
Συνταγματικά και
νόμιμα προβλέπεται ο εκκλησιασμός και η πρωινή προσευχή των μαθητών των
νηπιαγωγείων και των δημοτικών σχολείων έκρινε η Ολομέλεια του
Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ παράλληλα έκρινε ότι αντισυνταγματικά
και αντίθετα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) δεν
προβλέπεται νομοθετικά η δυνατότητα απαλλαγής από τον εκκλησιασμό των
μαθητών νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων για λόγους θρησκευτικής
συνείδησης.
Αναλυτικότερα,
την Ολομέλεια του ΣτΕ την απασχόλησε αίτηση με την οποία ζητείτο η
ακύρωση του Προεδρικού Διατάγματος 79/2017 που αφορά την «οργάνωση και
λειτουργία νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων», κατά το μέρος εκείνο με
το οποίο προβλέπεται η τέλεση κοινής προσευχής μαθητών και
εκπαιδευτικών των νηπιαγωγείων και των δημοτικών σχολείων, καθώς επίσης
και κατά το σκέλος εκείνο με το οποίο προβλέπεται η δυνατότητα
εκκλησιασμού των μαθητών, στο πλαίσιο συγκεκριμένων εορτών.

Του Κυριάκου Κυριαζόπουλου στην Romfea.gr
Καθηγητή (επ.) του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, θεολόγου
Η κοινή υπουργική απόφαση 2867/Υ1, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 872/Β/16-3-2020 για την αναστολή, δηλαδή για την προσωρινή απαγόρευση της λατρείας όλων των θρησκευμάτων, για λόγους προληπτικής προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κορωναϊό, παραβιάζει ευθέως την ελευθερία της λατρείας όλων των θρησκευμάτων, για τους ακόλουθους λόγους:

Η εξάπλωση του Ισλάμ στον σημερινό κόσμο είναι έκπληξη, μαζί και αίνιγμα. Εκπληξη, για τη δυναμική της εξάπλωσης, την ταχύτητα και τις γεωγραφικές της διαστάσεις, την ικμάδα που εμφανίζει αυτή η θρησκεία στα πλαίσια ενός παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού ριζικά αντιμεταφυσικού.
Αίνιγμα, γιατί η θρησκεία η ισλαμική, χωρίς να το επιδιώξει, έχει φτάσει να λειτουργεί σαν πόλος συσπείρωσης σε μια διεθνή στράτευση ενάντια στη Δύση χρησιμοποιώντας τους τρόπους και τις πρακτικές της Δύσης.
Ποιά ἡ θέση σας στό ἀκόλουθο κείμενο;
«Φθάνοντας στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ καθίσαμε νὰ ξαποστάσουμε γιά λίγο ἐκεῖ,
πρίν πάρουμε ξανά τόν πικρό δρόμο. Ὅλοι μαζί ἀρχίσαμε νὰ κλαῖμε, στὴν θύμηση τῆς Πατρίδας. Ἐκεῖ
στὶς ἱτιές παρατήσαμε τό νταούλι καί τὸν ζουρνᾶ, γιατί δὲν μᾶς πήγαινε ἄλλο, νὰ
τραγουδᾶμε στό δρᾶμα μας, κατ’ ἀπαίτηση τῶν κατακτητῶν, βασανιστῶν καὶ έκτελεστῶν, γιά νὰ περιγελᾶνε ἐμᾶς
καὶ τὴν κάποτε ἔνδοξη, Πατρίδα.
Μέ τί καρδιά νὰ ψάλλουμε τὸν ὕμνο της, ξεριζωμένοι καὶ ἐξορισμένοι σὲ μιᾶς
ξένης γῆς τὴν ἀγκαλιά, σὲ ἕνα ὁδοιπορικό θανάτου;
Γι αὐτό Ὅρκο πήραμε βαρύ: νὰ μᾶς
τιμωρήσῃ ὀ Θεός, ἄν σὲ ξεχάσουμε, Πατρίδα. Νὰ κοποῦν τὰ χέρια μας γιά νὰ μὴν
μποροῦν νὰ κρατήσουν χορδές καὶ νταούλια. Νὰ παραλύσῃ τό στόμα μας, βυθιζόμενοι
σέ αἱώνια σιωπή, ἄν δὲν βάλουμε τὴν ἀπελευθέρωσή σου, πάνω ἀπό κάθε ἀτομική ἔγνοια
καί ὄφελος.
Καταριόμαστε τούς ἐχθρούς μας καί ζητᾶμε τὴν Θεία Δίκη νὰ πέσῃ πάνω τους, ἐπιφέροντας
καταστροφή ἀνείπωτη στήν χώρα τους. Έξορκίζουμε κάθε πολίτη νὰ πάρῃ ἐκδίκηση μέ
τά ἴδια μέσα, σάν ἀντίποινα, γιά τὰ δεινά ποὺ ἐπεσσώρευσαν οἱ εχθροί μας, Νὰ σκοτώσῃ ἄν χρειαστῇ, ἀκόμη καί τά παιδιά
τους, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, πετῶντας τα στὰ βράχια, γιὰ νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ δαύτους ἡ
χώρα μας» ..
Ποιοί λένε αυτἀ; Μὴν τὰ λένε οἱ Ἕλληνες, ποὺ ἐπί 4 αἰῶνες προσπαθοῦσαν νὰ ἀπελευθερωθοῦν,
ὑφιστάμενοι, διώξεις, ἀνασκολοπισμούς, ἐκτελέσεις, ἁρπαγές τῶν κόπων τους,
γενιτσαρισμούς, ἐπιβουλές καί κάθε δεινό ἀπὸ τὴν ... φωτοδότρα ὀθωμανική αὐτοκρατορία;
Μὴν τά λέν’οἱ ὁμόδοξοι Ἀρμένιοι; Ποὺ θὰ ἔχουν ἀπόλυτο δίκιο μέ τὸ φοβερό ὁδοιπορικό
θανάτου ποὺ ὑπέστησαν; Μὴν τὰ λένε οἱ συμπατριῶτες μας Πόντιοι, ποὺ γνώρισαν
καλά, θανατικό κι ἐξορία ἀπό Ὀθωμανούς καί Στάλιν; Μὴν τά λένε οἱ Μικρασιᾶτες
ποὺ δοκίμασαν ἀπό πρῶτο χέρι, τό λεπίδι τοῦ Τούρκου; Αὐτοί κι ἄν ἔχουν δίκιο!
Μὴν τὰ λένε παπποῦδες καὶ γονεῖς μας, ποὺ γνώρισαν πολύ καλά, τί σημαίνει
Γερμανός ἐκπολιτιστής καταχτητής; Καί φυσικά θὰ εἶχαν δίκιο ἄν τούς κυνηγοῦσαν ὅπου
γης! Ὅπως γνώρισαν καλά καί τούς ἀντάρτες
τῆς δῆθεν δημοκρστικῆς ἐπανάστασης. Καὶ θὰ εἶχαν πάλι δίκιο νὰ ἐπιβάλλουν στὰ
παιδιά τους τό παιδομάζωμα ποὺ ἐπέβαλαν ἐκεῖνοι, νὰ μὴν ξεχνιόμαστε! Ἤ μήπως τά
λέν’ οἱ ἀντιμνημονιακοί ποὺ θρηνοῦν θύματα μὲ τὴν έπιβολή θανατηφόρων μέτρων ἀπό
μνημονιακούς ἐγχώριους καὶ ἐξωχώριους;
Ὄχι, τό κείμενο αὐτό ἐκτός ἀπὸ ὅλους μας, τό λέτε κι’ὅσοι παθαίνετε ἀλλεργία
καί βγάζετε σπυράκια στό ἄκουσμα λέξεων ὅπως: Πατρίδα, Ἑλλάδα, Θεός, Ὀρθοδοξία,
Δικαιοσύνη, Ἐλευθερία, Ἱστορία, Πολις, Ἥρωες, Ἑλληνική Γραμματεία, Πατερικά
Κείμενα καὶ ὁ,τι αἴρει τόν ἄνθρωπο ἀπὀ τό ὅσα φᾶμε ὅσα πιοῦμε κι ὅτι ἀρπάξει.. Καί
τό ἔχετε μάλιστα, τραγουδήσει κατ’ἐπανἀληψιν καί χορέψει αὐτό τό κείμενο.
Ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο, παρά τό, σέ πλήρη ἀνάπτυξη στίχων καὶ ἀπόδοση μέ πεζό δικό
μου συνδετικό λόγο, τραγούδι τῶν Boney M “ The rivers of Babylon”! Ὅπου ἀντί
ζουρνᾶ καί νταούλι ποὺ ἔβαλα, εἶχε ἅρπα, ἀντί
Πατρίδα καί Θεία Δίκη, εἶχε Σιών καί Κύριε κί ἀντί ποταμός ἔλεγε ποταμοί
Βαβυλῶνος. Καί δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά, αὐτούσιος ὁ Ψαλμός 137! Ποὺ ἀναφέρεται
στήν πρώτη ἐξορία (γιά 48 χρόνια) Βαβυλῶνος τῶν Ἐβραίων καί ψάλθηκε στήν δεύτερη
επί 2000 χρόνια, λήξασα τυπικά τῷ 1948 μὲ τὴν ἐπανίδρυση τοῦ κράτους τοῦ Ἰσραήλ
καὶ οὐσιαστικά τῷ 1967, μέ τήν ἑνοποίηση στό κράτος, ὅλης τῆς Ἰερουσαλήμ. Τὰ
κατάφεραν, γιατί ἀδιάκοπα ἐθυμοῦντο τόν Θεό καί τήν χώρα τους. Ἔκτοτε τραγουδοῦν
τόν ψαλμό 126: «ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες».
Φυσικά οἱ πολιτικορθοί, εἶσθε ... ὑπεράνω· ὑπεράνω αὐτῶν, ὑπεράνω βωμῶν, πατρίδος κι’ ἑστιῶν. Μόνο ποὺ θὰ θαφτῆτε
ἀπό κάτω. Ἤ θὰ καῆτε. Διαλέγετε. Καί στίς δυό περιπτώσεις, θὰ διαγραφῆτε ἀπὸ τὴν
ζωντανή μνήμη. Παραμένοντες θλιβερές σκιές ἀπρόσωπες, κατὰ πὼς λέει ὁ Ὅμηρος.
Τοῦ
Γιώργου Κακαρελίδη
Καθηγητοῦ
Ἐφαρμογῶν στὴν Ἐπιχ. Ἔρευνα & Στατιστική τοῦ ΤΕΙ Δυτ. Ἑλλάδος
Τῷ 2014, εἶχα γράψει σχετική ἐπιφυλλίδα, ὄπου μεταξύ ἄλλων
τόνιζα ὅτι «..ἡ ἔλευση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ δή, τῆς Ὀρθοδοξίας, γκρέμισε ὁριστικά
τὴν φυλετική κουλτούρα. Ἡ εἰσαγωγή τοῦ Αὐτεξουσίου ἀπόδιωξε καὶ μετέτρεψε τὸ ‘προϋπᾶρχον' κακό, ἀπὸ
συστατικὸ τοῦ μυθολογικοῦ κόσμου, σὲ πρόβλημα δυνητικῆς χρήσης τῆς ἐλευθερίας
καὶ τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ ἀνθρωπίνου Ὅντος ... Πῶς συναρτῶνται τώρα ἡ Ἑλληνορθόδοξη
Φιλοσοφία καὶ ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη, μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ μυθολογικὸ σύνταγμα (Παλαιὰ
Διαθήκη) ποὺ καθορίζει ἀτομικὴ καὶ συλλογικὴ ἐνοχὴ καὶ μάλιστα ἐκ κληρονομίας,
μεταβιβαζομένης σεξουαλικῶς; Καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλὰ μετατρέπει τὴν ἐργασία ἀπὸ
πηγὴ προσφορᾶς καὶ συμμετοχῆς στὴν κοινωνία σὲ ἀπαξία, τὴν δὲ μητρότητα σὲ ἀφόρητο
πόνο. Τὸ ἐνοχικὸ θρησκευτικὸ μοντέλο, ἀκυρώνει τὶς δυνατότητες τῆς ἐλευθερίας,
τὴν ἐξορίζει ἀπὸ τὴν συνυπαρκτικὴ περιοχὴ (κοινωνία). Φανερώνει οὐσιαστικὰ,
τρόμο, μπροστὰ στὴν ἐλευθερία .....ὡς δῆθεν "παιδευτικό" πλαίσο, δημιουργεῖ σχιζοφρενεῖς καταστάσεις
στὰ μυαλὰ τῶν παιδιῶν μας. Ἔτσι ποὺ ἡ ἀποχώρησὴ
τους ἀπὸ τὸν ποιμαντορικό λόγο νὰ εἶναι βεβαία. ..Δὲν πρωτεύει ἡ ἀγάπη καὶ ἡ
σχέση, ἀλλὰ μιὰ πανικόβλητη νευρωτική προσπάθεια ἀπόσεισης καὶ ἀμνήστευσης
φαντασιακῶν καὶ ἀνύπαρκτων ἐνοχῶν.
Κατέληγα ὅτι «ἕνας Θεὸς χωροφύλακας, δικαστὴς, ἐκτελεστής,
δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Θεὸς. Γι' αυτὸ καὶ ἡ 'Oρθοδοξία μιλᾶ γιὰ ἀγάπη, σχέση
κοινωνίας, ἐκκλησία -κάλεσμα σχέσης μὲ τὸν Θεό, τρόπο βίου κατὰ Θεὸν καὶ ἐν
τέλει θέωση, κατὰ χάριν Θεοῦ. Ἀλλοιῶς μιὰ θέωση κατ’ ἐπιταγὴν εἶναι ἀνελεύθερη
καὶ συνεπῶς παραλογισμός. Ἡ τραγικότητα τοῦ Ἀνθρώπου δὲν ἀποτυπώνεται στὰ
μυθολογικὰ Ἰουδαϊκὰ κείμενα, ἀλλὰ μόλις στοὺς 1440 στίχους τῆς Ἀντιγόνης τοῦ
Σοφοκλέους».
Ἔτσι ἐξεπλάγην εὐχάριστα, γιὰ ἄλλη μιά φορά, ὄταν πῆρα στὰ
χέρια μου τό προ ὁλίγων μηνῶν, ἐκδοθέν βιβλίο τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, μέ τίτλο «Πτώση,
Κρίση, Κόλαση» (2017, Ἵκαρος, ISBN 9789605721619, σελ. 213,
8,6euro).
Στὸ ἔργο αὐτό ὁ συγγραφέας τονίζει ὅτι ἡ δικανική ἀντίληψη
περί Θεοῦ άντιβαίνει στὴν Ὀρθοδοξία. Δὲν εἶναι δικαστής καὶ έκτελεστὴς ὁ Θεός,
χωρίς μάλιστα δικαίωμα ἐφέσεως, ἀλλά Πατέρας. Δὲν ἦρθε νὰ κρίνῃ ἀλλά νὰ σώςῃ.
Συνεπῶς ἡ θέωση, κατά χάριν, ἡ ποιοτική ζωή κατά τόν τρόπο τοῦ Ἀκτίστου, δὲν «ἀξιολογεῖται»,
ποσοτικά μέ ἔλεγχο πράξεων ἤ φρονημάτων, ἀλλά δίδεται ὑπὸ τήν προϋπόθεση ὁ ἄνθρωπος
ἐλεύθερα ἀποδέχεται τόν Λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ έμπιστεύεται Αὐτόν. Δηλαδή ἀποφασίζει
νὰ ἀρνηθῇ τόν τρόπο ζωῆς του ὡς κτιστή ὑπαρξη καὶ νὰ ἀνταποκριθῇ στό ἀγαπητικό
κάλεσμά Του, σὲ ἐκκλησία· κοινωνία δηλαδή προσώπων κι ὄχι ἀτομικές ὑπάρξεις
κοιλιᾶς,πολλαπλασιασμοῦ, ἐξουσίας..
Τό κακό, δὲν μπορεῖ
νὰ εἶναι μιά ὕπαρξη καὶ μάλιστα ἰσόθεση ἄχρονη, ἀλλά ἐπίπτωση ἀτομικοῦ τρόπου
ζωῆς. Προϊόν τῆς ἀδιαπραγμάτευτης ελευθερίας τοῦ ἀνθρώπου.Γι αὐτό μπορεῖ νὰ ἐξοβελισθῇ.
Καὶ καταλήγει στὴν ἀνἀγκη νὰ δρομολογηθῇ ἐκκλησιαστική Σύνοδος ὤστε νὰ φωτισθοῦν
τὰ δύο ἐρωτήματα: α) τό «κακό» ἑρμηνεύεται
ὡς ἄκτιστη ὕπαρξη, ποὺ ὁδήγησε τοὺς «πρωτόπλαστους» στην πτώση ἤ εἶναι ἁπλῶς,
συνέπεια τῆς κτιστότητός μας, τῶν περιορισμῶν καὶ ἀναγκαιοτήτων, ποὺ μᾶς διαφοροποιοῦν
ἀπό τὴν ἄκτιστη Αἰτία; β) ἡ κόλαση εἶναι ἀέναος τιμωρητικός, βασανισμός ἀνθρώπων,
γιά ὅποιες ἁμαρτίες, λάθη, ἐγκλήματα διέπραξαν στὴν σύντομη ζωή τους, ὁ δὲ
παράδεισος, χῶρος μεταθανάτιων αἰωνίως διαβιούντων «καλῶν συνταξιούχων» ἤ καὶ τὰ
δυό εἶναι διαφορά Τρόπου Θέωσης;
Συνιστῶ, ἀνεπιφύλακτα, νὰ διαβάσετε τό ἀνωτέρω βιβλίο, πού,
μέ τὴν γλαφυρότητα καί τίς επεξηγήσεις πού παρέχει, δὲν προαπαιτεῖ τὴν γνώση τῆς
ὀντολογικῆς σκέψης τοῦ συγγραφέα, ὅπως κατατίθεται στὴν προηγούμενη ἐργογραφία
του. Ἀπαντᾶ στὰ μύχια ἐρωτήματα τῶν ὀρθοδοξων, σχετικά μέ τίς τουλάχιστον
προβληματικές, ἀφοριστικές ἀντιλήψεις, ποὺ διδάχθηκαν. Ἰδιαίτερα σημαντική, εἶναι
ἡ ἀνάγνωσή του, ἀπὸ τό κοινό, ποὺ ἔχει γαλουχηθῆ μὲ τὴν καθολική ἤ
προτεσταντική ἀντίληψη περί Θεοῦ, ἀλλά καὶ ἀπὸ τήν ἰσλαμιστική (σιιτική ἤ
σουνιτική) τοιαύτη. Ἕνα ἐξαιρετικά πρακτικό έγχειρίδιο ὁδηγός.
Τοῦ
Γιώργου Κακαρελίδη
Καθηγητοῦ
Ἐφαρμογῶν στὴν Ἐπιχ. Ἔρευνα & Στατιστική τοῦ ΤΕΙ Δυτ. Ἑλλάδος
Θρησκεία:
σημαίνει τὸ ἀξιακό σταθερό σύστημα ἀναφορᾶς μιᾶς κοινωνίας, ἐξωτερικό καὶ ὑπέρτερο
οἱωνδήποτε ἀνθρωπίνων δράσεων ἤ συμβάσεων· ὅπως ἀκριβῶς μὲ τὰ συστήματα ἀναφορᾶς
τῆς Φυσικῆς.
Βλεπετε, πόσο γελοῖο καταντᾶ, τό θέαμα τῶν βουλευτῶν νὰ ὁρκίζονται γιὰ τὴν
τήρηση τοῦ Συντάγματος, στήν ... συνείδησή τους, δηλαδή στόν ἴδιο τὸν ἑαυτό
τους; Ποὺ δὲν εἶναι ἴδιος! Τό πόσο λάστιχο εἶναι ἡ συνείδησή τους φάνηκε ἀπὸ τὀ
ὅτι ψήφισαν ἀνερυθριάστως, ὅλα ὅσα καταργοῦν τὸ Σύνταγμα!!
Χωρίς τέτοιο ἀξιακό θρησκευτικό σύστημα στὸ ὁποῖο ὑπόκεινται ὅλοι, ἡ μόνη
λογική συνεπὴς ἐπικράτηση, εἶναι τό «ὅ,τι φᾶμε, ὅ,τι πιοῦμε κι’ὅ,τι ἀρπάξει ὁ κῶλος
μας».
Πατρίς: σημαίνει τὴν
συγκεκριμένη γῆ τῶν Πατέρων, ὅπου λειτουργεῖ συγκεκριμένος Λαός, συντεταγμένα ὅμως
ὡς Κοινωνία καὶ Πολιτεία, ὑπὸ τὸ προαναφερθέν σύστημα ἀξιῶν. Δηλαδή ὡς
πολιτισμός, γιὰ τὴν ἑλληνική, τουλαχιστον, λογική περὶ Πολιτείας. Κι’ὄχι ὡς
λάας, δηλαδή ἁπλῶς ἀπογεγραμμένος ὑπήκοος.
Βλέπετε γιατί εἶναι γελοῖα, τὰ φληναφήματα περὶ πολυπολιτισμικότητος καὶ τὀ
ἀνοικτά σύνορα καὶ τὸ Αἰγαῖο ἀνήκει στά ψάρια του; Διότι χωρίς Πατρίδα, δηλαδή κανονιστικό
πλαίσιο ἐφ’ὅλων (ἰσονομία), ποὺ πᾶντες ὁμονοοῦσι καὶ ἕκαστος προσεπιμαρτυρεῖ, ὁδηγούμαστε ἀκριβῶς στό δίκαιο τῶν ... ψαριῶν.
Ὅπου τό μεγάλο τρώει τό μικρό. Σαφές;
Οἰκογένεια: τὸ ἐκ
δεσμῶν αἵματος κύτταρο τῆς Πόλεως. Ποὺ ἀναλαμβάνει, ὑπὸ τῶν γονέων, τὴν δημιουργία,
θρέψη, προστασία καὶ βασικὴ ἀνατροφή, τῶν μελλοντικῶν ἐνήλικων μελῶν τῆς
κοινωνίας καὶ Πολιτείας, ἄνει σχεδόν ἀνταμοιβῆς, δια βίου ἀνασφάλειας καὶ
μόνιμου ἄγχους γιὰ αὐτά.
Στὴν οἰκογένεια ἀναπτύσσεται τῷ πρῶτον, ἡ αἴσθηση ἀγάπης, κοινωνίας, ἱστορίας,
ἀξιῶν, συμμετοχῆς καὶ ἀμφισβήτησης. Αὐτὸ, ποὺ στὴν γλῶσσα τῶν γιαγιάδων λεγόταν
ὁρμἠνεια. Ἁλλά, κυρίως, ἀναπτύσσεται στὸ παιδί, ἡ αἴσθηση ὅτι εἶναι
Πρόσωπικότητα κι’ὄχι ἄτομο.
Ἡ κατεδάφιση τῆς οἰκογένειας ὑποσκάπτει τὰ θεμέλια τῆς ἴδιας τῆς Πολιτείας.
Ἡ μετατροπὴ μάλιστα τοῦ ἐξ αἵματος (ποὺ ἐγγυᾶται τὴν αὐτόβουλη καὶ έθελόθυτη ὑποχρέωση
καὶ θυσία τῶν γονιῶν) σὲ συμβατικό ἐκκολαπτήριο, ἔχει σὰν λογικὴ συνέπεια τὸ νὰ
ἀντιμετωπίσθῇ τό τέκνο, σὰν «καταναλωτικό» προϊόν. Μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθα μιὰς ἐμπορικῆς
ὑποχρέωσης. Ὅπως ἀντικατάστασης ἐλαττωματικοῦ ἤ κατευθυνόμενης χρήσης καὶ ὁ νοῶν
νοεΐτῳ.
Τὸ ὅτι ὁ Πρωθυπουργός δὲν καταλαβαίνει ἀπὸ τέτοια συστήματα, φάνηκε ὅταν
κατεδάφισε τήν ρήση τοῦ Σοφοκλέους «Οὐδὲ
σθένειν τοσοῦτον ᾠόμην τὰ σὰ κηρύγμαθ᾽, ὥστ᾽ ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα
δύνασθαι θνητὸν ὄνθ᾽ ὑπερδραμεῖν» (Σοφ. Ἀντιγ. 453-455), λέγοντας στό Εὐρωκ(υ)νοβούλιο
ὅτι ὑπερτερεῖ τό δίκιο τῶν... ἀνθρώπων. Ἀντί
τό ἐντελῶς ἀνάποδο. Πάπαλα τό μεταγενέστερο «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις»
(Πραξ.ε’29). Ἔ, λόγῳ αὐτῆς τῆς μικρᾶς ... παρανοήσεως, ὑπετάγη στό δίκιο τῶν ἀνθρώπων·
Γερμανῶν, Γάλλων, Τραπεζιτῶν καὶ λοιπῶν,
ὁ ἴδιος καὶ η χώρα.
Τοῦ
Γιώργου Κακαρελίδη
Καθηγητοῦ
Ἐφαρμογῶν στὴν Ἐπιχ. Ἔρευνα & Στατιστική τοῦ ΤΕΙ Δυτ. Ἑλλάδος
Η όπερα αποτελεί μουσικό
θεατρικό είδος, είναι δηλαδή μουσική σύνθεση που περιλαμβάνει συγχρόνως και
σκηνική δράση. Οι διάλογοι των ηθοποιών της όπερας αποδίδονται με τη μορφή
τραγουδιού ενώ η θεατρική παράσταση εκτυλίσσεται παρουσία ενός μουσικού συνόλου
.Ως είδος θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσικά επιτεύγματα του Δυτικού
πολιτισμού και παραμένει ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά είδη.
Ο όρος όπερα είναι ο
πληθυντικός του λατινικού opus που σημαίνει το έργο,
δηλώνοντας έτσι την ενσωμάτωση στην όπερα πολλών καλλιτεχνικών ειδών όπως η
μουσική, το θέατρο, ο χορός και η σκηνογραφία. Αποδίδεται συχνά στα ελληνικά και ως μελόδραμα, αν και ο
όρος αυτός είναι ευρύτερος. Ροκ Οπερα λέγεται μια
Οπερα της οποίας η μουσική σύνθεση είναι κατηγορίας (genre) ρόκ . Ως πρώτη ρόκ όπερα
θεωρείται το Tommy των WHO , που γράφτηκε το 1969 και
ανέβηκε το 1971.
Την ίδια εποχή γράφτηκε
και το Jesus Christ Superstar, που έγινε πρώτα επιτυχία
ως μουσικό άλμπουμ και μετά
(1971) ανέβηκε ως ρόκ όπερα στο Μπροντγουεη. Περιέχει εξαιρετικές μουσικές συνθέσεις. Το
λιμπρέτο αν και απλό, (όπως άλλωστε σχεδόν σε όλες τις όπερες τα κείμενα δεν
αποτελούν ακριβώς την πεμπτουσία της φιλοσοφίας) εξετάζει την πορεία προς το
Πάθος , από την πλευρά ανθρώπων που βρέθηκαν, είτε ως απλός λαός είτε ως
Μαθητές είτε ως Ιούδας είτε ως κατέχοντες εξουσία (Πιλάτος, ηγέτες Καϊάφας και
Αννας), σε μια κατάσταση γεγονότων που, και τους υπερέβαινε, αλλά και ούτε
κατανοούσαν.
Από αυτή την άποψη, η θέση
τους ήταν τραγική. Η μόνη αντίδραση τους ήταν να καταφύγουν στη επίκληση μιας
εκ νέου αρχής. Μέσα από το τραγούδι «Could We Start Again Please» (σε ελεύθερη απόδοση ‘ας
γύριζε ο χρόνος πίσω’) που δεν υπήρχε στο αρχικό
μουσικό αλμπουμ , αλλά προστέθηκε στην παράσταση (μπορείτε να το βρείτε στο link http://www.youtube.com/watch?v=aiOkdne9eMk ), η Μαγδαληνή και ο Πέτρος τραγωδούν την
αδυναμία όλων των μετεχόντων να κατανοήσουν φοβερές καταστάσεις.
Αυτή η φαντασιακή υπεκφυγή
μπορεί να θεωρηθή και ως έμμεση μετάνοια των Μαθητών για την μη υπεράσπιση τού
Διδασκάλου τους, ως έμμεση αμφιβολία για την άδικη υπαναχώρηση των Εξουσιαστών
μπροστά στην προοπτική απώλειας τής Διακυβέρνησης , ως επίκληση για την
υποστροφή των ανθρώπων από το «Ωσαννά» στο «Σταύρωσον Αυτόν». Ακόμη ακόμη,
αδυναμία όχι μόνο των συγκεκριμένων, αλλά τής μεταφυσικής δύο πολιτισμών
–Ιουδαϊκού και Ρωμαϊκού. Εν τέλει ως ξόρκι μπροστά στον Φόβο που ταλανίζει το
ανθρώπινο γένος.
Ομως ο έμφοβος άνθρωπος
δεν είναι ελεύθερος. Και αυτήν ακριβώς την ανελευθερία ζήτησε ο Θεάνθρωπος να
αποδιώξουμε. Αυτήν ακριβώς την ανελευθερία και τους φόβους, η εκκλησία της
Ορθοδοξίας (με τα νάματα τού σύνολου Ελληνικού πολιτισμού) προσπαθεί να
αποσείσει από τον άνθρωπο.
Για να είμαστε Ελεύθεροι
ως πρόσωπα – Οντα, η εκκλησία και οι μάρτυρές της έχυσαν ποταμούς αίματος. Οχι
για την σωτηρία κάποιας νεφελώδους ψυχής , αλλά για την πλήρη και απαραβίαστη
ιερότητα και ελευθερία τού προσώπου τού ζωντανού ανθρώπου.
Πόσοι άραγε μπορούμε να
μην φοβόμαστε και να μην υφιστάμεθα το Θουκιδίδειο «..δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς
ξυγχωροῦσιν....»,«..ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ ...» ;
Η απάντηση έρχεται αβίαστα
σὲ ήχο πλάγιο τού πρώτου: Αναστήτω ο Θεός...
Καλή Ἀνάσταση, Ἀδέλφια!
Καθηγητοῦ Ἐφαρμογῶν στὴν Ἐπιχ. Ἔρευνα & Στατιστική
τοῦ ΤΕΙ Δυτ. Ἑλλάδος
Από την Σίσσυ Αλωνιστιώτου
![]() |
Οκτώβριος 2015. Μουσουλμάνοι προσεύχονται συμμετέχοντας σε εκδήλωση μπροστά στην Πλατεία του Κοινοβουλίου στο Λονδίνο. |
Η αναζήτηση των ορίων της πολυπολιτισμικότητας, της διαφοράς της από μια ανοιχτή, πλουραλιστική κοινωνία η οποία υποδέχεται τον άλλον στη βάση κανόνων αλληλοσεβασμού, έχει προ πολλού ανοίξει τη συζήτηση μεταξύ Δυτικών διανοουμένων, χριστιανών και «εκκοσμικευμένων» μουσουλμάνων. Οι δίαυλοι επικοινωνίας της δικής μας αριστερορθόδοξης κοινωνίας, τόσο με τα επιχειρήματα που διατυπώνονται όσο και με την πραγματικότητα που διαμορφώνεται, δεν φαίνεται να λειτουργούν, παρά μόνο τις ημέρες του σοκαριστικού γεγονότος. Κι αυτό, υπό την προϋπόθεση της ασφαλούς απόστασης. Αυτοί που, εδώ και καιρό, θέτουν τον προβληματισμό σε κάθε ευκαιρία και με όρους δημοκρατίας εισπράττουν την μήνιν και η Σώτη Τριανταφύλλου είναι μία τέτοια «συνήθης ύποπτη» για τα καινά δαιμόνια.
Για το βιβλίο της που κυκλοφόρησε πρόσφατα («Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση - Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία», εκδ. Πατάκη) τη ρωτήσαμε λίγα πράγματα. Είχε κυκλοφορήσει λίγες μέρες πριν από τα γεγονότα στο Παρίσι.
Παλιά σύγκρουση
– Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, είπες και έγραψες ότι «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι». Δεν πιστεύεις ότι είναι μια φράση υπερβολική που συμβάλλει σε αυτό που ονομάζουμε «ρητορική του μίσους»;
– Aνέφερα μια φράση του Μάρκο Πόλο για να υπενθυμίσω και να τονίσω ότι η σύγκρουση μεταξύ Ανατολής και Δύσης δεν χρονολογείται ούτε από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ ούτε, φυσικά, από τις αμερικανικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν – ότι δεν τίθεται ζήτημα «εκδίκησης των καταπιεσμένων». Κατά δεύτερο λόγο, πιστεύω ότι η πολιτική ορθότητα στον ευρω-ατλαντικό κόσμο καταργεί, δογματικά, την πραγματικότητα μέσω της ενοχοποίησης της Δύσης και των ευσεβών πόθων για την καλοήθεια της Ανατολής. Η πολιτική ορθότητα έχει δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο από καλούς τριτοκοσμικούς και κακούς πρωτοκοσμικούς, από θύματα και θύτες. Και προσπαθεί να επιβάλει ασφυκτική λογοκρισία. Oσο για το μετριοπαθές Ισλάμ, είναι ένας μύθος. Θα επαναλάβω την αυτονόητη αλήθεια ότι, πράγματι, υπάρχουν μουσουλμάνοι που έχουν απομακρυνθεί από τη θρησκεία, που έχουν, τρόπον τινά, εκκοσμικευτεί. Αν ακούσουμε ανθρώπους σαν τον Μπουαλέμ Σαμσάλ –τον Αλγερινό συγγραφέα του βιβλίου «2084»– που διέρρηξαν τη σχέση τους με τη μουσουλμανική τους ανατροφή, θα καταλάβουμε το επίσης αυτονόητο: όποιος παραμένει στο εσωτερικό του μουσουλμανισμού έχει συγκεχυμένα συναισθήματα έναντι της τζιχάντ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπουν οι φιλειρηνικοί άνθρωποι που τηρούν το Ραμαζάνι και περνάνε κάπου κάπου μια βόλτα από το τζαμί. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες, οι μετανάστες από την Αφρική και την Ανατολή ανατρέφονται σε θεοσεβούμενες κοινότητες, μερικές από τις οποίες είναι οριακά φανατικές ή φανατικές.
Το «μέτρο» του φανατισμού δεν είναι μόνον η επιθυμία για βία ή η άσκηση βίας αλλά και η άρνηση ένταξης στις δυτικές κοινωνίες, η εξύμνηση της απομόνωσης των κοινοτήτων σε δικό τους χώρο και χρόνο, η εθνικιστική αναδίπλωση, ο ρατσισμός έναντι των «λευκών», το σύμπλεγμα ανωτεροκατωτερότητας, ο μισογυνισμός, η απόρριψη του λαϊκού σχολείου και η απαξίωση της γνώσης. Αυτά επιτείνουν την αμάθεια και τη θρησκοληψία με αποτέλεσμα τον εξτρεμισμό. Η ρητορική μίσους δεν ωφελεί – αλλά δεν ωφελεί ούτε η εθελοτυφλία, ο εξωραϊσμός μιας πολύ ανησυχητικής κατάστασης που μοιάζει σήμερα με ελέφαντα σε δωμάτιο. Η ισλαμοφοβία είναι φυσικό και αναμενόμενο αντανακλαστικό. Από την πλευρά τους, οι ηγεσίες ορθώς πράττουν όταν προσπαθούν να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή και να αποτρέψουν πράξεις βίας εκ μέρους των Ευρωπαίων. Για να καθησυχαστούν όμως οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί, είναι απολύτως απαραίτητη η ενεργός κινητοποίηση των μουσουλμάνων εναντίον του εξτρεμισμού. Κάτι που, όπως φαίνεται, δεν συμβαίνει σε μαζική κλίμακα.
Αξίες και δικαιώματα
– Απορρίπτοντας την πολυπολιτισμικότητα δεν στρεφόμαστε εναντίον των ίδιων των δυτικών αξιών που υπερασπιζόμαστε;
– Οχι. Υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην πολυπολιτισμική και στην πλουραλιστική δημοκρατική κοινωνία. Πλουραλισμός είναι μια δεδομένη κατάσταση ποικιλίας φυλών, θρησκειών, σεξουαλικών προτιμήσεων κ.λπ. Οι κοινωνίες μας είναι πλουραλιστικές, «ανοιχτές» – άλλες πολύ, άλλες λιγότερο. Η πολυπολιτισμικότητα είναι πολιτικό πρόγραμμα που αντιτίθεται στην αφομοίωση των ξένων διότι τη θεωρεί υπερβολικά βίαιη. Με το πρόσχημα των «δικαιωμάτων», επιτρέπει τη δημιουργία ξεχωριστών κοινοτήτων που εξελίσσονται σε παράλληλες κοινωνίες οι οποίες όχι μόνον δεν σέβονται τους νόμους και το έθος της χώρας υποδοχής αλλά εφαρμόζουν δικό τους πρόγραμμα ανατροπής αυτών των νόμων και του έθους. Ο πλουραλισμός μπορεί να μας εμπλουτίζει, η πολυπολιτισμικότητα όμως υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τους θεσμούς της δημοκρατίας. Και, παρότι η Αριστερά πιστεύει στην πρόοδο μέσω της ανάπτυξης «δικαιωμάτων», το δικαίωμα στη Σαρία –μερικώς ή ολικώς– αποδεικνύει για ακόμα μία φορά στην Ιστορία ότι η ανθρωπότητα μπορεί να οπισθοχωρήσει, ότι ο δρόμος δεν μας οδηγεί υποχρεωτικά προς τα μπρος.
Οι ευθύνες της Δύσης
– Σε ποιο βαθμό και τι είδους ευθύνες αναγνωρίζεις στη Δύση για τη «ριζοσπαστικοποίηση» του Ισλάμ;
– Οι δυτικές χώρες δεν είναι παντοδύναμες όπως νομίζουν πολλοί. Δεν ευθύνονται για όλα τα δεινά, ούτε μπορούν να τα διορθώσουν, ακόμα κι αν το επιθυμούν. Οπως έχουμε επαναλάβει συχνά, οι ΗΠΑ διέπραξαν εγκληματικό σφάλμα όταν υποστήριξαν τους μουτζαχεντίν εναντίον της αφγανικής κυβέρνησης η οποία προσέκειτο στην τότε ΕΣΣΔ. Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ ήταν, σε πολλές περιπτώσεις, καλοήθης – όσο καλοήθης μπορεί να είναι η πολιτική μιας διεθνούς δύναμης: όμως, η λεγόμενη «εισβολή» στο Αφγανιστάν ξεσήκωσε τις υπερευαίσθητες ευρωπαϊκές ψυχές και οι ΗΠΑ βρήκαν ευκαιρία να επιτεθούν στην ΕΣΣΔ μέσω των φανατικών μουσουλμάνων. Οι οποίοι στη συνέχεια δημιούργησαν πυρήνες εξισλαμισμού σε όλη τη Δύση ευνοούμενοι από την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Αυτά παθαίνει όποιος εφαρμόζει την ανόητη πολιτική τού «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου»... Αν προσθέσουμε τη διφορούμενη στάση της Δύσης στην αραβοϊσραηλινή διένεξη, έχουμε μια εικόνα πολύ περίπλοκων προβλημάτων που ίσως συνετέλεσαν στη ριζοσπαστικοποίηση. Αλλά επιμένω ότι η ισλαμική θεμελιοκρατία οφείλεται κυρίως σε ενδογενή προβλήματα των μουσουλμανικών κοινοτήτων που απέτυχαν να γίνουν πολίτες της Δύσης: σε αυτό έπαιξε ρόλο η διχαστική πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Τέλος, ένα από τα κίνητρα της ριζοσπαστικοποίησης των μουσουλμάνων δεύτερης και τρίτης γενιάς είναι η φθονερή απόρριψη ενός συστήματος και μιας κοινωνίας στην οποία, παρότι τους δόθηκαν όλα τα μέσα, απέτυχαν να ενσωματωθούν. Η «ριζοσπαστικοποίηση» δεν πρέπει να αποδίδεται στη φτώχεια: η μαρξίζουσα ερμηνεία παραείναι εύκολη.
(Η Καθημερινή, 29.11.2015)
του Σταύρου Κατσούλη
Το παρόν άρθρο απευθύνεται σε πιστούς Ορθόδοξους Χριστιανούς κλήρο και λαό, και σε οποιονδήποτε άλλο μπορεί να αντιμετωπίσει μια άποψη, χωρίς ιδεοληψίες.
Είναι πειρασμός σήμερα να αναγάγει κανείς την σημερινή κατάσταση εκφασισμού των κοινωνιών σε ιδεολογικές καταβολές ή να την δει με ταξικά κριτήρια. Όμως εάν κανείς γνωρίζει λίγο από τον "χριστιανισμό" της δύσης, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η όλη κατάσταση πηγάζει εξ ίσου και από την διαστροφή του Χριστιανισμού την οποία ακολουθούν και εδώ μιλάμε συγκεκριμένα για τον κλασσικό προτεσταντισμό και τον πουριτανισμό που έρχεται αναγκαστικά μαζί του. Οι προτεστάντες, δούλευαν και δουλεύουν μέχρι σήμερα, έτσι ώστε να αποδεικνύεται ότι ο λόγος που έχουν τα αγαθά που έχουν, και να δείχνουν ότι τα δικαιούνται λόγω ακριβώς της ζωής που ζούν.

Πως αντελήφθη η Ευρώπη την μίμησιν του Θεού
Το τεχνικό πνεύμα επικράτησε στην Ευρώπη όταν η λύτρωση που πρόσφερε η Εκκλησία έπαψε να είναι κέντρο και σκοπός της ζωής των ανθρώπων. Από την άποψη αυτή η τεχνική παρουσιάζεται σαν διάδοχος του Χριστιανισμού. Αυτό δεν έγινε όταν η πίστη συνάρπαζε τον άνθρωπο, αλλά όταν ο άνθρωπος αναζήτησε την σωτηρία του στον κόσμο αυτόν, όταν προσπάθησε να νικήσει τον θάνατο με τις δικές του δυνάμεις.
Όταν έπαψε να πιστεύει στην θρησκευτική υπερνίκηση του θανάτου, στην λύση του βασικού του προβλήματος δια της θυσίας του Χριστού. Όταν έπαψε να πιστεύει στην Χάρη που έπαιρνε ενώ δεν την άξιζε, και άρχισε να συγκεντρώνει όλες του τις προσπάθειες σε ετούτη την ζωή.
Όταν προσπάθησε να θεωρήσει την ζωή ως λυτρωτική δυνατότητα. Όταν προσπάθησε να στήσει ιστορική αξία, αντί της αθανασίας. Όταν αγωνιούσε να νικήσει την ενθύμηση του θανάτου, αντί του ίδιου του θανάτου.
Αυτό ήταν το εσωτερικό κίνητρο της τεχνικής αφοσίωσης του ανθρώπου, το να νομίζει ότι κατακτά την αθανασία με ό,τι αυτός κατορθώνει. Γι᾿ αυτό, στην αρχή του δρόμου της απιστίας, όταν ο άνθρωπος νόμισε ότι δεν χρειάζεται τον Θεό, τότε ακριβώς σκέφτηκε να μιμηθεί τις Θεϊκές ικανότητες! Το "αεικίνητον" (perpetuum mobile) υπήρξε η πρώτη αμιγώς ευρωπαϊκή σκέψη. Τελικώς ήταν ουτοπία, για την οποία οι μελλοντικές γενιές θα κατηγορήσουν την εποχή μας όταν θα κοπάσουν οι ιαχές των θαυμαστών και οι κατάρες των διαφωνούντων.Η μίμηση του Θεού είναι χριστιανική εντολή ("Γίνεσθε οὖν μιμηταὶ τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά" Εφ. 5, 1) αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος απέρριψε την πρόταση της ηθικής ομοιώσεως και αποφάσισε να Τον μιμηθεί οντολογικά. Αυτό δεν έγινε αντιληπτό εξ αρχής, μέχρις ότου παραμερίστηκε ο Θεός από την καθημερινότητα των ανθρώπων αντικαθιστάμενος από τις τεχνικές δυνατότητες και ο άνθρωπος άρχισε "να κάνει δικές του" μία-μία τις Θεϊκές ιδιότητες. Ο Θεός δεν δεσμεύεται από τον χρόνο, άρχισε και ο άνθρωπος να υπερπηδά τα χρονικά φράγματα. Ο Θεός δεν δεσμεύεται από τον χώρο, γίνεται και ο άνθρωπος "πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν".
Του Θεοδώρου Ι. Ζιάκα
Η Σχολὴ Γκουρτζίεφ, ποὺ ἐμφανίστηκε τὸν 20ὸ αἰώνα, εἶναι
μᾶλλον ἡ «ἐπιστημονικότερη» καὶ «ἀριστοκρατικότερη» μέσα στὸ
πολύχρωμο φάσμα τοῦ σύγχρονου γνωστικισμοῦ. Καθὼς ἐνδιαφέρεται,
πρὶν ἀπ’ ὅλα, γιὰ τὴ διατήρηση τῆς διδασκαλίας της σὲ ἕνα
ὑψηλὸ ἐπίπεδο κατανόησης, ὥστε νὰ μὴν ἀλλοιωθεῖ καὶ
ἐκφυλισθεῖ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, εἶναι ἀντίθετη στὸν
προσηλυτισμό.
Οἱ δυσνόητες ἰδέες της καὶ ἡ ἀναντιστοιχία ἀπαιτητικότητας καὶ πρακτικῶν ἀποτελεσμάτων μᾶλλον ἀπωθοῦν παρὰ ἑλκύουν. Ὁ homo hermeticus ζητᾶ ἐντυπωσιακὰ ἀποτελέσματα δίχως καθόλου κόπο.
Ὁμάδες μελέτης τοῦ γκουρτζιεφικοῦ γνωστικισμοῦ ὑπάρχουν ἀρκετὲς στὴ Δύση. Στὴν Ἑλλάδα κινοῦνται γύρω ἀπὸ δύο κέντρα: τὸ «Ἵδρυμα Γκουρτζίεφ» καὶ τὸ «Ἰνστιτοῦτο Γκουρτζίεφ». Σχεδὸν ὅλα τὰ ἔργα τῆς σχολῆς ἔχουν μεταφραστεῖ.
1. Τὸ ἱστορικὸ τῆς σχολῆς.
Ὁ Γεώργιος Ἰβάνοβιτς Γκουρτζίεφ γεννήθηκε τὸ 1869 στὴν Ἁλεξανδρούπολη τῆς ἐπαρχίας Κὰρς τῆς Ἁρμενίας, ἀπὸ πατέρα Ἕλληνα καὶ μητέρα Ἁρμένισσα. Φοίτησε στὸ ἑλληνικὸ σχολεῖο τῆς γενέτειράς του καὶ ἐν συνεχείᾳ στὸ ρωσικὸ κολέγιο τοῦ Κάρς, ὑπὸ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρχιμανδρίτη Μπόρις, φίλου τοῦ πατέρα του.
Ἁντὶ νὰ ἀκολουθήσει θρησκευτικὲς καὶ ἐπιστημονικὲς σπουδὲς
καὶ νὰ γίνει παπὰς καὶ γιατρός, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ δάσκαλός
του, ἀποφάσισε νὰ ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὴν ἀναζήτηση τῶν
ἐξηγήσεων στὰ μυστήρια ποὺ ἀφήνουν ἀνεξήγητα ἡ θρησκεία καὶ
ἡ ἐπιστήμη: στὴν ἀναζήτηση τῆς Γνώσης μὲ κεφαλαῖο γάμα. Γιὰ
τὴν ἀνεύρεση τῆς «ἀνώτερης» αὐτῆς Γνώσης ἵδρυσε τὸ 1896 τὴν
διεπιστημονικὴ ὁμάδα «Ἁναζητητὲς τῆς Ἁλήθειας», ἀπὸ γιατρούς,
ἀρχαιολόγους, γεωγράφους, μουσικοὺς κ.ἄ. Καὶ ἐξαφανίστηκε, γιὰ
πολλὰ χρόνια, σὲ εἰδικὲς ἀποστολὲς στὴ Μέση Ἁνατολή, τὴν
Αἴγυπτο, τὴν κεντρικὴ Ἁσία, τὴν Ἰνδία, τὸ Θιβέτ, τὴν Ἄπω
Ἁνατολή, τὴν Ἰνδονησία, μέχρι καὶ τὴν Αὐστραλία. Τί ἀπ’
αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια καὶ τί μύθος μόνο ὁ ἴδιος τὸ ξέρει.
Τὸ 1912 ἐμφανίζεται ξαφνικὰ στὴ Μόσχα καὶ ἀναγγέλλει τὴν ἵδρυση τοῦ «Ἰνστιτούτου γιὰ τὴν ἁρμονικὴ ἀνάπτυξη τοῦ Ἁνθρώπου». Ὑποτίθεται ὅτι εἶχε βρεῖ μιὰ «πανάρχαια» Γνώση, τὴν εἶχε κάνει «Σύστημα» καὶ ἐργαζόταν γιὰ τὴν ἐφαρμογή της στὸν σύγχρονο κόσμο. Υἱοθετώντας τὸ θεοσοφικὸ λεξιλόγιο, ποὺ ἦταν τοῦ συρμοῦ στοὺς γνωστικοὺς κύκλους τῆς ἐποχῆς, προσήλκυσε γύρω του ἕναν ἀριθμὸ σημαντικῶν Ρώσων διανοουμένων. Ἡ προσπάθειά του ἔμεινε, ὡστόσο, στὰ σκαριά. Ἡ Σοβιετικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1917 τὸν ὑποχρέωσε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ρωσία. Μετέφερε γιὰ λίγο τὴ σχολή του στὸν Καύκασο. Καὶ ἔπειτα στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἁλλὰ οὔτε ἐκεῖ ἦταν εὐνοϊκὲς οἱ συνθῆκες. Ἔτσι κατέληξε στὴ Δύση.
Τὸ 1922 ἐγκαθιστᾶ τὸ Ἰνστιτοῦτο του στὴ Γαλλία, στὸ Πριερέ, κοντὰ στὸ Φοντενεμπλώ. Ἐκεῖ, στὴν ἕδρα τῆς σχολῆς, ἔθεσε σὲ δοκιμασία καὶ προσπαθοῦσε νὰ τελειοποιήσει ἕνα εἰδικὸ σύστημα αἰσθησιοκινητικῶν μεθόδων κατανόησης τῆς Γνώσης, τὶς λεγόμενες «Κινήσεις». Παράλληλα, μέσω δημοσίων διαλέξεων, κοινοποιοῦσε πρὸς τὰ ἔξω τὴ βασικὴ ἰδέα- σκοπὸ τῆς σχολῆς του: τὴν ἐπεξεργασία μιᾶς «ἐπιστημονικῆς» μεθόδου γιὰ τὴν «ἁρμονικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου». Ἡ δουλειά του στὸ Πριερὲ θὰ τοῦ δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ἀσκήσει ἐπιρροὴ σὲ ἐπιλεγμένους ἀνθρώπους στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἁμερική.
Ἁπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ὁμάδων τῆς Μόσχας ὁ Γκουρτζίεφ ἀπέφευγε τὴ γραπτὴ διατύπωση τῶν ἰδεῶν του, μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ κατανόηση εἶναι συνάρτηση τοῦ «εἶναι» κάθε ἀνθρώπου. Ὅταν μιὰ ἀνώτερη διδασκαλία κοινοποιεῖται, μέσω ἑνὸς βιβλίου, στὸ δεδομένο ὑπανάπτυκτο «εἶναι» τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, εἶναι καταδικασμένη νὰ παρανοηθεῖ καὶ νὰ διαστρεβλωθεῖ. Τὰ Εὐαγγέλια π.χ. εἶναι προσιτὰ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι μᾶλλον ἀπογοητευτικό. Χωρὶς τὴ βίωση τῆς ἀλήθειας ἡ κατανόησή της εἶναι ἀδύνατη. Καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτό, ἔλεγε, εἶχε ἐπεξεργαστεῖ τὶς Κινήσεις: ὡς μέσο γιὰ τὴν πρόκληση τοῦ ἀναγκαίου βιώματος. Συνεπὴς στὴν «ἀντισυγγραφικὴ» θέση του δὲν ἐπέτρεπε στοὺς ἀκροατὲς τῶν διαλέξεών του νὰ κρατοῦν σημειώσεις. (Μερικοὶ βέβαια κατέγραφαν ἔπειτα ὅ,τι εἶχαν ἀκούσει.)
Μετὰ ἀπὸ ἕνα αὐτοκινητιστικὸ δυστύχημα καὶ γιὰ λόγους ποὺ ἀγνοοῦμε, ὁ Γκουρτζίεφ ἔκλεισε τὸ Ἰνστιτοῦτο του καὶ ἀφοσιώθηκε σ’ αὐτὸ ποὺ πρὶν θεωροῦσε μάταιο: τὴ γραπτὴ διατύπωση τῆς διδασκαλίας του. Ἔγραψε τρία βιβλία: τὶς Ἱστορίες τοῦ Βεελζεβοὺλ στὸν ἐγγονό του, τὶς Συναντήσεις μὲ ἀξιοσημείωτους ἀνθρώπους καὶ τὸ ἡμιτελὲς Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι πραγματικὴ παρὰ μόνο ὅταν «Εἶμαι». Τὸ 1935 σταμάτησε νὰ γράφει. Γιὰ ἄγνωστους καὶ πάλι λόγους.
Ὡστόσο δεχόταν κόσμο στὸ διαμέρισμά του στὸ Παρίσι, ὅπου καὶ ἔκανε διάσημες προπόσεις «εἰς ὑγείαν τῶν ἠλιθίων». Καὶ ἐργαζόταν, λένε, ἐντατικὰ γιὰ τὴ διαμόρφωση τῶν ἀνθρώπων στοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστευόταν τὸ μέλλον τῆς σχολῆς του. Θὰ πεθάνει τὸ 1949 στὸ Νεϊγύ, ἐνῶ ἦταν ἕτοιμος γιὰ τὸ τελευταῖο μεγάλο ταξίδι του στὴν Ἁμερική.
Ὁ πιὸ προικισμένος μαθητὴς τοῦ Γκουρτζίεφ ἦταν ὁ μαθηματικὸς Πέτρος Ντεμιάνοβιτς Οὐσπένσκυ (1878-1947). Εἶχαν συναντηθεῖ τὸ 1915 καὶ συνεργάζονταν μέχρι τὴν ἐγκατάστασή τους στὴ Δύση. Τὸ βιβλίο του Ἁναζητώντας τὸν κόσμο τοῦ θαυμαστοῦ, ἀποσπάσματα μιᾶς ἄγνωστης διδασκαλίας, θεωρεῖται ἡ καλύτερη ἐπιτομὴ τοῦ γκουρτζιεφικοῦ συστήματος. Ἐκδόθηκε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Οὐσπένσκυ καὶ ἐνῶ ζοῦσε ἀκόμη ὁ Γκουρτζίεφ, ὁ ὁποῖος τὸ βρῆκε «ἀπολύτως ἱκανοποιητικό». Πρόκειται γιὰ τὸ βιβλίο ποὺ θὰ κάνει προσιτὲς τὶς ἰδέες τῆς σχολῆς στὸ εὐρύτερο κοινό.
Ἁξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐγκατάστασής τους στὴν Εὐρώπη οἱ δύο ἄνδρες δὲν εἶχαν καμιὰ ἐπικοινωνία. Ὁ Οὐσπένσκυ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἁγγλία καὶ κρατήθηκε ἐπιμελῶς σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν δάσκαλό του. Ἄνοιξε δική του σχολή, ἔφτιαξε μαθητὲς καὶ ἀπέκτησε αὐτοτελῆ φήμη, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ γίνεται λόγος γιὰ «Σχολὴ Γκουρτζίεφ- Οὐσπένσκυ». Καὶ ὄχι ἀδίκως, ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι τὰ προηγούμενα ἔργα του, Tertium Organum καὶ Ἕνα νέο πρότυπο τοῦ σύμπαντος (ὅπου βρίσκουμε καὶ τὴ μοναδικὴ ὁλοκληρωμένη θεωρητικὴ διαπραγμάτευση τῆς «αἰώνιας ἐπιστροφῆς»), τὸν εἶχαν καθιερώσει ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1920 ὡς σοβαρὸ καὶ πρωτότυπο γνωστικὸ φιλόσοφο.
Πολὺ πρὶν γνωρίσει τὸν Γκουρτζίεφ, ὁ Οὐσπένσκυ εἶχε μελετήσει τοὺς «δρόμους τοῦ καλόγερου, τοῦ φακίρη καὶ τοῦ γιόγκι». Εἶχε πειστεῖ ὅτι εἶχαν κάποια ἀποτελεσματικότητα, ἀλλὰ μέσα στὸ θρησκευτικό τους οἰκοσύστημα. Τοὺς θεωροῦσε ἐντελῶς ἀκατάλληλους γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁραματιζόταν ἕνα «Σύστημα» βασισμένο στὸν λόγο καὶ στὸ πείραμα – δίχως καθόλου θρησκευτικὰ προαπαιτούμενα. Κι αὐτὸ ἀκριβῶς πίστεψε ὅτι βρῆκε στὸν «Τέταρτο Δρόμο» τοῦ Γκουρτζίεφ: τὸν «δρόμο» ποὺ «συναιροῦσε» τοὺς τρεῖς παραδοσιακούς, ὑπερβαίνοντάς τους. Μιλᾶ μάλιστα γιὰ «ἀποδείξεις» ποὺ εἶχε λάβει, ἐννοώντας ὅτι ὁ Γκουρτζίεφ κατεῖχε «δυνάμεις» σὰν κι αὐτὲς ποὺ ἀποδίδονται στοὺς παραδοσιακοὺς δρόμους.
Τὸν προβλημάτιζαν, ὡστόσο, οἱ ἀνεξήγητες πρακτικὲς ἐπιλογὲς τοῦ δασκάλου του στὴν Εὐρώπη. Διέβλεπε σ’ αὐτὲς ἀνομολόγητα θρησκευτικὰ συμφραζόμενα. Εἶχε συνάμα τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Γκουρτζίεφ κοινοποιοῦσε μόνο «ἀποσπάσματα» ἀπὸ τὸ «Σύστημα». Ὅτι ἔκρυβε βασικὰ σημεῖα του... Τελικῶς ἡ διαφορά τους, κι αὐτὸ εἶναι ποὺ ἔχει σημασία, ἀφοροῦσε στὸν τρόπο ἐφαρμογῆς τῆς γκουρτζιεφικῆς διδασκαλίας καὶ ὄχι στὴ διδασκαλία καθ’ ἑαυτήν.
Στὶς τελευταῖες στιγμές του, ὁ μᾶλλον εὐθὺς καὶ εἰλικρινὴς αὐτὸς ἄνθρωπος θὰ πεῖ: «δὲν ὑπάρχει Σύστημα». Θὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ὁ κεντρικὸς στόχος τῆς ζωῆς του ἦταν μιὰ χίμαιρα.
Ἂν ὁ δάσκαλος ἑστιαζόταν στὸ αἰσθησιοκινητικὸ σύστημα καὶ ὁ καλύτερος μαθητής του στὸ διανοητικό, ἄλλοι θὰ δώσουν ἔμφαση στὸ συναισθηματικό. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὁ ἱστορικὸς τῆς ρωσικῆς μοναρχίας Μπόρις Μουραβιώφ, θὰ δώσει τὸ πιὸ συστηματικὸ ἔργο τῆς Σχολῆς μὲ τίτλο: Γνώση, μελέτη καὶ σχόλια στὴν ἐσωτερικὴ παράδοση τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐνῶ στὰ ἔργα τῶν Γκουρτζίεφ καὶ Οὐσπένσκυ γίνονται μόνο νύξεις γιὰ τὶς ὑποτιθέμενες χριστιανικὲς πηγὲς τοῦ συστήματος (ὁ πρῶτος μιλᾶ γιὰ «ἐσωτερικὸ χριστιανισμό», ἐνῶ ὁ δεύτερος παραπέμπει στὴ Φιλοκαλία), στὸ ἔργο τοῦ Μουραβιὼφ τὸ «σύστημα» ἐκτίθεται ρητὰ ὡς «ὀρθόδοξος» χριστιανικὸς γνωστικισμός.
2. Ἡ δική μου ἐπαφὴ μὲ τὸ «σύστημα».
Τὸ 1965-66 εἶχα πάρει τὴ «μεγάλη ἀπόφαση» νὰ ἀφιερωθῶ στὸ ἰδανικὸ τῆς ἀταξικῆς κοινωνίας. Καὶ καθὼς δὲν γίνεται «ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου» χωρὶς τὸ «ὑποκείμενο τῆς ἀλλαγῆς», εἶχα προσχωρήσει σὲ ὅσους ὑποστήριζαν, ἐκείνη τὴν ἐποχή, ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο νὰ ξαναφτιαχτεῖ τὸ ἐπαναστατικὸ κόμμα τῆς ἐργατικῆς τάξης. Ἐντάχθηκα, λοιπόν, στὴν προσπάθεια οἰκοδόμησης τῆς «σωστῆς Ὀργάνωσης».
2.1. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Ἡ ἐμπειρία μου ὅμως ἀπ’ αὐτὴ τὴν προσπάθεια θὰ ἀποβεῖ ἀποκαρδιωτική. Ἦταν μιὰ κωμικοτραγικὴ ἀποτυχία. Καταλήξαμε νὰ κάνουμε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκαμε. Ἁναπαράγαμε καταφανῶς τὰ ἴδια συμπτώματα ποὺ καταγγέλλαμε: ἀσυνέπεια, ὑποκρισία, φιλαρχία, καιροσκοπισμό, ἀλληλοϋπονόμευση κ.λπ. Οἱ δικοί μας «σταλινίσκοι» δὲν εἶχαν νὰ ζηλέψουν τίποτε ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἴχαμε ἀπορρίψει. Ποῦ νὰ παίρναμε καὶ τὴν ἐξουσία...
Τὸ ἐρώτημα ἀνέκυψε ἀμείλικτο: γιατί ἕνα συλλογικὸ ὑποκείμενο, τὸ ὁποῖο ξεκινᾶ νὰ καταργήσει τὴν ἐκμετάλλευση καὶ τὴν κυριαρχία, εἶναι καταδικασμένο νὰ τὰ ἀναπαράγει καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα;
Μὲ τὸν μακαρίτη τὸν Ἄρη Ζεπάτο κάναμε ἕναν ἀπολογισμὸ τῆς γενικότερης αὐτῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀριστεροῦ κινήματος. Τὸ συμπέρασμά του εἶχε τρία σημεῖα:
1. Δὲν μπορεῖς νὰ «ἀλλάξεις τὸν κόσμο», ἂν δὲν μπορεῖς νὰ ἀλλάξεις ὁ ἴδιος.
2. Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ ἀλλάξεις. 3. Μιὰ θεωρία γιὰ τὴν αὐτο-αλλαγὴ τοῦ ὑποκειμένου εἶναι πρωταρχικὴ ἀπαίτηση. Ἡ θεωρία μας, ὁ μαρξισμός, δὲν εἶχε τίποτα νὰ πεῖ γιὰ τὸ θέμα.
Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ψάξουμε ἀλλοῦ.
2.2. Η «ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΗΣ ΕξΕΛΙξΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»
Κατευθυνθήκαμε κατ’ ἀρχὰς στὴν ψυχολογία, ἀρχίζοντας ἀπὸ τοὺς φροϋδομαρξιστὲς καὶ φτάνοντας στὸν Γιούνγκ. Αὐτὸς ὁ τελευταῖος μιλοῦσε ρητὰ γιὰ τὴν «ἐξατομίκευση» καὶ τὰ προβλήματά της. Διαπιστώσαμε ὅμως ὅτι ἡ μοντέρνα ψυχολογία, καθὼς ἀσχολεῖται μόνο μὲ τὸν ψυχικὰ ἄρρωστο, δὲν ἔχει ἀπάντηση.
Χρειαζόμασταν μιὰ ψυχολογία ἡ ὁποία νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὸν «ὑγιῆ» ἄνθρωπο. Ἁναζητώντας την φτάσαμε στὴ σχολὴ Γκουρτζίεφ, ἡ ὁποία πρόσφερε ἀκριβῶς ἕνα «σύστημα» αὐτο-αλλαγῆς τοῦ συνηθισμένου-ὑγιοῦς ἀνθρώπου. Μιὰ «ψυχολογία τῆς δυνατῆς ἐξέλιξης τοῦ ἀνθρώπου». Ἰδοὺ μερικὲς ἀπὸ τὶς ἐντυπωσιακὲς ἰδέες της:
1. Ἡ ἰδέα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ἡμιτελὲς ὄν, ποὺ πρέπει νὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ δικές του συνειδητὲς προσπάθειες.
Ἡ ἰδέα ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει λόγω τῆς μηχανικότητάς του, μιᾶς εἰδικῆς μορφῆς ὕπνου, μέσα στὴν ὁποία ἀναλώνει τὴ ζωή του.
3. Ἡ ἰδέα ὅτι ἔχουμε μέσα μας πολλὰ ἄσχετα μεταξύ τους ἐγώ, ἡ χαοτικὴ κίνηση τῶν ὁποίων μᾶς κάνει ἕρμαια τῆς τύχης καὶ τῆς
ἀ νάγκης.
4. Ἡ διάκριση «οὐσίας» καὶ «προσωπικότητας» μέσα μας, ὅπου ἡ
δεύτερη ἀναπτύσσεται σὲ βάρος τῆς πρώτης.
5. Ἡ διάκριση τριῶν ψυχικῶν κέντρων μέσα μας –νοητικοῦ, συναισθηματικοῦ, κινητικοῦ–, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν μονόπλευρα
καὶ ἄναρχα.
6. Ἡ μεγάλη σημασία τῆς αὐτεπίγνωσης καὶ τῆς πάλης μὲ τὴ δυαδικὴ σκέψη, τὴ φαντασία καὶ τὰ ἀρνητικὰ συναισθήματα, προκειμένου νὰ ἔχουμε μιὰ συνειδητὴ καὶ ἐλεύθερη προσωπικὴ ἐξέλιξη.
Ἡ διαπραγμάτευση τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἔπειθε ὅτι εἶχαν πίσω τους πλούσια ἐπεξεργασμένη ἐμπειρία καὶ ὄχι ἁπλῶς εὐφυῆ διανοήματα.
Ἡ ψυχολογία τοῦ γκουρτζιεφικοῦ συστήματος κάλυπτε πλήρως τὶς ἀπαιτήσεις μου. Εἶχα τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ πρόβλημα. Ἡ κοσμολογία του ὅμως μὲ πάγωσε κυριολεκτικά.
Φοβούμενος ὅτι τὴν παρανοῶ, καθὼς εἶναι ἰδιαίτερα πολύπλοκη, τῆς ἀφιέρωσα ἐνδελεχῆ μελέτη. Ἡ μελέτη ἐπιβεβαίωσε τὴν αἴσθησή μου. Ἡ τόσο ἑλκυστικὴ ψυχολογία τοῦ «συστήματος» ἦταν ἐγγεγραμμένη σὲ μιὰ ἀπολύτως ἀναγκαιοκρατικὴ κοσμολογία.
2.3. Η «ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΗΣ ΕξΕΛΙξΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»
Τὰ κοινωνικὰ προβλήματα ὑπερκαθορίζονται ἀπόλυτα ἀπὸ ἐξωκοινωνικὲς ἐπιδράσεις («κοσμικές», «πλανητικὲς» κ.τ.τ.). Δὲν μποροῦμε στὸ κοινωνικὸ πεδίο νὰ διαρρήξουμε τὰ δεσμὰ τῆς τύχης καὶ τῆς ἀνάγκης. Προσκρούουμε στὸν «Γενικὸ Νόμο». Συνεπῶς: Τὸ αἴτημα τῆς «ἀλλαγῆς τοῦ κόσμου» στερεῖται νοήματος.
Μόνο στὸ ἀτομικὸ πεδίο μποροῦν νὰ ὑπάρξουν συνειδητὲς ἀλλαγές, γιατὶ ἰσχύει ἐκεῖ ὁ «Νόμος τῆς Ἐξαίρεσης». Σὲ συνάφεια ὅμως μὲ τὸν «γενικὸ νόμο» τὰ ὅποια θετικὰ ἀποτελέσματα τῆς «ἐργασίας πάνω στὸν ἑαυτὸ» δὲν «κρυσταλλώνονται» στὸ ἐπίπεδο τῶν κοινωνικῶν μας σχέσεων, ἀλλὰ κάπου «ἔξω ἀπ’ αὐτό» (π.χ. στὸν «ἀστρικὸ» χῶρο).
Ἐκεῖ ὅμως εἶναι ἀδύνατη ἡ διϋποκειμενικὴ ἐπαλήθευση τῶν ἐπιτευγμάτων. Ὁ «λιγότερο ἐξελιγμένος» δὲν ἔχει κανένα ἐμπειρικὸ τρόπο νὰ δεῖ τί τὸν κάνει ὑποδεέστερο τοῦ καθοδηγητῆ του. Ἁποτέλεσμα: Ἡ ἀναγκαία ἱεράρχηση στὸ πλαίσιο τῆς συλλογικῆς ἐργασίας (σχολῆς, ὀργάνωσης κ.λπ.), καὶ κατὰ προέκταση στὸ ἐπίπεδο τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, ἀπὸ ἀξιοκρατικὴ γίνεται ἀναγκαστικὰ δεσποτική.
Συνεπῶς: Ἁποθέωση τοῦ δεσποτισμοῦ.
3. Τὰ ἑλληνικὰ αὐτονόητα.
Προβληματισμένος ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο αὐτό, ἀποφάσισα νὰ ἀκολουθήσω τὶς παραπομπὲς τοῦ «συστήματος» στὸν χριστιανισμό.
Πῆγα ἔτσι στοὺς Ἕλληνες Πατέρες. Εἶδα νὰ διαπραγματεύονται τὸ ἴδιο θέμα, τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ πάθη του, ἀλλὰ μὲ μεγαλύτερη διαύγεια. Παράδειγμα ἡ θέση τοῦ ἁγίου Μαξίμου, γιὰ τὴ φιλαυτία ὡς μητέρα ὅλων τῶν παθῶν. Πῶς δηλαδὴ εἶναι ἀνίκητα τὰ πάθη ὅσο παραμένει ἡ φιλαυτία. Πῶς καμιὰ «ἀφύπνιση τῆς συνείδησης» δὲν εἶναι ἀρκετή. Πῶς μόνο ἡ βιωματικὴ σχέση ἀγάπης πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Πλησίον μπορεῖ νὰ περιορίσει τὴ φιλαυτία, ἐπιτρέποντας κάποιο θετικὸ ἀποτέλεσμα στὸ πεδίο τῶν παθῶν. (Μᾶς τὰ θύμισε πρόσφατα ὁ σεβασμιώτατος Περγάμου σὲ μιὰ ἐνδιαφέρουσα ἔκδοση τῆς Μονῆς Κύκκου μὲ τίτλο Ὀρθοδοξία καὶ σύγχρονος κόσμος.)
Διαπίστωσα ἐπιπλέον ὅτι ἡ ψυχολογία τῶν νηπτικῶν Πατέρων δὲν γνωρίζει κοσμολογικοὺς περιορισμούς. Ὁ «κοινός μας πατέρας» δὲν ἔφτιαξε τὸν κόσμο «ἀπὸ ἀνάγκη», ὅπως λέει τὸ γκουρτζιεφικὸ σύστημα, ἀλλὰ «ἀπὸ ἀγάπη». Θεμέλιο τοῦ κόσμου δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ ἡ ἀπόλυτη πνευματικὴ ἐλευθερία.
Ἔφτασα ἔτσι νὰ ἀπορρίψω τὸ «σύστημα» στὸ σύνολό του. Ἡ πράξη μου καθορίστηκε κατὰ βάθος ἀπὸ τὰ ἀντιγνωστικιστικὰ αὐτονόητα τῆς ἑλληνικῆς παιδείας μου. Ἁκριβέστερα: τῶν ψιχίων της ποὺ εἶχα πάρει μικρός.
Ἁναφέρω δύο παραδείγματα γιὰ νὰ ἐξηγήσω τί ἐννοῶ:
α) Ἡ Καλυψώ, αὐτὴ ἡ ἀπείρου κάλλους θεά, ποὺ μὲ ἔχει ἐρωτευθεῖ, εἶναι ἕνα σοῦπερ «σύστημα», μπρὸς στὸ ὁποῖο ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι «ἁπλῶς ὀδοντόκρεμες». Ὑπόσχεται σὲ μένα, τὸν ταλαίπωρο μικρὸ Ὀδυσσέα, νὰ μὲ κάνει ἀθάνατο. Ἁρκεῖ νὰ μείνω στὸ θεσπέσιο νησί της. Μοῦ ὑπόσχεται τὴν τέλεια ἀτομικότητα, γιατὶ δὲν μοῦ ἐξασφαλίζει μόνο τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ σώματος, ἐδῶ καὶ τώρα. Ἐγὼ ὅμως κατέχομαι ἀπὸ τὸν «Νόστο τοῦ Προσώπου». Προτιμῶ τὸν γυρισμὸ στὴ θνητότητα: στὰ ἐφήμερα ἀγαπημένα οἰκεῖα μου πρόσωπα.
Σημειῶστε καὶ τοῦτο: Εἶμαι χαμένος, ἂν δὲν πετάξω τελείως ἀπὸ πάνω μου τὰ ροῦχα ποὺ μοῦ χάρισε ἡ θεά. Ὅταν θὰ ἔχω φύγει ἀπ’ τὸ νησί της καὶ θὰ παλεύω μὲ τὰ κύματα.
β) Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, «δι’ ὑπερβολὴν ἐρωτικῆς ἀγαθότητος», κατεβαίνει στὸ δικό μας ἐπίπεδο. Γίνεται ἄνθρωπος καὶ ἀφήνει νὰ τὸν σταυρώσουν, προκειμένου νὰ ξεσκεπάσει τὸν μηχανισμὸ τῆς ἀνθρώπινης ἀποτυχίας καὶ νὰ μᾶς δείξει τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας: τῆς δικῆς μας καὶ τῆς φύσης, ἡ ὁποία στενάζει μαζί μας ἄχρι τοῦ νῦν. Στὴ συνέχεια ἀναρίθμητοι μάρτυρες ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμά του.
Ἁπὸ τὰ δύο αὐτὰ παραδείγματα προβάλλει μιὰ διαμετρικὰ ἀντίθετη ὑποκειμενοποιητικὴ κατεύθυνση, ἡ ὁποία βασίζεται στὴν ἀγάπη τοῦ ἐφήμερου-θνητοῦ Προσώπου. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοποθετεῖται πάνω ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ ἀθανασία. Ἡ ὑπέρτατη δόξα (ἡ «δυνατὴ ἐξέλιξη») τοῦ ἀτόμου εἶναι ἐδῶ ὁ ἀγώνας γιὰ τὸ καλὸ τοῦ συνόλου. Ἁπ’ αὐτὸν ἀντλεῖ τὸ νόημά της ἡ «καλὴ ἀλλοίωση» – ἡ «ἀλλαγὴ τοῦ ἑαυτοῦ».
4. Κοσμοκεντρικὴ ἢ κοινωνιοκεντρικὴ ἐξατομίκευση;
Ἡ κοσμοκεντρικὴ ὀντολογία τοῦ «συστήματος» ἔρχεται ἀπὸ τὰ δεσποτικά-κολεκτιβιστικὰ περιβάλλοντα τῆς Ἁσίας, ἀπ’ ὅπου ἄντλησε τὶς ἐμπνεύσεις του ὁ Γκουρτζίεφ. Ἡ κοινωνικὴ τάξη τοῦ ἀσιατικοῦ δεσποτισμοῦ εἶναι, ὡς γνωστόν, προέκταση τῆς κοσμικῆς τάξης.
Ἡ αὐτονομία τῆς κοινωνικῆς τάξης ἔναντι τῆς κοσμικῆς εἶναι ἀντίληψη ποὺ ἀνήκει σὲ ἄλλου εἴδους πολιτισμούς: τὸν ἑλληνικὸ καὶ τὸν νεωτερικό. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ἀναπτύχθηκε, ἀκριβῶς, ὡς προσπάθεια ἀποκόλλησης τῆς κοινωνικῆς ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τάξη. Γι’ αὐτὸ καὶ φθάνει στὴν κοινωνικὴ ἐξατομίκευση τοῦ ἀνθρώπου, τὴ δημοκρατία καὶ τὴν αἴσθηση τοῦ τραγικοῦ. Πράγματα ἐντελῶς ξένα στοὺς δεσποτικούς-κολεκτιβιστικοὺς πολιτισμούς: τὸν αἰγυπτιακό, τὸν περσικό, τὸν ἰνδικό, τὸν κινέζικο, τὸν ἰαπωνικό, τῶν Ἁζτέκων, τῶν Ἴνκας, τῶν Κελτῶν, τῶν Ἐτρούσκων.
Στοὺς δεσποτικοὺς πολιτισμοὺς ἡ ἀτομικότητα δὲν μπορεῖ, οὔτε πρέπει, νὰ ἔχει κοινωνικὸ περιεχόμενο. Ἡ ἐκδήλωσή της στὸ πεδίο τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, ὡς διεκδίκηση ἀτομικῆς ἐλευθερίας, θεωρεῖται ἕνα πολὺ ἐπικίνδυνο παθολογικὸ φαινόμενο, γιατὶ ἀποσυνθέτει τὴν δεσποτικὴ συνοχὴ τῆς κολεκτιβιστικῆς τάξης. Ὁ ἄνθρωπος ὑποχρεοῦται ἐκεῖ νὰ καταβάλει σύντονες προσπάθειες νὰ ἐξαλείψει τὸ ἐγὼ μέσα του. Εἰδικοὶ θεσμοί, μοναστήρια καὶ σχολές, εἶναι ἕτοιμα νὰ τοῦ προσφέρουν τὶς κατάλληλες τεχνικὲς γιὰ τὴν «αὐτοκτονία του ἐπὶ μεταφυσικοῦ ἐπιπέδου».
Στοὺς πολιτισμοὺς τῆς κοινωνικῆς ἐξατομίκευσης, ὅπως ὁ ἑλληνικὸς καὶ ὁ νεωτερικός, ἡ θέληση νὰ κατοχυρωθεῖ καὶ νὰ ἀναπτυχθεῖ ἐλεύθερα ἡ προσωπικότητα εἶναι θεμελιακὴ κινητήρια δύναμη. Εἶναι τὸ λεγόμενο ἀνθρωποκεντρικὸ πρόταγμα. Βεβαίως ἡ κριτικὴ ποὺ ἀσκοῦν στὴν προσωπικότητα τὰ γνωστικιστικὰ συστήματα δὲν εἶναι ἄστοχη. Εἶναι ἀσταθής, ἀντιφατική, μονομερής, ἐγωιστικὴ κ.λπ. Εἶναι ἡ λεγόμενη κρίση τῆς ἐξατομίκευσης, ποὺ τὴν πέρασε ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς καὶ τὴν περνάει σήμερα ὁ νεωτερικὸς πολιτισμός, βιώνοντας τὴν τρομερὴ κατολίσθησή του στὸν μεταμοντέρνο μηδενισμό.
Ὁ γκουρτζιεφικὸς γνωστικισμὸς ὑπόσχεται τὴν «πραγματικὴ ἀτομικότητα». Ἁνταποκρίνεται ἔτσι στὸ πρόβλημα τῶν καιρῶν: τὴν ἀποσύνθεση τοῦ ἀτόμου. Ὁ ἐξωκοινωνικὸς ὅμως χαρακτήρας της καὶ τὰ δεσποτικά της συμφραζόμενα τὴν καθιστοῦν λύση χειρότερη ἀπὸ τὸ πρόβλημα.
Τὴν ἀπάντηση στὴν κρίση τῆς ἐξατομίκευσης τὴν ἔχει ἤδη προσφέρει ὁ χριστιανισμός, γιατὶ ἔδωσε τὴ δυνατότητα στὸ διαλυμένο ἄτομο νὰ ἀναγεννηθεῖ «ἄνωθεν» κι ἀπὸ ἄτομο νὰ γίνει Πρόσωπο. Ἁναδεικνύοντας ὡς περιεχόμενο τῆς ἀνακαινισμένης προσωπικότητας τὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ἀγάπη τῆς ἐλευθερίας, ἐπιτρέπει τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση τῆς ἀτομικότητας καὶ τῆς καθολικότητας ἀκριβῶς στὸ πεδίο τῶν κοινωνικῶν μας σχέσεων. Ἡ «πραγματικὴ ἀτομικότητα» ἐπιτυγχάνεται στὸ ἐδῶ καὶ τώρα. Ὄχι ὡς «ἀστρικὸ» ἢ ἄλλου εἴδους «κοσμικὸ» σῶμα, ἀλλὰ ὡς κοινωνικὸ σῶμα. Ὁ Ἕνας Θεός του εἶναι Ἁγάπη. Τριάδα Προσώπων. Ἁγάπη, ὄχι ὡς ἐνέργεια «κοσμική», δηλαδὴ ἐξωκοινωνική, ἀλλὰ ὡς πνεῦμα κοινωνίας. Εἶναι ἐνέργεια «ἄκτιστη» καὶ ὄχι «κτιστή». Ὁ Λόγος της εἶναι τὸ ὀντολογικὸ θεμέλιο τοῦ Κόσμου.
Ἁλλὰ γιὰ νὰ πλησιάσω τὴ χριστιανικὴ ὑπέρβαση τοῦ γνωστικισμοῦ ἔπρεπε, τί παράξενο, νὰ μὲ περιλάβει πρῶτα ὁ δαιμόνιος συμπατριώτης μας ἀπὸ τὸν Καύκασο: ὁ Γεώργιος Γεωργιάδης ἢ Γκουρτζίεφ.
περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, τ. 108 (Oκτ. Δεκ. 2008)
(Αντίφωνο, 13.10.2014)