Ο διαχρονικός λαϊκός Έλληνας ήρωας Καραγκιόζης και η τέχνη του ελληνικού θεάτρου σκιών (σχετικά κείμενα, βίντεο παραστάσεων και μουσικών του μπερντέ)






 Ο    Κ Α Ρ Α Γ Κ Ι Ο Ζ Η Σ
ΚΑΙ   ΤΟ   ΘΕΑΤΡΟ   ΣΚΙΩΝ


   Ο Καραγκιόζης είναι το αρχαιότερο Ελληνι­κό θέατρο. Τον καιρό της Επαναστάσεως εχρησί­μευε ως τόπος συγκεντρώσεως και συνεννοήσεως των αρχηγών της Επαναστάσεως. Ανύποπτοι οι Τούρκοι δεν ημπορούσαν να φαντασθούν πως μέσα σ’ αυτό το θεατράκι καταστρονόντουσαν σχέδια επί σχεδίων. Τα τελευταία αυτά χρόνια έχει εξελιχθεί πάρα πολύ. Εμείς οι νεώτεροι καραγκιοζοπαίκτες εβρήκαμε τον Καραγκιόζη σε νηπιώδη κατάσταση.
Σκοπός αυτού του θεάτρου δεν είναι να ευχαρι­στήση μόνον το θεατή προσωρινά και να τον κάνη να γελάση, αλλά να του ριζώση πιο βαθειά το αί­σθημα της οικογένειας, του πατριωτισμού και της θρησκείας.
Γενικά δε την συναίσθησιν των καθηκόντων που έχει κάθε πολίτης απέναντι της κοινωνίας και απέ­ναντι του εαυτού του.
Σε κάθε παράσταση βρίσκει ο θεατής διδάγματα ωφελιμώτατα, η κοινωνία ολόκληρη ζωντανεύει επάνω στη σκηνή.
Κάθε πρόσωπο της σκηνής των σκιών αντιπροσωπεύει και από ένα τύπο ανθρώπων που ζουν και κινούνται τριγύρω μας.






Ο Καραγκιόζης. Είναι τέλειος τύπος ανθρώπου του λαού. Το πρώτο πρόσωπο της σκηνής των σκιών. Ευφυολόγος, τραγουδιστής, καλόκαρδος, πατριώτης, πολιτικός. Ετυμολόγος, ερωτόληπτος ωραιομανής, ενώ είναι άσχημος σε αφάνταστο βαθμό. Πότε είναι πλούσιος, πότε φτωχός, πότε κάνει τον κουτό, πότε τον παληκαρά. Άλλοτε η μεγάλη του εξυπνάδα τον οδηγεί στην τρέλλα, πότε είναι αφελής, άλλοτε εί­ναι απατεώνας και άλλοτε προστατεύει τους αδυ­νάτους φτάνοντας μέχρι θυσίας. Όπου θέλεις τον βρίσκεις: στο Σαράι, στην αγορά, στα λημέρια των υπερασπιστών της Πατρίδος, στα σαλόνια, στα λημέρια των ληστών, στο δρόμο, στα μοναστήρια. Γί­νεται Πασσάς, Σουλτάνος, Ναύαρχος, Στρατηγός, Πρωτοπαλήκαρο, Δικηγόρος, Γιατρός, Υπηρέτης, Μάγερας, Διπλωμάτης.
 
Πρώτος στις μάχες, στο ξύλο, στον έρωτα. Πρώ­τος στη φυλακή, πρώτος στην πολιτική, πρώτος στο ζήτω, πρώτος στο γιούχα. Είναι με όλα τα κόμμα­τα, με όλους τους δημάρχους, με όλους τους βουλευτάς, με όλους τους υπουργούς. Πότε αντιπολι­τευόμενος και άλλοτε συμπολιτευόμενος.
Μα παρ’ όλα τα επαγγέλματα που αλλάζει ποτέ δεν είναι χορτάτος, πάντοτε πεινασμένος. Κά­ποτε που ήθελαν να τον κάνουν Σουλτάνο, ρώτησε : «Οι Σουλτάνοι τρώνε;» Είναι ο τέλειος τύπος, του Ρωμιού.




Ο Καραγκιόζης: Είναι ο ιδανικός τύπος του φτωχού Έλληνα, του τόσο φτωχού που έχει πια απαρνηθεί κάθε ιδιωτική φροντίδα κι έχει εξυψωθεί σε εύθυμη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής. Είναι αγαθός, σκληρός καμμιά φορά στ'αστεία του, αλλά καλόκαρδος στο βάθος. Γεμάτος τεμπελιά και αισιοδοξία, αλλά και γεμάτος διάθεση ν'ανακατεύεται σε όλα. Τον ενδιαφέρει κάθε τι που γίνεται γύρω του, όλους τους πειράζει και τους κοροϊδεύει και προ πάντων τον ίδιο τον εαυτό του. Το χέρι του είναι εξαιρετικά ευκίνητο και υπερβολικά μακρύ, για σκηνικούς λόγους, για να μπορεί να ξύνει την πλάτη του και το κεφάλι του ή για να χειρονομεί. Επίσης έχει συμβολική σημασία γιατί εκπροσωπεί το έξυπνο πνεύμα του. Καρπαζώνει προθυμότατα, δέρνει αλλά και δέρνεται. Είναι ευφυολόγος, ετοιμόλογος και αστείος, ποτέ όμως γελοίος. Δεν είναι ταπεινός, ούτε όταν δέρνεται. Το δέχεται κι αυτό σαν μια κακοτυχία του και σαν συνέπεια της κακοκεφαλιάς του, με την ίδια εύθυμη εγκαρτέρηση και το ίδιο ειρωνικό του κέφι. 


 

Ο Κολυτήρης. Γυιός του Καραγκιόζη είναι το αποτύπωμα του πατέρα του. Ο Καραγκιόζης τον διδάσκει πως να κλέβη και τι κατεργαριές να κάνη.
Ο Μπάρμπα Γιώργος. Είναι ο τέλειος τύπος του βουνήσιου χωριάτη, του Ρουμελιώτη. Άνθρωπος δυνατός, τίμιος, ηθικός, πολύ αγαθού χαρακτήρος. Του αρέσει το τζάμπα και έχει μεγάλη μανία να παντρευτή. Ο Καραγκόζης γνωρίζοντας ολ’ αυτά τον μαλώνει πολλές φορές εκμεταλλευόμενος την αγαθότητά του. Επίσης είναι μεγάλος πατριώτης.
Ο Χατζηαβάτης. Είναι από τα δρώντα κυ­ρίως πρόσωπα της σκηνής των σκιών. Είναι η πόρτα των Παραστάσεων. Τύπος αδυνάτου χαρακτήρος, δειλός στο άκρον. Πονηρός σε αφάνταστο βαθμό. Κόλαξ όσο λίγοι. Κάνει τον μισοκακόμοιρο ενώ τα αντιλαμβάνεται όλα. Παρασύρει πολλές φο­ρές τον Καραγκιόζη σε διάφορες βρωμοδουλιές. Είναι δε αχώριστος με αυτόν.
Ο Σιορ Διονύσιος.  Ζακυθινός από παλιά αρ­χοντική οικογένεια ξεπεσμένη. Τύπος δανδή. Πάντοτε όμως αποτυγχάνει στους έρωτές του και τις περισ­σότερες φορές τρώει ξύλο. Επειδή είναι ομορφοντυμένος και με καλούς τρόπους ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης τον μεταχειρίζονται πολλές φορές σα δόλωμα σε διάφορες κατεργαριές.
Ο Πεπονιάς. Είναι πασάς. Ενώ είναι δειλός κάνει το παληκάρι και ενώ είναι κουτός κάνει τον έξυπνο. Εν μέρει αγαθού χαρακτήρος. Φαγάς, φα­φλατάς και εγωιστής εις το έπακρον.
Ο Σταυράκης. Κουτσαβάκης ψευτοπαληκαράς, σερέτης τύπος ψειριώτη της παλιάς Αθήνας με ευγενικούς τρόπους. Ενώ είναι άψιλος κάνει τον παραλή. Ποτέ δεν εννοεί να υποχωρήση αν και πάντοτε τρώει ξύλο της χρονιάς του. Ακολουθείται πάντοτε από έναν υπασπιστή, το Νώντα.
Ο Νώντας είναι ένας αγριόμαγκας. Χοντροκοπιά. Αγράμματος τελείως θέλει να κάνει τον εγ­γράμματο και διαρκώς φαλτσέρνει. Μάγκας της παλιάς αγοράς. Ενώ ανοίγει τον καυγά φεύγει πρώτος, θαυμάζει το Σταυράκη που είναι αρχηγός μιας μεγάλης παρέας που την αποτελούν ο Κρε­μανταλάς, ο Σπάγκος, ο Καταχιάς, ο Καραχάλιος, ο Σπανέτος, όλοι δευτερεύοντα πρόσωπα.
Ο Εβραίος Ιακώβ. Τέλειος τύπος Εβραίου. Ευγενής, καλοκάγαθος. Κουβαρντάς, εν μέρει διπλωμάτης και γενικά άνθρωπος του συμφέροντος.
Ο Καϊκές. Γεροντάκος, βραδύγλωσσος. Πα­λαιός καθηγητής των ελληνικών, του αρέσει να κάνη παρέα με τους κουτσαβάκηδες. Είναι το πα­ράσιτο της παρέας, όλοι τον βρίζουν όταν αρχίζει την εκνευριστική κουβέντα του.
Ο Ομορφονιός. Το αντίθετο του ονόματος του. Άσχημος με τεράστιο κεφάλι και μύτη. Είναι μικρόσωμος με κοντά πόδια. Έχει την ιδέα ότι είναι ωραίος και κοροϊδεύει τους άσχημους.
Ο Βελη Γκέκας. Δερβέναγας. Είναι ο παληκαράς του Σαραγιού ή μάλλον ο εκτελεστής του νόμου. Ενώ πολλές φορές κακομεταχειρίζεται τον Καραγκιόζη κατά βάθος τον φοβάται για την πο­νηριά του. Μόνο ο Μπάρμπα Γιώργος τα βάζει με το Βελή Γκέκα και πολλές φορές τον δέρνει.
Αυτά είναι τα κυριώτερα πρόσωπα της σκηνής των σκιών.
Μα υπάρχουν και πολλά άλλα, όπως ο Βεζύρης ο αντιπρόσωπος της εξουσίας, άλλοτε τυραν­νικός και άλλοτε καλός για τους υπηκόους του. Οι Πασάδες, οι Μπέηδες. Οι αμαρτωλοί και κλέφ­τες παρμένοι από πρόσωπα που έζησαν και έδρα­σαν πριν ή και κατά την Ελληνικήν Επανάσταση, πρόσωπα ευγενικά που δεν λογαριάζουν το θά­νατο για το κοινό συμφέρον που μάχονται, για τους άοπλους αδελφούς τους. Ηρωικές Ελληνίδες που πολεμούν κι αυτές.
Μετά έρχονται διάφοροι άλλοι τύποι χωρικών και ανθρώπων των πόλεων. Αγάδες, Αλβανοί στρα­τιώτες, αξιωματούχοι διαφόρων εθνών.
Αυτά τα άψυχα δέρματα κάθε βράδυ παίρνουν ζωή μπρος στο άσπρο πανί.
Ο Καραγκιόζης πρέπει να έχη μεγάλο ταλέντο. Πρέπει τον Καραγκιόζη να τον έχη μες στην ψυχή του και να έχη εγκολπωθεί τις παραστάσεις για να μπορέση να τις μεταδώση στον κόσμο. Ο παί­κτης πρέπει νάναι ετυμόλογος και τέλειος μιμη­τής φωνών. Επίσης πρέπει νάχη μελετήσει καλά την κοινωνία. Συγκεντρώνοντας όλ’ αυτά τα προ­σόντα δεν μπορεί παρά να είναι ένας μεγάλος καλ­λιτέχνης.



Γιατί ο Καραγκιόζης είναι το αντιπροσωπευ­τικότερο θέατρο της Ελλάδος χωρίς καμμιά ξένη επίδραση. Γι’ αυτό παρακολουθείται από όλες τις κοινωνικές τάξεις και μάλιστα από ανθρώπους των γραμμάτων και από σοφούς ξένους, οι οποίοι εκ­φράζονται με ειλικρινή ενθουσιασμό γι' αυτόν. Στο θέατρό μου έχουν έρθει πολλές φορές Βασιλείς, Πρεσβευταί και αντιπρόσωποι ξένων κρατών. Έχω δε παραστήσει σε διάφορες πρεσβείες και στα μεγάλα θέατρα των Αθηνών.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΟΛΛΑΣ




Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ
Oι θρύλοι του Καραγκιόζη είναι πολλοί και διά­φοροι στην Ελλάδα και όσο για τους καραγκιοζοπαίκτες αυτοί δίνουν μεγάλη σημασία στο να λένε ότι ο Καραγκιόζης έζησε πραγματικά, γιατί αλλοιώτικα όλο το θέατρό τους θα κρημνισθή σαν χάρτι­νος πύργος. Στα χρόνια των Δουκάτων στην πόλι Σεβρί Χισάρ της Προύσης της Μικρασίας ο Δούκας ήθελε να κτίση ένα απέραντο παλάτι.
Ο εργοδηγός ο και ευνοούμενος του Δούκα, ο οποίος ονομάζετο Χατζηαβάτης, άρχισε το έργο και προσέλαβε όλους τους απαιτουμένους εργάτες.
Κατά την τρίτη εβδο­μάδα πήρε κι’ έναν κτίστη άσχημον με μορφήν πι­θήκου και με μεγάλη ευστροφία και πνεύματος και ο οποίος με την μεγάλη του ευγλωττία δεν άφηνε τους εργάτας να δουλεύουν, μέχρι του σημείου ώστε όταν ενύκτωνε να ανάβουν τα φώτα για να τον βλέ­πουν και να τον ρωτάνε.
Αυτός ο κτίστης ονομά­ζετο Κάρα-Γικιός.
Αυτή η κατάστασις εβάσταξε μία εβδομάδα. Ο Δούκας κάθε Παρασκευή επιθεωρούσε το κτίριο. Και αφού το επιθεώρησε είδε πως δεν προχωρούσε η δουλειά. Κάλεσε λοιπόν τότε τον ευνοούμενόν του εργολάβον και τον ερώτησε γιατί δεν προχωρούσε η δουλειά. Τότε ο εργοδηγός του είπε ότι υπήρχε ένας κτίστης ονομαζόμενος Κάρα-Γκιός που με τα τόσα του ωραία αστεία απασχολούσε τους εργάτας και δεν τους άφηνε να εργασθούν.
Εθύμωσε τότε πολύ ο Δούκας και διέταξε αμέσως να τον σκοτώσουν και τον σκότωσαν.
Μετά τον θάνατον του Καραγκιόζη ετελείωσε το κτίριον και αφού ετελείωσε το κτίριον, ένας άλ­λος βασιλεύς κήρυξε τον πόλεμο κατά του Δούκα. Ο Δούκας έχασε τον πόλεμο και υποχρεώθηκε να πληρώση ένα μεγάλο ποσόν και είχε γίνει σκεπτι­κός και μελαγχολικός.
Τότε ο ευνοούμενός του Χατζηαβάτης του λέγει: «Αν άφηνες να ζήση ο Καρα­γκιόζης με τα αστεία του είμαι βέβαιος πως θα σε έκανε να γελάσης». Ο δε Δούκας του λέγει: «Εσύ που τον παρακολούθησες τόσον καιρό δεν μπορείς να μου τον αναπαραστήσης;». Τότε ο Χατζηαβάτης έφτιαξε από χαρτόνι το ομοίωμα του Καραγκιόζη, το δικό του και των άλλων εργατών. Και αφού πήρε λευκό πανί και έβαλε φώτα από μέσα και κάρφωσε τα χαρτόνια σε ξυλάκια, έβλεπε κανείς τις σκιές κυττάζοντας από την άλλη μεριά του πανιού.
Πραγματικά τα έλεγε τόσο έξυπνα ο Χατζηαβάτης που ο Δου­κάς γέλασε και μετάνοιωσε για τον θάνατο του Κα­ραγκιόζη και προς τιμήν του έκαμε ένα μεγάλο μνήμα και μέσα έβαλε τα οστά του καραγκιόζη τα οποία υπάρχουν και σήμερα στο Σεβρί- Χισάρ. Ο δε Χατζηαβάτης άμα είδε την επιτυχία του άρχισε να κάνη τουρνέ σ’ όλη την επαρχία και τότε διεδόθη η τέχνη του αυτή και πολλοί Τούρκοι την έμαθαν μαζί με αυτούς δε και ο Ναζίμ Βέης που διακρίθηκε σαν καλλίτερός τους και απέθανε δοξασμένος στα 1820.


Απόσπασμα από το βιβλίο:
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ όπως τάμαθε από τους Καραγκιοζοπαίχτες και πρώτα από τον Παντελή Μελίδη ο ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΪΜΗΣ με κείμενο ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΟΛΛΑ καραγκιοζοπαίχτη και με ξυλογραφίες από ζουγραφιές του καραγκιοζοπαίχτη Αθανασίου Δεδούσαρου του LAUS VRIESLANDER, ΑΘΗΝΑ 1937. Τυπωμένο στο  τυπογραφείο του «Κύκλου», οδός Δαιδάλου 26

ΠΗΓΗ: http://www.egolpion.com/karagiozis.el.aspx#ixzz2mXXyQGwd





Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Η ιστοσελίδα μας δημιουργήθηκε το 2008.
Δείτε τους συντελεστές και την ταυτότητα της προσπάθειας. Επικοινωνήστε μαζί μας εδώ .

κανένα σχόλιο

Leave a Reply