Oι μαθητές - «πρόσφυγες» της πολιτικής Τσίπρα

Toυ Τάσου Αβραντίνη




Oι λαϊκιστές πολιτικοί αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να εννοήσουν ότι κάθε απόφαση επιφέρει ορατά και αόρατα αποτελέσματα. Συνήθως σημαντικότερα είναι τα δεύτερα. Ας πάρουμε για παράδειγμα την πρόσφατη απόφαση της απελθούσας κυβέρνησης με την οποία επιβάλλεται ΦΠΑ 23% στα πάσης φύσεως δίδακτρα της ιδιωτικής εκπαίδευσης, πράγμα το οποίο δεν προβλέπεται στην τρίτη Συμφωνία Διάσωσης και δεν ζητήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τους δανειστές μας. Ακούγεται βεβαίως ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο να παγώσει η εφαρμογή του με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, μετά και την απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ερώτηση της Νέας Δημοκρατίας, ότι το μέτρο αντίκειται στην υπ’ αριθ. 2006/112 Οδηγία, καθώς επίσης λόγω του μεγέθους των αντιδράσεων που δικαιολογημένα προκλήθηκαν από τους γονείς, τα περισσότερα κόμματα και τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων, φροντιστηρίων, κολεγίων, αλλά και της ΟΙΕΛΕ κ.ά. Προς το παρόν η επιβολή ΦΠΑ 23% στις δαπάνες των γονιών για την παροχή ιδιωτικής εκπαίδευσης στα παιδιά τους δεν έχει ανακληθεί. Πρόκειται για μέτρο-αντιπερισπασμό από μέρους της κυβέρνησης προκειμένου να εμφανιστεί στο ζαλισμένο από την «κατραπακιά» του τρίτου Μνημονίου αριστερό ακροατήριό της ότι πλήττει τάχα τους πλούσιους που στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία. Στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ακόμα «ισοδύναμο» μέτρο της κυβέρνησης για να μη θίξει τις δαπάνες του Δημοσίου.
Ας δούμε όμως ποιες θα είναι οι «αόρατες» επιπτώσεις του μέτρου αυτού που ο λαϊκισμός και η ιδεοληψία εμπόδισαν τους Τσίπρα-Μπαλτά να αντιληφθούν;
– Πρώτα πρώτα η επιβολή ΦΠΑ στα δίδακτρα των ιδιωτικών σχολείων θα πλήξει κυρίως εκείνους τους γονείς που χωρίς να είναι πλούσιοι, με μεγάλες προσπάθειες και στερήσεις, κατόρθωναν να στέλνουν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία. Ένα μεγάλο μέρος από αυτούς θα αναγκαστούν να τα στείλουν τώρα στο δημόσιο σχολείο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου το 5,4% του μαθητικού πληθυσμού φοιτούσε μέχρι τώρα σε ιδιωτικά σχολεία. Κοντά στις 80.000 μαθητές. Τουλάχιστον 15% των μαθητών αυτών δεν θα συνεχίσει να φοιτά σε ιδιωτικά σχολεία. Δώδεκα χιλιάδες (12.000) μαθητές θα εξαναγκαστούν να φοιτήσουν σε δημόσιο σχολείο. Ωστόσο πριν ακόμη από την επιβολή του μέτρου η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας είχε παραδεχθεί τα σοβαρά προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης, με τις μεγάλες υλικοτεχνικές ελλείψεις και τα τεράστια κενά σε καθηγητές εξαιτίας κυρίως της ανορθολογικότητας του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Τα προβλήματα αυτά θα επιταθούν περισσότερο από τους 12.000 «πρόσφυγες» της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Με πολύ απλούς υπολογισμούς, θα χρειαστούν επιπλέον 400 έως 500 νέα τμήματα (των 25 μαθητών) για να υποδεχθούν τους νέους μαθητές, καθώς επίσης και προσλήψεις 3.500 με 4.000 νέων καθηγητών – πλέον των 20.000 περίπου προσλήψεων που απαιτούνται να γίνουν για τη νέα σχολική χρονιά και δεν είναι σε θέση η κυβέρνηση να πραγματοποιήσει εξαιτίας της αστοχίας της στην τήρηση του υπηρεσιακού χρονοδιαγράμματος, των νομοθετικών εμπλοκών (τις οποίες με ευθύνη της η ίδια δημιούργησε) και της δημοσιονομικής ένδειας.
– Η εκροή μαθητών θα οδηγήσει σε κλείσιμο πολλά ιδιωτικά σχολεία, ενώ και όσα ιδιωτικά σχολεία δεν κλείσουν θα αναγκαστούν να προχωρήσουν σε μεγάλες μειώσεις προσωπικού για να επιβιώσουν. Χιλιάδες άνεργοι επιστήμονες-καθηγητές, αλλά και οδηγοί, διοικητικό προσωπικό, που εργάζονταν στα ιδιωτικά σχολεία, θα προστεθούν στο 1.600.000 των ανέργων που προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από τον ιδιωτικό τομέα!
– Αλλά και το προσδοκώμενο δημοσιονομικό όφελος του μέτρου αμφισβητείται. Πιο συγκεκριμένα, τα έσοδα από την επιβολή του ΦΠΑ θα είναι πενιχρά εξαιτίας της μεγάλης μείωσης του κύκλου εργασιών των ιδιωτικών σχολείων. Ο μέσος όρος των διδάκτρων στα ιδιωτικά σχολεία κυμαίνεται περίπου στα 5.000 ευρώ. Συνεπώς ο τζίρος των σχολείων αυτών –πριν από την επιβολή του μέτρου– υπολογιζόταν περίπου στα 450 εκατ. ευρώ και η προσδοκώμενη απόδοση της επιβαλλόμενης φορολογίας στα 103,5 εκατ. ευρώ (και άλλα 63 εκατ. ευρώ από τα δίδακτρα κολεγίων, φροντιστηρίων, ΚΕΚ κ.ο.κ.). Όμως η κατά 15% μείωση του τζίρου, όπως αναφέρθηκε ήδη, θα οδηγήσει σε περιορισμό του φορολογικού οφέλους μόλις στα 88 εκατ. Ευρώ, ακόμη και υπό ιδανικές συνθήκες μηδενικής φοροδιαφυγής, κάτι που είναι αδύνατον βεβαίως να συμβεί στην πραγματική ζωή. Την ίδια στιγμή ο κάθε νέος μαθητής-πρόσφυγας από τα ιδιωτικά σχολεία κοστίζει κατά μέσο όρο στον προϋπολογισμό περίπου 1.300 ευρώ και συνολικά 15,6 εκατ. ευρώ, χωρίς στο ποσό αυτό να υπολογίζεται η δημοσιονομική επιβάρυνση από την πρόσληψη των επιπλέον καθηγητών που χρειάζονται για να καλύψουν τις πρόσθετες ανάγκες και υπολογίζεται περίπου στα 85 με 100 εκατ. ευρώ (μέσο μισθοδοτικό κόστος 25.000 ευρώ).
– Πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση 20 εκατ. ευρώ θα προκύψει από τους εκπαιδευτικούς και το υπόλοιπο προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων που θα οδηγηθεί στην ανεργία (υπολογίζονται τουλάχιστον σε 4.000, με μέση φορολογική επιβάρυνση τις 5.000 ευρώ ετησίως), οι οποίοι αφενός θα σταματήσουν να πληρώνουν φόρους αφετέρου θα λαμβάνουν επίδομα ανεργίας ανερχόμενο από τον Οκτώβριο του 2015 σε 399,25 ευρώ, ήτοι άλλα 19 εκατ. ευρώ που θα βαρύνουν τον προϋπολογισμό.
Το άθροισμα των παραπάνω επιβαρύνσεων στον προϋπολογισμό –χωρίς μάλιστα να υπολογίζεται και η απώλεια από τον φόρο εισοδήματος των ιδιωτικών σχολείων που είτε θα κλείσουν είτε θα καταγράψουν σημαντική ζημία ακόμη και στην τρέχουσα χρήση– ανέρχεται λοιπόν σε 154,6 εκατ. ευρώ. Μετά την αφαίρεση του προσδοκώμενου οφέλους των 88 εκατ. ευρώ –στην καλύτερη περίπτωση–, διαπιστώνουμε ότι η λαϊκιστική επιβολή του ΦΠΑ 23% στα δίδακτρα θα έχει αρνητική επίδραση στον προϋπολογισμό της χώρας και κατ’ επέκταση στην τσέπη των φορολογουμένων τουλάχιστον 66,6 εκατ. ευρώ!
– Περισσότερο αρνητικές θα είναι οι επιπτώσεις και στις λοιπές μορφές ιδιωτικής εκπαίδευσης (φροντιστήρια, κολέγια, ωδεία, ΙΕΚ, ΚΕΚ, κ.ο.κ.), όπου η φοροδιαφυγή θα οργιάσει και θα ενισχυθεί σημαντικά η αδήλωτη κατ’ οίκον διδασκαλία ή τα λεγόμενα «γκρουπάδικα» σε βάρος των οργανωμένων φροντιστηρίων, ενώ την ίδια στιγμή θα αποθαρρυνθούν πλήρως και οι σοβαρές άμεσες ξένες επενδύσεις σε υπηρεσίες εκπαίδευσης (κυρίως στα κολέγια). Κι όλα αυτά σε μια χώρα που η ιδιωτική δαπάνη για την εκπαίδευση είναι περίπου ίση με τη δημόσια δαπάνη και η υψηλότερη μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ, ακόμα και στο επίπεδο των χαμηλών εισοδηματικά ομάδων του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η ιδιωτική δαπάνη εκπαίδευσης για το κάθε νοικοκυριό ανέρχεται στο 3,4% του εισοδήματός του. Με μέσο μηνιαίο εισόδημα 1.500 ευρώ για το κάθε νοικοκυριό η ετήσια δαπάνη εκπαίδευσης ανέρχεται σε 612 ευρώ και η επιπλέον ετήσια επιβάρυνση κάθε οικογένειας από την επιβολή του οριζόντιου και αντιλαϊκού μέτρου σε 141 ευρώ.
Η λαϊκιστική σοσιαλιστική πολιτική λοιπόν της μοιραίας για τη χώρα απελθούσας κυβέρνησης θα έχει εν κατακλείδι ως αποτελέσματα την περαιτέρω εξουθένωση των χαμηλών εισοδηματικά ομάδων του πληθυσμού αλλά και της μεσαίας τάξης, τη δραματική επιδείνωση των προβλημάτων της δημόσιας εκπαίδευσης, την όξυνση των εκπαιδευτικών αντιθέσεων, την ακόμη μεγαλύτερη πτώση του επιπέδου σπουδών σ’ αυτήν, την αύξηση της ανεργίας, το κλείσιμο δεκάδων επιχειρήσεων και τη σημαντική επιβάρυνση των δημοσίων οικονομικών.
Για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι ο σοσιαλισμός και ο λαϊκισμός έχουν οδυνηρές συνέπειες κυρίως για τους φτωχούς και τους αδύνατους.

(Athens Voice, 29.08.2015)

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply