Περικόπτοντας το Σύνταγμα

Του Αλέξανδρου Ντάσκα

Ένα από τα μεγαλύτερα (άψυχα) θύματα της οικονομικής κρίσης της Ελλάδας είναι αναμφίβολα το Σύνταγμά της. Υποβαθμισμένο τόσο το ίδιο, όσο και ο πολιτισμός που κομίζει στη συνείδηση μεγάλου τμήματος του κόσμου, απαξιώνεται διαρκώς βαθύτερα από τα μέτρα κατάφωρης παραβίασής του, ενώ τα δικαστήρια και ο επιστημονικός και πνευματικός κόσμος της χώρας σποραδικές μόνο φωνές διαμαρτυρίας υψώνουν. Το αποτέλεσμα είναι να μην ορθώνεται απαραβίαστο τείχος για τις συνταγματικές πρόνοιες, ενώ και η αντιπολιτευτική κριτική αγνοεί το Σύνταγμα ως θεσμικό οπλοστάσιο, προτιμά να ιδεολογικοποιεί τη σύγκρουση, περιχαρακώνοντας διεκδικήσεις που θα έπρεπε να αποτελούν κοινό κτήμα και τόπο.



   "Και τη σάρκα μου στα δυό μοιράζοντας/και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας/έφυγαν./"Γι ' αυτούς, είπαν, ο καπνός της θυσίας,/και για μας της φήμης ο καπνός,/αμήν."Πέρα από τον τρόπο υπερψήφισης των Μνημονίων παρατηρείται σειρά παραβιάσεων σε διάφορα άρθρα του Συντάγματος, καθώς το πολιτικό σύστημα επέλεξε να το θυσιάσει αντί να αυτοθυσιαστεί το ίδιο. Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία κατ’ άρθρο 17 Σ. παρ. 1 παραβιάστηκε ολοφάνερα από πληθώρα διατάξεων, αλλά χωρίς αμφιβολία από την περικοπή των συνταξιοδοτικών αποδοχών που οι ίδιοι οι ασφαλισμένοι κάλυπταν με τις εισφορές τους. Ανάλογες παραβιάσεις μπορεί να εντοπίσει κανείς σε άρθρα ως προς την αναλογικότητα της συμβολής στα δημόσια βάρη (η οριζόντια και άσχετη με τις συγκεκριμένες υποκειμενικές δυνατότητες του πολίτη φορολογία και κατακρεούργηση εισοδημάτων), η ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου (όταν με πλήθος εξαιρετικών διατάξεων δημιουργούνται αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις, χωρίς αντικειμενικά ερείσματα, μεταξύ κατηγοριών των πολιτών). Σε αυτά θα μπορούσαν να προστεθούν πολλά ακόμα. Αξίζει όμως να σημειωθεί ιδιαίτερα η διάταξη του αρ. 23 παρ. 1 του Συντάγματος, όπου η αρχή του κοινωνικού κράτους, ως εγγύηση ενός ελάχιστου βιοτικού επιπέδου και η προσβολή της μόνο εντός των πλαισίων της συνταγματικής επιταγής της αναλογικότητας αποδεικνύεται θρυμματισμένη από μέτρα που όχι μόνο δε διασφαλίζουν αυτό το βιοτικό επίπεδο, αλλά επιτίθενται ευθέως με κρατικές πράξεις εναντίον του (π.χ. κατάργηση αφορολογήτου).


    Όλες αυτές οι πρωτοφανείς κακουργίες εναντίον του Συντάγματος επιχειρούνται να νομιμοποιηθούν μέσα από την επικληση λόγων του επείγοντος, του έκτακτου της ανάγκης και του υπερτατου νόμου διάσωσης της Πολιτείας. Πέρα όμως από το γεγονός ότι το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει επακριβώς τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για την κήρυξη έκτακτης ανάγκης ή κατάστασης πολιορκίας, η raison d’ etat δεν αρμόζει σε δημοκρατικά καθεστώτα. Ιστορικά, κάθε αυταρχικό καθεστώς εμφάνισε τον εαυτό του σαν γέννημα των εκτάκτων συνθηκών. Η αλήθεια όμως είναι ότι η δημοκρατία δεν υφίσταται μόνο στη λιακάδα και στη σχόλη. Υφίσταται προπάντων στους καιρούς της δυσκολίας, όταν η κατανομή των θυσιών πρέπει να γίνεται με την συναίνεση του κοινωνικού σώματος.


   Επιπλέον, τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα δεν εφαρμόζονται a la carte. Αντιθέτως, έχουν έναν απαραβίαστο πυρήνα, ισχύουν πάντοτε, έναντι όλων και προπάντων εναντίον του κράτους που αποτελεί ιστορικά και διαχρονικά τον κύριο φορέα παραβίασής τους. Αντί όμως να προστατευθούν αυτές οι βασικές κατοχυρώσεις για την ειρηνευμένη ζωή ενός ελεύθερου, δημοκρατικού λαού, το πολιτικό σύστημα τηρεί με θρησκευτική ευλάβεια μόνο εκείνες τις διατάξεις που του εξασφαλίζουν προνομίες και διαδικαστικές ασυλίες από τις εις βάρος του έρευνες. Ένα Σύνταγμα de facto δύο ταχυτήτων, ένα αυστηρό και συμπαγές για την άρχουσα τάξη των οικονομικά ισχυρών και της πολιτικής τάξης, που οχυρωμένη πίσω του επιδεικνύει ενίοτε μία εκβαρβαρισμένη αντίληψη περί αρρενωπότητας, και ένα εύπλαστο έως διερρηγμένο για τη μεγάλη πλειοψηφία, στο όνομα της ικανοποίησης των δανειστών. Αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι, ακόμη και εάν ζητηθεί από την Τρόικα η θυσία παιδιών στον βωμό του Μολώχ, κάποιοι θα βρεθούν να δικαιολογήσουν την αξίωσή της, κάποιοι θα ανακαλύψουν τη raison d’ etat της υπόθεσης και τα συγκριτικά κοινωνικά οφέλη από τον ενδοτισμό.


   Η κοινωνία έσπασε στα δύο, όχι από τη σκληρότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης, όπως οι απολογητές του κυβερνητισμού ισχυρίζονται, αλλά επειδή τις δύο αντιπαρατιθέμενες κοινωνικές τάξεις περιμένουν με πρωτοβουλία της μίας, διαμετρικά αντίθετες μοίρες. Θα ήταν οπωσδήποτε βολικό για τους άρχοντες, ημεδαπούς και αλλοδαπούς, να διάγουμε ως κοινωνία εν ησυχία την σύντομη διαδρομή μέχρι το σφαγείο. Αυτό όμως είναι ασυμβίβαστο με τη μοίρα που μας επεφύλαξαν.  «Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο/κι η τριπλά εργασμένη προδοσία.”

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply