Πώς το πρόβλημα του δημοσίου χρέους μπορεί να γίνει λύση για την ανάπτυξη

του Αθανασίου Θεοδωράκη, πολιτικού επιστήμονα,


πρώην Αν. Γενικού Διευθυντή της Ευρωπ. Επιτροπής για θέματα διεθνούς ανάπτυξης


Όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, παρά το σημαντικό «κούρεμα»  που υπέστη μέσω της επιχείρησης του  PSI, δεν είναι βιώσιμο. Ο συνυπολογισμός της ετήσιας ύφεσης για την τετραετία 2009-2012 και οι προβλέψεις για την επόμενη περίοδο 2013-2015 αφαιρούν  κάθε επιχείρημα για την «ορθή»  σχέση χρέους/ΑΕΠ.  Συνεπώς χωρίς να περιμένουμε το μακρινό 2020 πρέπει από τώρα να τεθεί το θέμα του τρόπου αντιμετώπισης του δυσβάστακτου χρέους. Αν τα δάνεια και τα έσοδα χρησιμοποιούνται για εξόφληση των οφειλών και μόνο, δεν υπάρχει λύση. Χωρίς ανάπτυξη, χωρίς παραγωγή, χωρίς νέες θέσεις εργασίας δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος. Κάθε χρόνο θα μιλούμε για νέο πακέτο διάσωσης κι αυτό δεν μπορεί να συνεχισθεί. Δεν συμφέρει κανέναν και κυρίως τη χώρα μας.



Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα σε μια ρεαλιστική βάση. Το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, με τη νέα δανειακή σύμβαση το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 170% του ΑΕΠ, όλες οι αναλύσεις και οι αριθμοί το πιστοποιούν. Όμως, μετά το PSI, οι κάτοχοι των ομολόγων του ελληνικού χρέους είναι κυρίως δημόσιοι δανειστές κι αυτό αλλάζει τα δεδομένα : «Σε 280,292 δισ. ευρώ διαμορφώθηκε το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης στο τέλος Μαρτίου (2012) μετά το PSI, έναντι 367,978 δισ. ευρώ στο τέλος του 2011, σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μετά το κούρεμα, δηλαδή το 76,7%, είναι χρέος προς τον ευρωπαϊκό προσωρινό μηχανισμό στήριξης EFSF» βλ. http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231196884


Ο ιδιωτικός τομέας, εκών ή άκων, συμμετείχε και πλήρωσε. Πρέπει χωρίς ταμπού να δούμε τώρα τις πτυχές που αφορούν τη συμμετοχή του δημοσίου τομέα: ομόλογα, τοκοχρεολύσια, δάνεια της ΕΕ και των κρατών-μελών της. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα δανείστηκε, και μάλιστα στην αρχή της κρίσης με υψηλά επιτόκια και οι εταίροι μας κερδίζουν σημαντικά ποσά λόγω  της διαφοράς των επιτοκίων  δανεισμού. Σήμερα τα δάνεια της τρόϊκας κατατίθενται  σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδας και εξυπηρετούν κυρίως την αποπληρωμή των ομολόγων που λήγουν.Τα κεφάλαια αυτά δεν μένουν στη χώρα μας, δεν επενδύονται.  Δεν είναι συνεπώς αποδοτικό, ούτε για την Ελλάδα ούτε και για την ΕΕ, να  συνεχισθεί αυτή η πολιτική. Πρέπει τώρα να προωθήσουμε  μια άλλη προσέγγιση,  όχι απλά ενός νέου κουρέματος, αλλά πλήρους μετατροπής  του ελληνικού χρέους σε  αναπτυξιακά κεφάλαια. Χρειάζεται μια  διαφορετική λογική  και βεβαίως  ισχυρή πολιτική απόφαση.


Αν δεχθούμε αυτή τη λογική λογική τότε θα πρέπει, τηρουμένων των αναλογιών, να εξετάσουμε την υπάρχουσα διεθνή εμπειρία. Σε διμερές επίπεδο πολλά κράτη έχουν προβεί σε διαγραφή,  μέρους ή του συνόλου του χρέους των φτωχών, αναπτυσσομένων χωρών. Βλ. εν προκειμένω την ιταλική εμπειρία στην Αίγυπτο  για χρέος ύψους 149 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ, http://www.utlcairo.org/english/progetti/progetti/16_debtswap_main.html.


 Επίσης σε πολυμερές επίπεδο διεθνείς οργανισμοί έχουν προβεί σε διαγραφή χρέους των φτωχών χωρών, μέσα από ειδικά προγράμματα (π.χ. πρωτοβουλία HIPC με συμμετοχή κυρίως ΔΝΤ, ΕΕ, Παγκόσμιας Τράπεζας, βλ.  http://web.worldbank.org). Η σχετική βιβλιογραφία είναι σημαντική και τα επιστημονικά άρθρα είναι γνωστά (βλ. ενδεικτικά, Debt-for-development Exchanges: An Innovative Response to the Global Financial Crisis, by Ross P Buckley, UniversityofNewSouthWales, http://law.bepress.com/cgi/viewcontent.cgi?article=1211&context=unswwps). Η Παγκόσμια Τράπεζα συμμετέχει επίσης σε αντίστοιχες πολιτικές μέσα απότ ις πρωτοβουλίες HIPC και MDRI, βλ. http://web.worldbank.org/WBSITE/EXTERNAL/NEWS/0%2c%2ccontentMDK%3a20040942~menuPK%3a34480~pagePK%3a34370~theSitePK%3a4607%2c00.html


H απόφαση της διεθνούς κοινότητας να διαγράψει τα χρέη των φτωχών χωρών, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και στάδια, επέτρεψε σε αρκετές από τις λιγώτερο αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη να επωφεληθούν και να ελαφρύνουν τα υπέρογκα χρέη τους, να στηρίξουν την ανάπτυξη, να ενισχύσουν τις κοινωνικές πολιτικές τους. Πέρα όμως από την διαγραφή του χρέους, υπάρχει  και μια άλλη δυνατότητα: να μετατραπούν τα ποσά των δανείων και ομολόγων που λήγουν σε αναπτυξιακά κεφάλαια. Ο σκοπός της επειχείρησης είναι να χρησιμοποιηθούν τα ποσά αυτά για την ανάπτυξη, κάτω από κοινή επίβλεψη και αυστηρό έλεγχο της χρήσης τους. Ετσι, αν μια χώρα έχει να αποπληρώσει συνολικά 10 δις ευρώ για ένα  οικονομικό έτος σε πιστωτές δημοσίου χαρακτήρα  το ποσό αυτό δεν καταβάλλεται στους πιστωτές, αλλά παραμένει στη χώρα και μετατρέπεται, μέσω ειδικού Ταμείου, σε αναπτυξιακά προγράμματα. (υγεία, εκπαίδευση, υποδομές, επενδύσεις, νέες τεχνολογίες, κοκ).


Το σχέδιο, γνωστό ως Χρέος για την Ανάπτυξη (Debt for Development) αποτελεί  συνήθη διεθνή πρακτική. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες-μέλη της ΕΕ, όπως π.χ. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κ.ά. αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχουν αντίστοιχη εμπειρία σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Το όφελος είναι πολλαπλό. Η οικονομία της χρεωμένης χώρας ανακάμπτει αφού τα κεφάλαια αυτά επενδύονται άμεσα, οι επιχειρήσεις εγχώριες ή ξένες υλοποιούν δράσεις, η εθνική παραγωγή ενισχύεται, η ανεργία υποχωρεί.  Μπορούμε συνεπώς να φανταστούμε σήμερα ένα αντίστοιχο πρόγραμμα και για σχετικά πλούσιες χώρες που βρίσκονται σε κρίση.  Η Ελλάδα δεν είναι φυσικά μια φτωχή χώρα, αλλά μια χώρα σε κρίση.  Αν ένα διεθνές πρόγραμμα ή μια ορθή πρακτική έχει καλά αποτελέσματα θα μπορούσε να  εφαρμοστεί και σε σχετικά πλούσιες χώρες που βρίσκονται σε αντικειμενική αδυναμία να πληρώσουν τα χρέη τους. Η διεθνοποίηση της κρίσης αλλάζει τα δεδομένα κι αυτό που προέχει είναι  να αποτρέψουμε την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και να περιορίσουμε παράλληλα τον κίνδυνο μετάδοσης της κρίσης στην ευρωζώνη και στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό θεωρητικά επιδιώκουν και διακηρύσσουν όλοι οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί.


Μια αντίστοιχη πρωτοβουλία θα μπορούσε να ονομαστεί «πρωτοβουλία  εναντίον της κρίσης»  («Ιnitiative Against Crisis, INAC).  Σε ένα τέτοιο  πρόγραμμα που αποτελεί OSI όλοι θα έχουν τον ρόλος τους: κράτη, επιχειρήσεις, ΣΔΙΤ, Τράπεζες και διεθνείς οργανισμοί, όλοι μπορούν να συνεργαστούν και να αποκομίσουν οφέλη δίνοντας μια ώθηση στην αναπτυξιακή προσπάθεια με σχέδιο, διαφάνεια και διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δράσεων. Ετσι, αν π.χ. η Ελλάδα έχει να αποπληρώσει 20 δις κάθε χρόνο σε δημόσιους πιστωτές και γνωρίζοντας ότι η πρόσβασή της στην αγορά είναι αδύνατη για τα επόμενα χρόνια, δεν μένει άλλη λύση πέρα από την μετατροπή του ποσού αυτού σε αναπτυξιακό πρόγραμμα. Η Ελλάδα και οι δημόσιοι δανειστές της θα συμφωνούσαν σε υλοποίηση αναπτυξιακών προγραμμάτων για την τόνωση της οικονομίας, την ανάκαμψη και την έξοδο από την κρίση με οργανωμένο τρόπο. Ετσι η Ελλάδα όχι μόνο δεν θα κάνει στάση πληρωμών, αλλά θα είναι μέτοχος σε ένα οργανωμένο διεθνές πρόγραμμα, που θα χρησιμοποιεί ένα «Ευρωπαϊκό Ταμείο για την Ανάπτυξη της Ελλάδας» στο οποίο θα κατατίθενται τα ποσά που προορίζονταν για αποπληρωμή των δημοσίων πιστωτών. Οι τελευταίοι και ειδικά τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα μπορούν να υποστηρίξουν ενώπιον των κοινοβουλίων και των πολιτών τους ότι δεν πρόκειται για απλή διαγραφή χρέους, αλλά για μετατροπή  του σε επενδυτικά σχέδια, στα οποία και οι εθνικές τους επιχειρήσεις καλούνται να συμμετάσχουν υπό καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού.


Οι αναπτυξιακές τράπεζες, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, η ΕΤΕ και άλλες δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες θα μπορούσαν να έχουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο διασφαλίζοντας, με την τεχνογνωσία τους,  την βιωσιμότητα των δράσεων. Το σχέδιο αυτό είναι εφαρμόσιμο και είναι ρεαλιστικό. Προϋποθέτει απλά την εκπόνηση ενός ελληνικού εθνικού σχεδίου δράσης με τομείς προτεραιότητας (υποδομές, αγρο-διατροφικό πλέγμα, εκπαίδευση, τοπική ανάπτυξη, κοκ με δημιουργία θέσεων εργασίας), πρόβλεψη των μέσων παρέμβασης και ικανό μηχανισμό παρακολούθησης της πορείας υλοποίησης των έργων. Προϋποθέτει επίσης την ύπαρξη ισχυρής πολιτικής βούλησης για τις χώρες της ΕΕ ειδικά τώρα που απαιτείται συνολική αντιμετώπιση της κρίσης στην  ευρωζώνη. Ετσι, πέρα από «τραπεζική ένωση», ευρωομόλογα κοκ μπορεί να δημιουργηθεί ένα πανίσχυρο εργαλείο κατά της κρίσης με αναπτυξιακό χαρακτήρα.  Είναι προτιμητέο, για ευνόητους λόγους, η επίλυση του προβλήματος εντός της ΕΕ, γι αυτό και αποκαλώ αυτό το ταμείο ευρωπαϊκό.


Αν οι διακηρύξεις για διάθεση επίλυσης της κρίσης είναι ειλικρινείς, ιδού η πρόκληση. Οι μεταρρυθμίσεις θα γίνουν και οι δεσμεύσεις θα τηρηθούν υπό τον όρο ότι υπάρχει διέξοδος. Μια διέξοδος αναπτυξιακής υφής, που δίνει προοπτική στη χώρα και θέτει το όλο πρόβλημα σε νέα βάση.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Θεόδωρος-Ορέστης Σκαπινάκης είναι Δικηγόρος Αθηνών, κάτοχος ΜΔΕ Πολιτικής Δικονομίας και ένας από τους συνδιαχειριστές των ιστοσελίδων ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ και LAWYERSVOICE .

κανένα σχόλιο

Leave a Reply