτης παρατήρησε κάποιον σε ένα συμπόσιο με λίγο έντονο τρόπο, ο Πλάτων του είπε « δεν θα ήταν καλύτερο να το τα έλεγες ιδιαιτέρως;» τότε Απάντησε ο Σωκράτης στον Πλάτωνα «δεν θα ήταν καλύτερα αν μου το έλεγες και συ ιδιαιτέρως;»

-Όταν ο Περικλής ήταν να εκφωνήσει τον «Επιτάφιο» ο Σωκράτης είπε «δεν είναι δύσκολο να επαινέσεις τους Αθηναίους, το δύσκολο θα ήταν να επαινέσεις τους Λακεδαιμόνιους».

-Κάποτε η συντροφιά του θαύμαζε την ομορφιά της εταίρας Θεοδότης, τότε ο Σωκράτης είπε: «Ποιο από τα δύο πρέπει; Εμείς να ευχαριστήσουμε την Θεοδότη διότι μας απέδειξε την ομορφιά της, ή εκείνη, που παρατηρήσαμε την ομορφιά της;»

-Όταν είδε κάποτε ο Σωκράτης κάποιον να χτυπάει τον υπηρέτη του τον ρώτησε το γιατί, τότε του απάντησε αυτός επειδή ο υπηρέτης του είναι λαιμαργότατος, βλακότατος, φιλαργυρότατος και οκνηρότατος. Και του λέει ο Σωκράτης « τότε ποιος από τους δύο χρειάζεται περισσότερο ξυλοκόπημα, εσύ ο υπηρέτης;»

-Ο Σωκράτης είπε σε κάποιον πλούσιο που καυχιόταν για τα πλούτη του, ότι δεν θα τον θαυμάσει αν δεν δει πρώτα το πώς χρησιμοποιεί αυτά τα πλούτη

-Ένας μεθυσμένος κάποτε επιτέθηκε στον Σωκράτη και τον χτύπησε, με αποτέλεσμα το πρόσωπο του να πρηστεί. Ο Σωκράτης δεν τον σταμάτησε απλά μετά έγραψε στο πρόσωπο του το όνομα του μεθυσμένου για να το βλέπει ο κόσμος.

Οι κατήγοροι του Σωκράτη:

Οι κατήγοροι λοιπόν ήταν τρείς, Ο Μέλητος, ο Άνυτος και ο Λύκωνας.
Ο Μέλητος ήταν ένας νεαρός άσημος, πιθανότατα ποιητής, από τον δήμο Πίτθου της Αττικής ο οποίος ήταν εντελώς άγνωστος στον Σωκράτη. Στην συνομιλία του με τον Ευθύφρωνα ο Σωκράτης λέει, ότι νομίζει ότι είναι κάποιος με ίσιο μακρύ μαλλί, αραιό γένι και καμπυλωτή μύτη. Αυτός ο Μέλητος δεν έχει καμία σχέση με τον Μέλητο τον τραγικό ποιητή. Επειδή ο Μέλητος απέδωσε την γραφή μίλησε πρώτος στο δικαστήριο, και φυσικά δέχθηκε τα συντριπτικά επιχειρήματα του Σωκράτη, σε τέτοιο βαθμό που εσιώπησε ο Μέλητος, λέγοντας του ο Σωκράτης ̈βλέπεις Μέλητε, σιωπάς και δεν μπορείς να απαντήσεις ̈
Μετά την θανάτωση του Σωκράτη, και όταν πια μεταμελήθησαν οι Αθηναίοι κυνήγησαν τον Μέλητο και τον σκότωσαν δια λιθοβολισμού. Κανονικά βέβαια κατά την προσωπική μου γνώμη έπρεπε να λιθοβολήσουν και τον εαυτό τους διότι με την πράξη αυτή ήθελαν να βγάλουν το φταίξιμο από επάνω τους ενώ αυτοί στην πραγματικότητα έφταιγαν πολύ περισσότερο από τους κατηγόρους.

Ο Άνυτος ήταν γιός του πλουσίου Ανθεμίωνος. Κληρονόμησε από τον πατέρα του μια μεγάλη περιουσία και ένα βυρσοδεψείο. Ο Ανθεμίωνας ήταν κατά τον Σωκράτη άνθρωπος αυτοδημιούργητος, αξιοπρεπής, μετριόφρων αν και πλούσιος. Ο Άνυτος ασχολήθηκε με την πολιτική (δημοκρατικούς). Το 409 π.Χ. έγινε Στρατηγός και πήγε με 30 πλοία προς βοήθεια της Πύλου που πολιορκούσαν οι Σπαρτιάτες. Η αποστολή απέτυχε και τον κατηγόρησαν για προδοσία, αλλά αθωώθηκε επειδή πλήρωσε τους δικαστές όπως μας ενημερώνει ο Αριστοτέλης. Όταν ανέλαβαν οι τριάκοντα έφυγε από την Αθήνα μαζί με τους δημοκράτες, και επέστρεψε πάλι όταν η δημοκρατία επανήλθε το 403 π.Χ. Μαζί με τον Θρασύβουλο και τον Αρχίνο διετέλεσε αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος.
Με τον Σωκράτη δεν ήταν άγνωστοι διότι ο Άνυτος είναι ένας από τους βασικούς συνομιλητές στο έργο "Μένων ̈ Ο Μένωνας ήταν Θεσσαλός Στρατηγός). Η συνομιλία αυτή συνέβαλε αποφασιστικά στο μίσος του Άνυτου, το οποίο στηρίζεται σε πολιτικές αντιπαραθέσεις αρχικώς, για να περάσει και σε προσωπικό επίπεδο διότι ο Σωκράτης ήταν καυστικός.

Στο έργο λοιπόν, ο Σωκράτης επαινεί τον πατέρα του, αλλά επικρίνει ταυτόχρονα τον ίδιο, που κληρονόμησε την περιουσία (δηλ δεν την δημιούργησε ο ίδιος) παρόλα αυτά ήταν αλαζόνας. Ακόμα ο Σωκράτης του δείχνει ότι δεν θαυμάζει την μόρφωση και την ανατροφή του, με την οποία εξαπατά τον όχλο για να τον εκλέγουν σε κρατικά αξιώματα. Ο Άνυτος δεν μπορεί πια να συγκρατηθεί και ξεσπά λέγοντας του να φυλάγεται διότι στην πόλη αυτή μπορεί κανείς ευκολότερα να βλάπτει παρά να ευεργετεί. Ο Σωκράτης αντιλαμβάνεται την απειλή που αργότερα πραγματοποιείται. Παρόλα αυτά ο Σωκράτης λέει στον Μενωνα με ειρωνικό ύφος
̈Ω Μένων, Άνυτος μεν μοί δοκεί χαλεπαίνειν ̈ δηλαδή ̈Ω Μένων, νομίζω ότι ο Άνυτος εθύμωσε... ̈.
Ο Σωκράτης στην συνέχεια γελοιοποίησε στον διάλογο τον Άνυτο, και του απέδειξε ότι παρά την μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτό του ότι είναι ένας μικρός και εντελώς ανόητος που νομίζει κενώς ότι κάποιος είναι.
Ο Άνυτος επίσης δεν είχε καλό τέλος, αφού οι Αθηναίοι τον εξόρισαν, πήγε στην Ηράκλεια του Πόντου και εκεί τον λιθοβόλησαν.

Ο Λύκων ήταν ένας δημαγωγός που προετοίμασε τα στοιχεία για την δίκη, κάτι σαν δικηγόρος κατηγορίας θα λέγαμε σήμερα. Τα στοιχεία που έχουμε γι αυτόν είναι τα λιγότερα από τους τρείς κατηγόρους. Κατά την διάρκεια του Συμποσίου (Ξενοφών ̈Συμπόσιον ̈) ο Λύκων επαίνεσε τον Σωκράτη λέγοντας του ̈Μα την Ήρα Σωκράτη, μου φαίνεται ότι είσαι καλός και αγαθός άνθρωπος ̈. Βέβαια στην δίκη είπε τα αντίθετα. Οι Αθηναίοι μετά εξόρισαν τον Λύκωνα όπως και τον Άνυτο.

Η κατηγορία:

Ο Μέλητος λοιπόν υπέβαλε στο δικαστήριο την μήνυση που έγραφε τα εξής: ̈τάδε εγράψατο και αντωμόσατο Μέλητος ο Μελήτου Πιθεύς Σωκράτει Σωφρονίσκου Αλωπεκήθεν αδικεί Σωκράτης, ους μεν η πόλις νομίζειν θεούς ου νομίζον, έτερα δε καινά δαιμόνια εισηγούμενος, αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων. Τίμημα Θάνατος ̈. Δηλαδή ότι ο Σωκράτης δεν πιστεύει στους θεούς που πιστεύει η πόλη, εισάγει καινούριους θεούς, είναι ένοχος επιπλέον διότι διαφθείρει τους νέους. Ποινή Θάνατος. Η λέξη ̈νομίζω ̈ στα αρχαία δεν σημαίνει απλά πιστεύω, αλλά και απονέμω τιμές προς τους θεούς. Η κατηγορία της ασέβειας ήταν βαρύ παράπτωμα κατά τους αρχαίους, δεύτερη κατηγορία δηλ για την διαφθορά των νέων, είχε να κάνει με την περιφρόνηση προς το πολίτευμα δηλ την δημοκρατία, που ήταν και το ουσιαστικό πάτημα για την καταδίκη του. Όμως ο πραγματικός λόγος ήταν ότι επειδή ο Σωκράτης δεν τους επαινούσε αλλά τους έβγαζε στην επιφάνεια τα λάθη και τα ηθικά παραπτώματα που ήταν πολλά, αρχής γενομένης με τον Άνυτο, και στην συνέχεια με τους ίδιους τους δικαστές.

Η Ηλιαία ήταν το ανώτατο δικαστήριο των Αθηνών (Ηλιαία ή Αλία εκ του αλιάζεσθαι δηλ συναθροίζεσθαι), και οι δικαστές ονομάζονταν Ηλιαστές. Ήταν 6.000 άτομα τα οποία εξελέγοντο κάθε χρόνο με κλήρο. Έπρεπε να έχουν συμπληρώσει το 30στό έτος ηλικίας τους, να μην όφειλαν στο δημόσιο, να μην στερούντο πολιτικών δικαιωμάτων και να έκαναν την σχετική αίτηση. Η Ηλιαία δίκαζε κατά τμήματα απαρτιζόμενα από 501 δικαστές. Στα δικαστήρια που ονομάζοντο ̈τιμηταί ̈ (όπως αυτό προς τον Σωκράτη, όπου ο κατήγορος πρότεινε την ποινή) και σε δικαστήρια που ο νόμος πρότεινε την ποινή που ονομαζόταν ̈ατίμητοι ̈.
Η ψηφοφορία ήταν δυαδική, δηλ είτε ̈διάτρητος ̈(καταδικαστική) είτε ̈άτρητος ̈ (αθωωτική). Αν το αποτέλεσμα ήταν καταδικαστικό, ακολουθούσε μια δεύτερη ψηφοφορία για τον προσδιορισμό της ποινής, στην οποία ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να προτείνει την ποινή του. Εάν κατά την πρώτη ψηφοφορία το 1/5 του συνόλου άτρητος (αθωωτική), ο μηνυτής ετιμωρείτο με 1000 δρχ. πρόστιμο και στέρηση μερικών δικαιωμάτων.

Σε ηλικία περίπου εβδομήντα ετών ο Σωκράτης για πρώτη φορά εκκλήθηκε να μιλήσει μπροστά σε δικαστές και σε τόσο μεγάλο κοινό. Αυτό όμως δεν τον πτόησε να είναι όπως στην καθημερινή του ζωή. Η Απολογία υπολογίζεται να κράτησε περίπου έξι ώρες, και μαζί με τις υπόλοιπες διαδικασίες η δίκη κράτησε όλη μέρα. Ο Ξενοφώντας μας πληροφορεί ότι δημιουργήθηκε στον αέρα θόρυβος μεταξύ των δικαστών που εξελίχθηκε σε φθόνο κατά του Σωκράτη λόγω ότι έλεγε πράγματα που δεν τους άρεσαν, πράγμα που σημαίνει ότι ο Σωκράτης ̈χτύπαγε ̈ τον εγωισμό τους.

Με την γνωστή λογική του ο Σωκράτης αντικρούει όλα τα σαθρά επιχειρήματα που οι εχθροί προσπάθησαν να στηρίξουν κατηγορίες. Μια από όλες τις κατηγορίες ήταν ότι έπαιρνε χρήματα για να διδάξει, όμως ο Σωκράτης είπε ότι μεγαλύτερη απόδειξη ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει είναι η φτώχεια του, άλλωστε κανείς δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας να πει ότι πλήρωσε την Σωκράτη.

Ο Σωκράτης λέει στο δικαστήριο ότι ο Χαιρεφών πήγε στους Δελφούς και ρώτησε την Πυθία ποιος είναι ο σοφότερος όλων, και η Πυθία είπε ̈ανδρών πάντων Σωκράτης σοφότερος ̈, και προς επιβεβαίωση έφερε ως μάρτυρα τον αδερφό του Χαιρέφωνα, Χαιρεκράτη διότι ο Χαιρεφών είχε πεθάνει ήδη.

Ο χρησμός αυτός των Δελφών, δεν έπεισε τον Σωκράτη ότι ίσχυε, και αναζήτησε να βρει τους λόγους για τους οποίους ελέχθη, εφόσον ήξερε ότι έλειπαν αρκετές γνὠσεις απο την βιβλιοθήκη του μυαλού του για να ονομαστεί σοφός. Στην πορεία όμως, συζήτησε με πολλούς που έλεγαν ότι ήταν σοφοί, και με την γνωστή μέθοδο τους απεδείκνυε ότι δεν ήταν. Τότε αντιλήφτηκε τον λόγο για τον οποίο η Πυθία τον αποκάλεσε σοφότερο όλων, τον αποκάλεσε διότι είχε επίγνωση της αγνοίας του, δηλαδή το περίφημο ̈εν οίδα, ουδέν οίδα ̈ οπότε είχε μια σωστή εκκίνηση για την εξέλιξη των γνώσεων του. Κάτι που σήμερα θα μας ήταν πολύ χρησιμότερο, εφόσον δεν ξεκινήσαμε από το μηδέν όπως ο Σωκράτης, αλλά από το -100 με τα ψέματα που μας μαθαίνουν εκεί στην σπηλιά που γεννηθήκαμε... Το σωστό λοιπόν, αν θέλουμε να βγούμε από την σπηλιά (Πολιτεία Πλάτωνος βιβλίο 4ο) είναι να σβήσουμε από το μυαλό μας ότι ξέρουμε και να ξεκινήσουμε από την αρχή να χτίσουμε την γνώση για να αναζητήσουμε την πραγματικότητα με βάσει την Σωκρατική διδασκαλία.
Πίσω στο δικαστήριο τώρα, γύρω από το όνομα του Σωκράτη είχε υπάρξει μια διαβαλλόμενη δυσφήμιση η οποία ήταν δύσκολο να αλλάξει μέσα σε 6 ώρες, Οι δικαστές δεν είχαν την ευκαιρία να δουν πίσω από τα λόγια αν οι πράξεις ήταν ανάλογες. Σε αυτή την δυσφήμιση ρόλο είχαν παίξει διάφοροι κωμικοί ποιητές όπως ο Αριστοφάνης, όπου στο έργο ̈Νεφέλες ̈ πάνω στην διακωμώδηση είχε αναφερθεί ότι ο Σωκράτης ̈έτερα δε καινά δαιμόνια εισηγούμενος ̈ και ότι ̈αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων ̈ δηλαδή αυτά που επικαλέσθηκαν οι τρείς κατήγοροι στο δικαστήριο 30 χρόνια αργότερα από το θεατρικό έργο. Στο δικαστήριο ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να κάνει ερωτήσεις στους κατήγορους του, έτσι ο Μέλητος κατατροπώθηκε πολλές φορές και παρέμεινε σιωπηλός μην έχοντας κάτι να πει.

Ο Σωκράτης στην συνέχεια προκαλεί τον θόρυβο των δικαστών λέγοντας τους ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τρόπο ζωής έστω και αν μέλλει να πεθάνει πολλές φορές, και στην συνέχεια τους λέει να μην θορυβούν και να τον ακούσουν με προσοχή διότι θα ωφεληθούν. Εκεί λέει και το ιστορικό ότι είναι σαν αλογόμυγα που προσπαθεί να ξυπνήσει το δυνατό αλλά νωθρό άλογο που είναι η Αθήνα, και ότι δεν θα βρουν άλλον σαν αυτόν. Μετά τους λέει ότι για χάρη τους παραμέλησε την οικογένεια του και σαν πατέρας ή μεγάλος αδελφός προσπαθεί να πείσει τους αγαπητούς του Αθηναίους να φροντίσουν για την αρετή. Είπε επίσης ότι δεν ασχολήθηκε με την πολιτική διότι δεν τον άφησε το δαιμόνιο (θεότητα που τον συμβούλευε), και ορθώς, διότι αν μετείχε στα κοινά προ πολλού θα ήταν κατεστραμμένος ηθικά και δεν θα μπορούσε να ωφελήσει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους. Οι δικαστές για μια ακόμη φορά οργίζονται. Ο Σωκράτης κρίνεται ένοχος με 281 κατά και 220 υπέρ, οπότε και ξεκινά το δεύτερο μέρος της διαδικασίας. Καλείται λοιπόν ο Μέλητος για να δώσει εκ νέου την προτεινόμενη τιμωρία. Και πάλι χωρίς ίχνος ηθικού σθένους ενώ θα μπορούσε να προτείνει ελαφρότερη τιμωρία, προτείνει θάνατο. Τότε οι δικαστές ως όριζε ο νόμος, ζητούν από τον Σωκράτη να προτείνει την τιμωρία που ο ίδιος νομίζει ότι του αξίζει...
Ο Σωκράτης τους λέει ότι σε έναν άνθρωπο που προσπαθούσε μια ζωή να κάνει τους Αθηναίους ηθικότερους, το μόνο που του αξίζει είναι να σιτίζεται δωρεάν από το Πρυτανείο, όπως οι φιλοξενούμενοι του κράτους, οι ευεργέτες, οι Ολυμπιονίκες, οι Στρατηγοί κτλ. ΟΙ δικαστές εξεγείρονται για ακόμα μια φορά. Οι μαθητές και φίλοι του Πλάτων, Κρίτων, Κριτόβουλος, Απολλόδωρος παρακαλούν τον Σωκράτη να ορίσει ένα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό το οποίο θα διέθεταν εκείνοι αντ αυτού, τότε ο Σωκράτης ορίζει τις τριάκοντα μνες. Το δικαστήριο με διαφορά 80 ψήφων κατά, καταδικάζει τον Σωκράτη εις θάνατον. Η διαδικασία επερατώθη, ο Σωκράτης τους λέει ότι έτσι και αλλιώς ο φυσικός θάνατος δεν είναι μακριά οπότε θα μπορούσαν να περιμένουν. Τα αρμόδια όργανα παραλαμβάνουν τον Σωκράτη, απευθυνόμενος στους δικαστές λέει: ̈Έφτασε λοιπόν η ώρα για να απέλθωμεν, εγώ μεν για να αποθάνω, εσείς δε για να ζήσετε. Ποιός όμως από τους δυο πηγαίνει σε καλλίτερο μέρος μόνον ο Θεός γνωρίζει.


Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Η ιστοσελίδα μας δημιουργήθηκε το 2008.
Δείτε τους συντελεστές και την ταυτότητα της προσπάθειας. Επικοινωνήστε μαζί μας εδώ .

κανένα σχόλιο

Leave a Reply