Eυρωεκλογές με απουσία oυσιαστικού διαλόγου και επαρκούς ενημέρωσης


















Του Ελευθέριου Δικαίου

Τί περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φτάσουν σήμερα.
(Κ.Π. Καβάφης «Περιμένοντας τους βαρβάρους», 1904)

Από τα κέντρα αποφάσεων των Βρυξελλών λαμβάνονται πλήθος κρίσιμων αποφάσεων για την Ελλάδα και τον Έλληνα πολίτη. Η ελληνική πολιτεία όμως και κατ’ επέκταση ο Έλληνας πολίτης μοιάζουν να διαδραματίζουν τυπικό και όχι ουσιαστικό ρόλο απέναντι στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Αυτό αντανακλάται αναπόφευκτα και στο γενικότερο κλίμα που κυριαρχεί στη χώρα μας ενόψει των ευρωεκλογών της 7ης Ιουνίου.
Σε μια εποχή που οι αρμοδιότητες και ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) μεγεθύνονται βαθμιαία, θα περίμενε κανείς ενόψει των επικείμενων ευρωεκλογών, την παροχή -στοιχειώδους έστω- ενημέρωσης και τη διεξαγωγή ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου σε σχέση τουλάχιστον με κεντρικά θέματα της ευρωπαϊκής πολιτικής που αφορούν τον πολίτη. Ωστόσο, ο μέσος Έλληνας πολίτης σε μεγάλο ποσοστό νιώθει εμπλεκόμενος σε ένα πολιτικό παιχνίδι προσχηματικού προεκλογικού διαλόγου με περιεχόμενο άσχετο με τα κυρίαρχα θέματα που πραγματικά απασχολούν τη σύγχρονη πολιτική σκηνή της Ε.Ε.
Είναι φανερό ότι σε μεγάλο βαθμό τα πολιτικά κόμματα, με τη συνδρομή πολλών ΜΜΕ, αλλά και εκμεταλλευόμενα την αδράνεια των απογοητευμένων πολιτών από την βαθιά κρίση αξιοπιστίας που μαστίζει το εγχώριο πολιτικό σύστημα , επιχειρούν να μεταφέρουν την προεκλογική συζήτηση σε ανούσια, ανώδυνα γι’ αυτούς ζητήματα με στόχο την ψηφοθηρία. Υποτιμώντας τη νοημοσύνη των πολιτών και μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής απάθειας, επιστρατεύουν οι κομματικοί μηχανισμοί κατά τη συνήθη πρακτική τους όλα τα δυνατά μέσα, προκειμένου να «πουλήσουν» στους ψηφοφόρους τον εαυτό τους ως αξιόπιστο και εκλεκτό αγοραίο προϊόν. Στην πραγματικότητα, γνωρίζουν πολύ καλά τα κόμματα ότι πόρρω απέχουν από μια τέτοια ποιότητα.
Οι ευρωεκλογές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τις κομματικές παρατάξεις, όχι τόσο γιατί αποτελούν ευκαιρία να αποτιμηθεί το έργο των Ελλήνων ευρωβουλευτών στην Ε.Ε., ούτε γιατί μέσω αυτών εκφράζεται η βούληση του λαού ως προς την άσκηση συγκεκριμένης πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τους αντιπροσώπους του ευρωβουλευτές, αλλά και ως προς την προώθηση στα όργανα της Ε.Ε. ολοκληρωμένων προτάσεων και στρατηγικών για την επίλυση καίριων ζητημάτων, που απασχολούν τη χώρα και την πολιτική της Ε.Ε. Οι ευρωεκλογές είναι σημαντικές για τους κομματικούς μηχανισμούς, κυρίως γιατί αποτελούν καταλυτικό προπομπό σφυγμομέτρησης των εκλογικών τους δυνάμεων ενόψει των καθοριστικών για τη νομή της εξουσίας εθνικών εκλογών. Αυτό καταδεικνύεται άλλωστε και από τις έκτακτες μαζικές προσλήψεις υπαλλήλων στο δημόσιο που είθισται να γίνονται τις παραμονές της προεκλογικής περιόδου. Το ίδιο ασφαλώς συνέβη και φέτος.
Είναι θλιβερό το γεγονός, ότι στη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία δεν γίνεται ουσιαστικός λόγος σχετικά με την αποτίμηση (θετική ή αρνητική) του έργου των Ελλήνων αντιπροσώπων στην Ε.Ε., ενώ η κατάθεση ολοκληρωμένων απόψεων, οι προτάσεις και οι στρατηγικές που προτίθεται να ακολουθήσει η χώρας σε σχέση με τα ευρωπαϊκά θέματα σπάνια έως καθόλου γίνονται αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Λες και όλα αυτά πρέπει να θεωρούνται δεδομένα για τον πολίτη. Λίγες ημέρες πριν τις ευρωεκλογές και οι αποσπασματικές, επιλεκτικές συζητήσεις που προβάλλονται στα ΜΜΕ αφορούν κυρίως την εγχώρια πολιτική, χωρίς αυτή να συνδέεται με τη θέση, τις δυνατότητες και τη συγκεκριμένη πολιτική που πρέπει να χαράξει η Ελλάδα στην Ε.Ε., πράγμα για το οποίο όμως καλείται να αποφασίσει ο ελληνικός λαός την 7η Ιουνίου. Πρέπει εξάλλου να τονιστεί, ότι ο θεσμός της Ε.Ε. έχει διακριτές λειτουργίες και διακριτή αποστολή σε σχέση με τους εγχώριους πολιτικούς θεσμούς, ασχέτως αν σε ορισμένα σημεία αυτές οι λειτουργίες μπορεί να αλληλοτέμνονται.
Η υποτίμηση της ουσιαστικής έννοιας και του σκοπού αυτών των εκλογών επιβεβαιώνεται και από τον τρόπο που κυρίως τα μεγάλα κόμματα θεωρούν τον πολιτικό θώκο του ευρωβουλευτή. Σε πολλές περιπτώσεις, ο τρόπος επιλογής των υποψηφιοτήτων που πλαισιώνουν τους κομματικούς ευρωεκλογικούς συνδυασμούς κραυγάζει ότι εξυπηρετεί μικροπολιτικές σκοπιμότητες και μικροκομματικούς συμβιβασμούς, αναδύοντας μια δυσάρεστη οσμή πολιτικής καμαρίλας. Το αξίωμα του ευρωβουλευτή θεωρείται συχνά από τους κομματικούς μηχανισμούς ως προθάλαμος μεταπήδησης, ανέλιξης ή επαναφοράς του κατόχου του σε εγχώρια πολιτικά αξιώματα, ενώ άλλοτε αντιμετωπίζεται ως μεταβατικό πόστο για μια αξιοπρεπή κατάληξη μιας πολιτικής καριέρας. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις Ελλήνων ευρωβουλευτών που αποσκοπούν η παρουσία τους να έχει συνέπεια και αδιάκοπη συνέχεια στο Ευρωκοινοβούλιο. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις Ελλήνων ευρωβουλευτών, στους οποίους αναγνωρίζεται ότι πρόσφεραν σημαντικά στον πολιτικό πολιτισμό της Ε.Ε. και της χώρας (παράδειγμα προς μίμηση αποτελεί η προσφορά-παρακαταθήκη του αείμνηστου Μ. Παπαγιαννάκη).
Το σημερινό εκλογικό σύστημα στην Ελλάδα καθιστά τον κάθε υποψήφιο ευρωβουλευτή έρμαιο του κομματικού μαγειρείου. Ο αρχηγός κάθε κόμματος αποφασίζει αν θα μπει κάποιος στη λίστα, και αν θα είναι σε εκλόγιμη θέση. Οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να ψηφίσουν κομματική λίστα και όχι τα πρόσωπα με σταυρό. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, τον περιορισμό των κινήτρων των ευρωβουλευτών να παράξουν σημαντικό έργο, έτσι ώστε να τους ξαναψηφίσει ο λαός. Κύριο μέλημα τους παραμένει το να είναι προσωπικά αρεστοί στον αρχηγό του κόμματος που τους επέλεξε. Έτσι όμως ο δημοκρατικός τους ρόλος και η αποστολή τους υποβαθμίζεται από το ίδιο τους το κόμμα. Το εν λόγω σύστημα επιλογής πρέπει να αλλάξει. Οι ευρωβουλευτές πρέπει να ψηφίζονται από το λαό, όπως και οι βουλευτές του εθνικού κοινοβουλίου. Έτσι, θα αντιμετωπιστεί και η υπάρχουσα ασθενής νοοτροπία που διέπει σημαντικό μέρος των Ελλήνων ευρωβουλευτών και βλάπτει τη θέση της χώρας στην Ε.Ε.
Η παραπάνω νοοτροπία εξηγεί εν μέρει τουλάχιστον και την απροθυμία και αδυναμία της χώρας για τη συγκρότηση συνεπούς πολιτικής πρότασης σε σχέση με τα ζητήματα που απασχολούν την Ε.Ε. Εξηγεί την αδυναμία της Ελλάδας να συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση της κεντρικής πολιτικής της Ε.Ε. και να επηρεάσει καταλυτικά τα κέντρα αποφάσεων των Βρυξελλών για την βέλτιστη προβολή των ελληνικών θέσεων και την αναμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών. Η Ελλάδα μοιάζει να αρκείται απλώς στην υπαλληλική εκτέλεση της πολιτικής που υπαγορεύει η Ε.Ε. σε εγχώριο επίπεδο, αλλά και να επαναπαύεται στη διαχείριση των πλουσιοπάροχων ευρωπαϊκών κονδυλίων που αφειδώς εισέπραξε και εισπράττει, χωρίς όμως συνήθως να είναι ικανή να τα απορροφήσει σε επιτυχή βαθμό, να τα κατανείμει δίκαια, αξιοκρατικά και ισορροπημένα και να τα επενδύσει ορθολογικά · με αποτέλεσμα η Ελλάδα να παραμένει ουραγός σε τομείς ανταγωνιστικότητας, καινοτομίας, διοικητικού εκσυγχρονισμού, διαφάνειας και παιδείας, σε δυσαναλογία με την ευρωπαϊκή υποστήριξη που δέχεται.
Για να καλυφθεί η γυμνότητα των κομματικών θέσεων απέναντι σε ζητήματα ευρωπαϊκής πολιτικής, προτιμάται η συνήθης ελληνική τακτική, δηλ. του υποβιβασμού του προεκλογικού διαλόγου. Αντί να επικεντρώνεται η προσοχή της κοινής γνώμης στην έκθεση, τεκμηρίωση και ανάλυση των κομματικών θέσεων και προτάσεων πάνω σε κρίσιμα θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής, η δημόσια συζήτηση αναλώνεται σε άσχετα με την ουσία των ευρωεκλογών ζητήματα. Λίγες μόνο μέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες και ορισμένα ενδεικτικά θέματα που κυριαρχούν στην υποτιθέμενη δημόσια συζήτηση για τις ευρωεκλογές είναι:
1. Τα ευτελή ψευτοδιλήμματα: «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» ή το: «Βουλιάζουμε ή αλλάζουμε»
2. Τα παπαγαλάκια του γνωστού προεκλογικού διαφημιστικού μηνύματος
3. Το ερώτημα, ποιός κέρδισε τις εντυπώσεις στο μοναδικό ως προς τους μη λειτουργικούς κανόνες του, ελληνικό εφεύρημα τηλεοπτικού διαλόγου των πολιτικών αρχηγών –κατά τη γνώμη μου προσχηματικού μονολόγου - του επονομαζόμενου αγγλιστί και ως «ντιμπέητ».
4. Τις αυξομειώσεις της απόστασης που χωρίζει τα δυο μεγάλα κόμματα με βάση τις αναλύσεις δεκάδων κατά παραγγελία δημοσκοπήσεων, που όμως αποφεύγουν να ασχοληθούν με την ουσία των ευρωεκλογών.
Με τη συνδρομή μεγάλου μέρους των ΜΜΕ, τέτοιου είδους θέματα τοποθετούνται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και προβάλλονται δυσανάλογα σε σχέση με τη βαρύτητα του περιεχομένου τους. Έτσι όμως καταστρατηγείται η έννοια του αντικειμενικού, δημοκρατικού διαλόγου, υπονομεύεται η ενημέρωση του πολίτη, κακοποιείται εν γένει η δημοκρατία. Με τον τρόπο αυτό, η κοινή γνώμη αποπροσανατολίζεται από τα καίρια ζητήματα για τα οποία καλείται να αποφασίσει, οδηγείται σε πολιτική ύπνωση, ενώ παράλληλα συντηρείται ανενόχλητο το υφιστάμενο στείρο και ανεύθυνο μικροκομματικό κατεστημένο, που βασίζεται στη λογική της ήσσονος προσπάθειας και του - «αβρόχοις ποσί» - μεγαλύτερου δυνατού ιδιοτελούς κέρδους με το μικρότερο δυνατό κόστος.
Πρόκειται για ένα πολιτικό κατεστημένο που στην πραγματικότητα υποφέρει αυτοεγκλωβισμένο στην μικροπρέπεια του, χωρίς να έχει το θάρρος δημόσια να ομολογήσει την αδυναμία και αστοχία του. Παρά τα κραυγαλέα σημάδια κατάπτωσής του, οι υπηρέτες του επιμένουν να πείσουν τον λαό ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί άψογα, παραδεχόμενοι -για τα μάτια του κόσμου- κάποιες «φυσιολογκές» γι’ αυτούς ατέλειες, χωρίς όμως να κάνουν τίποτα επί της ουσίας για να τις καταπολεμήσουν. Επιχειρούν έτσι να επιβραδύνουν τον χρόνο μεταβολής του πολιτικού σκηνικού, που ήδη προδιαγράφεται. Πέρα από τις μάταιες προεκλογικές πομφόλυγες και τις αόριστες πολιτικές ρητορείες, είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι οι πολιτικοί και δημοσιογραφικοί φορείς της χώρας στη μεγάλη πλειοψηφία τους αποφεύγουν συστηματικά να θίξουν - και πόσο μάλλον να θέσουν στο επίκεντρο του δημόσιου προεκλογικού διαλόγου - κεντρικά ζητήματα που αφορούν την πολιτική της Ε.Ε..
Είναι προκλητικό και συνάμα θλιβερό για την ελληνική δημοκρατία το γεγονός ότι στη μεγάλη πλειοψηφία τους οι πολιτικοί και δημοσιογραφικοί φορείς, κατά παράβαση των συνταγματικών τους υποχρεώσεων απέναντι στον πολίτη δεν ενημερώνουν επαρκώς την κοινή γνώμη σχετικά με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές εξελίξεις και κυρίως τις θέσεις και προτάσεις των κομμάτων σε σχέση με κρισιμότατα ζητήματα της ευρωπαϊκής πολιτικής, τα οποία καλούνται να διαχειριστούν πολιτικά στο όνομα του ελληνικού λαού.
Ποιός άραγε μπορεί να ισχυριστεί ότι μείζονα ζητήματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής με άμεσες επιπτώσεις στην εθνική πολιτική απολαμβάνουν της δέουσας προβολής από τα ΜΜΕ; Ποιός μπορεί να ισχυριστεί ότι οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές και οι κομματικές παρατάξεις στις οποίες πρόσκεινται, ενημερώνουν επαρκώς τον Έλληνα πολίτη σχετικά με τις ευρωπαϊκές θέσεις και προτάσεις τους, αλλά και τα μείζονα πολιτικά θέματα που απασχολούν την πολιτική της Ε.Ε και τα οποία επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα την χώρα και τον πολίτη; Ποιος μπορεί να διαφωνήσει σχετικά με τα αίτια της απραξίας τους;
Ενδεικτικά αναφέρονται εδώ ορισμένα καίρια θέματα που συμβαίνει να απασχολούν τη σύγχρονη πολιτική σκηνή της Ε.Ε., πάνω στα οποία τα πολιτικά κόμματα, αν διέθεταν τη δέουσα πολιτική υπευθυνότητα και αληθινό σεβασμό στον Έλληνα πολίτη, όφειλαν να είχαν ενημερώσει έγκαιρα και επαρκώς τον πολίτη για τις θέσεις, τις προτάσεις και τις σχετικές επιδιώξεις τους απέναντι σε αυτά.. Ομοίως βέβαια και τα ΜΜΕ όφειλαν να επιδιώξουν την προβολή τους, εφόσον κατά το Σύνταγμα οφείλουν να υπηρετούν και να σέβονται τη δημοκρατία, την αντικειμενικότητα και την αξιοπρέπεια του πολίτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το περιβόητο «ντιμπέητ» οι περισσότερες ερωτήσεις που τέθηκαν στους πολιτικούς αρχηγούς από τους δημοσιογράφους δεν άγγιξαν στο ελάχιστο τα μείζονα σύγχρονα διακυβεύματα της πολιτικής της Ε.Ε., που έχουν ή θα έχουν άμεσο αντίκτυπο και στην καθημερινότητα του Έλληνα πολίτη. Τέτοια θέματα είναι π.χ. :
1) Τα ζητήματα που ανακύπτουν από την πιθανή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συντάγματος στα κράτη-μέλη, (πιθανόν να τεθεἰ σε εφαρμογή το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα μέσα στο έτος 2009, εφόσον το αποδεχτεί στο δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί στην Ιρλανδία) Ε.Ε.
2) Οι διεργασίες για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και της φτώχειας στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, αλλά και την ενίσχυση του κοινωνικού προσώπου της Ε.Ε.
3) Συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις για την τόνωση της επιχειρηματικότητας μέσω της Ε.Ε.
4) Ο προσανατολισμός της ευρωπαϊκής πολιτικής σε θέματα παιδείας και αγωγής και η εφαρμογή του στην Ελλάδα.
5) Η οριοθέτηση και οι τρόποι ενίσχυσης του τομέα της επιστημονικής έρευνας, της υψηλής τεχνολογίας, της καινοτομίας, της κοινωνίας της γνώσης σε ευρωπαϊκό και κατ’ επέκταση σε εθνικό επίπεδο.
6) Οι σημαντικές δυνατότητες ανάδειξης του ελληνικού πολιτισμού ως πυλώνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού μέσω προγραμμάτων της Ε.Ε.
7) Οι δυνατότητες άσκησης συγκεκριμένης πολιτικής για την αντιμετώπιση της μετανάστευσης στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την πάταξη της εγκληματικότητας και της διαφθοράς.
8) Η ανάδειξη πολιτικών προτάσεων και συντονιστικών πρωτοβουλιών για την προστασία του Ευρωπαίου καταναλωτή και την βέλτιστη προστασία της ευρωπαϊκής, άρα και της ελληνικής αγοράς από φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού και αισχροκέρδειας.
9) Η άσκηση ορθολογικής και αειφόρου γεωργικής πολιτικής και η ενίσχυση των αγροτών μέσω ρεαλιστικών επιδοτήσεων και επιμορφωτικών προγραμμάτων.
10) Η ανάληψη δράσεων για αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με την εξοικονόμηση ενεργειακών πόρων και την ενίσχυση φιλικής προς το περιβάλλον οικονομίας.
11) Οι δυνατότητες και τα προβλήματα προώθησης της ενεργειακής ασφάλειας.
12) Ο προσδιορισμός και η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής υπό το πρίσμα των ελληνικών θέσεων.
13) Το ζήτημα σύσφιξης των κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών δεσμών μεταξύ των κρατών-μελών και των πολιτών τους και οι ελληνικές προτάσεις προώθησής τους προς όφελος της χώρας.
14) Η πορεία διεύρυνσης της Ε.Ε. και οι προϋποθέσεις αυτής.
Θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να γινόταν ανάμεσα στις άλλες και μια δημοσκόπηση, που θα εξέταζε κατά πόσο ο Έλληνας πολίτης είναι επαρκώς ενημερωμένος ως προς τις θέσεις και τις προτάσεις των κομμάτων και των υποψηφίων τους σε θέματα μείζονος ευρωπαϊκής σημασίας (όπως τα παραπάνω). Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι υπό τις παρούσες αποπροσανατολιστικές περιστάσεις ο μέσος Έλληνας πολίτης καλείται να ψηφίσει στις Ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου, χωρίς να γνωρίζει επαρκώς ούτε τα βασικά ζητήματα που απασχολούν την πολιτική της Ε.Ε., ούτε και τις θέσεις των πολιτικών κομμάτων και των υποψήφιων ευρωβουλευτών τους πάνω σε αυτά. Η προβολή άλλωστε αυτών των ζητημάτων δεν επιδιώκεται ούτε από τους πολιτικούς ούτε από τους δημοσιογραφικούς φορείς.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, το αποτελεσματικότερο όπλο που διαθέτει ο ενεργός πολίτης ως απάντηση στον ευτελισμό της προεκλογικής ενημέρωσης και την καταρράκωση του προεκλογικού διαλόγου, είναι να στρέψει τα νώτα του στους φορείς χαμηλής ποιότητας πληροφόρησης που του παρέχεται· να επιχειρήσει με προσωπικό κόπο και ευθύνη να ενημερωθεί αξιόπιστα για το εύρος των σύγχρονων εξελίξεων που διαδραματίζονται στην Ε.Ε., ανατρέχοντας π.χ. σε έγκυρες δικτυακές πύλες της Ε.Ε. (όπως:: http://europa.eu/index_el.htm κ.α.) ή άλλων συνδέσμων που προσφέρουν σχετικές πληροφορίες (όπως: http://www.euroepiloges.gr κ.α.). Οφείλει ο ενεργός πολίτης να μην επιβραβεύσει όσους διεκδικούν την ψήφο του, χωρίς να εκθέτουν διεξοδικά και ξεκάθαρα τα πεπραγμένα τους και τις πολιτικές θέσεις και προτάσεις, που σκοπεύουν να προωθήσουν εξ’ ονόματός του Έλληνα πολίτη στα όργανα της Ε.Ε., υποτιμώντας έτσι τη νοημοσύνη του και δείχνοντας ασέβεια προς τους δημοκρατικούς θεσμούς της διαφάνειας, του διαλόγου, της υπεύθυνης λογοδοσίας.
Πάνω από όλα, οφείλει ο ενεργός πολίτης να επιλέγει και αξιολογεί νηφάλια, όχι ιδιοτελώς, θυμικά και συμπλεγματικά τα στοιχεία που θα θεμελιώσουν την εκλογική του απόφαση: Να ασκήσει-αξιοποιήσει δηλ. ο πολίτης το εκλογικό του δικαίωμα -κατά το δυνατό- κριτικά, με γνώμονα την κριτική σκέψη και όχι υπό την επήρεια της επιχειρούμενης σύγχυσης και κατάργησης των λογικών κριτηρίων που σκόπιμα επιχειρείται στις μέρες μας να του επιβληθεί.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply