Κόμματα καταγγελίας και κόμματα λύσεων.



Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι γνωστός για τον ανέκαθεν καταγγελτικό του λόγο: «το παλιό διεφθαρμένο καθεστώς πρέπει να τιμωρηθεί», «τα χέρια μας είναι καθαρά», «η λιτότητα είναι αποτέλεσμα των μιζαρισμένων». Με αυτό δε τον τρόπο προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την οργή των φτωχών κατά των πλουσίων και των αδικημένων από την λιτότητα του μνημονίου κατά αυτών που «κλέβουν» και ξεφεύγουν από την τσιμπίδα του νόμου.
Αυτό αποτελεί παραδοσιακή τακτική όλων των μικρών κομμάτων που ξεκινούν ως κόμματα καταγγελίας που προσπαθούν να μπουν στην Βουλή επενδύοντας στο συναίσθημα της οργής των πολιτών για μία αδικία που μένει ατιμώρητη. Αν η αδικία αφορά λίγους τότε το κόμμα καταγγελίας έχει μικρά ποσοστά. Αν η αδικία αφορά πολλούς αλλά είναι αόριστη (οι «κακοί» πλούσιοι) τότε το κόμμα καταγγελίας μπαίνει στην Βουλή αλλά με μικρά ποσοστά (βλ ΚΚΕ). Αν τέλος η αδικία αφορά πολλούς και είναι συγκεκριμένη (χρεοκοπία της χώρας-αδικη λιτότητα) τότε το κόμμα καταγγελίας μπαίνει στην Βουλή με υψηλά ποσοστά και παίρνει και την εξουσία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν ως κόμμα καταγγελίας, βρέθηκε στην εξουσία γιατί η χρεοκοπία της χώρας συνοδεύτηκε από μία σειρά από σοβαρές αδικίες, όπως η μη τιμωρία των ενόχων και η μη ίση κατανομή των βαρών για την αντιμετώπισή της. Ωστόσο, ανακύπτει το εξής ερώτημα: αν τιμωρηθούν οι όποιοι ένοχοι και "γδθαρθούν" φορολογικά οι «κακοί» πλούσιοι κεφαλαιοκράτες, θα υπάρξουν λύσεις για τις οικονομικές δυσκολίες της χώρας; Και σε τελική ανάλυση, σε αυτή την χώρα θέλουμε να υπάρχουν πλούσιοι ή θέλουμε την ισοπέδωση ολοκληρωτικού τύπου του να έχουν όλοι μόνο μία στέγη και ένα πιάτο φαγητό (να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα);
Έπρεπε ο ΣΥΡΙΖΑ να ανέβει στην εξουσία για να κατανοήσει ότι για την διακυβέρνηση μίας χώρας δεν αρκούν μόνο οι καταγγελίες και οι δημοσιογραφικές αναλύσεις, αλλά απαιτούνται λύσεις. Και ακόμα περισσότερο να συνειδητοποιήσει ότι είναι άλλο πράγμα οι λύσεις και άλλο πράγμα οι φαντασιακές προεκλογικές υποσχέσεις.  
Σε αυτό το μεταίχμιο του συγκερασμού λύσεων και υποσχέσεων και μετεξέλιξης από κόμμα καταγγελίας σε κόμμα λύσεων, ο κ. Τσίπρας πλέον πρέπει να «τετραγωνίσει τον κύκλο» γιατί οι λύσεις δεν θα είναι ανώδυνες: δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν τα ελλείμματα χωρίς περικοπές, δεν μπορούν να έλθουν επενδύσεις αν δεν ενισχυθεί το τραπεζικό σύστημα της χώρας (είναι άλλο η εξυγίανση των τραπεζών και άλλο η κατάρρευση) και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η φοροδιαφυγή όσο η φορολογία παραμένει αυξημένη.
Σε αυτή την σημαντική αλλά δύσκολη προσπάθεια ο κ. Τσίπρας βρέθηκε αντιμέτωπος με μεγάλο μέρος του κόμματός του που επιμένει στην ανώδυνη καταγγελία, τις εύκολες λύσεις και στις νομικές ασυναρτησίες (αμφισβήτηση ενός χρέους που αναγνώρισε η Κυβέρνηση της χώρας) και το οποίο μάλλον προσανατολίζεται στην δημιουργία νέου κομματικού φορέα. Ο κ. Βαρουφάκης, εκπροσωπώντας την χώρα, αναγνώρισε το σύνολο του ελληνικού χρέους βάζοντας τέλος σε κάθε σκέψη διαγραφής του και δεν χρειάζεται να ακολουθεί εκκεντρική συμπεριφορά για να εξιλεωθεί στους ακροαριστερούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.  
Ύστερα από αυτά, ζήτημα αποτελεί το αν η ψήφιση των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής από τον κ. Τσίπρα και την πλειοψηφία των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ είναι το πρώτο βήμα μιας προσπάθειας για λύσεις ή είναι απλά ένα επικοινωνιακό τέχνασμα για υφαρπαγή των «μνημονιακών» ψήφων σε επερχόμενες εκλογές. Δυστυχώς, όταν ο κ. Τσίπρας επιμένει να «μην πιστεύει» σε αυτά που ψηφίζει, μάλλον μας οδηγεί να πιστεύουμε την δεύτερη εξήγηση.
Σε όλες τις χώρες πάντα υπάρχουν κόμματα καταγγελίας που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την δυσαρέσκεια των πολιτών για αδικίες για να ανέβουν όπως όπως στην εξουσία. Αδικίες κατά των φτωχών, κατά της πατρίδας, κατά του «έθνους» κτλ. Και αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι με τον καταγγελτικό λόγο του αντιμνημονίου και των εύκολων λύσεων ο κ. Παπανδρέου έριξε τον κ. Καραμανλή, ο κ. Σαμαράς έριξε τον κ. Παπανδρέου και ο κ. Τσίπρας έριξε τους κ. Σαμαρά-Βενιζέλο, γιατί να μην εφαρμόσουν το ίδιο κόλπο και άλλοι αρχηγοί κομμάτων όπως οι κ. Μιχαλολιάκος και Κουτσούμπας; Τι και αν οι καταγγελίες τους δεν συνδυάζονται με λύσεις αλλά με σοβαρούς κινδύνους γεωπολιτικής απομόνωσης και οικονομικής καταστροφής..;; Κόμματα καταγγελίας είναι, ό,τι θέλουν λένε…
Κόμμα καταγγελίας λοιπόν ισοδυναμεί με κόμμα φαντασιακών υποσχέσεων και κόμμα λύσεων ισοδυναμεί με πρόταση σαφούς οικονομικού προγράμματος και γεωπολιτικών συμμαχιών.
Μία ακόμα ερώτηση: τι θα γίνει αν ο λαός από την οργή και την απελπισία τελικά επιλέξει να ανεβάσει στην εξουσία ένα κόμμα καταγγελίας με φαντασιακές υποσχέσεις, αντί ένα κόμμα λύσεων με σαφές πρόγραμμα; Μήπως κάποιο κόμμα που θεωρείται κόμμα λύσεων πρέπει και αυτό να υφαρπάξει την ψήφο του κόσμου με καταγγελίες και ψεύτικες υποσχέσεις προκειμένου να εφαρμόσει τις λύσεις που έχει για την χώρα..;;
Η απάντηση είναι ΟΧΙ. Ο ελληνικός λαός πρέπει να μάθει να ψηφίζει σωστά και να αποκτήσει πολιτικό αισθητήριο του πότε ένα κόμμα δεν φέρνει λύσεις για την χώρα αλλά ζημιά, όσο «ωραίες» καταγγελίες και να κάνει… Αν ένα κόμμα θεωρείται κόμμα λύσεων, δεν πρέπει να ξεπέφτει στο επίπεδο των κομμάτων καταγγελίας με ψεύτικες υποσχέσεις και επικοινωνιακές καταγγελίες, αλλά να επιμένει στο σχέδιό του ακόμα και αν χάσει τις εκλογές.
Αν σήμα κατατεθέν για τα κόμματα καταγγελίας είναι η αναξιοπιστία, σήμα κατατεθέν για τα κόμματα λύσεων πρέπει να είναι η αξιοπιστία. Και αυτό γιατί στην πρώτη περίπτωση  οι καταγγελίες και οι ανώδυνες υποσχέσεις οδηγούν σε πόλωση την κοινωνία και σε  Κυβερνητικά αδιέξοδα όπως το σημερινό του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ στην δεύτερη περίπτωση η επιμονή σε σαφή οικονομικά προγράμματα (πχ ενίσχυση ιδιωτικού τομέα αντί για τον κρατισμό) με συγκεκριμένους στόχους και κοινωνική ευαισθησία οδηγούν σε σαφή αποτελέσματα και Κυβερνητική σταθερότητα με επίτευξη συμμαχιών. 
Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι άλλο είναι το σαφές οικονομικό πρόγραμμα με σαφείς στόχους (πχ μείωση ελλείμματος) και άλλο πράγμα η παροχολογία με ασαφή και αόριστα οικονομικά μέτρα (πχ καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, των "νταβατζήδων" κτλ).
Απέναντι στα αδιέξοδα του ΣΥΡΙΖΑ (παραμονή στο ευρώ χωρίς μέτρα), τις παλινδρομήσεις (πότε με τον φιλελευθερισμό και πότε με τον κρατισμό), την κυβερνητική αστάθεια και τις «ηχηρές» καταγγελίες για ό,τιδήποτε, τα κόμματα της αντιπολίτευσης (αν θέλουν να γίνουν κόμματα λύσεων) πρέπει να αντιπαραθέσουν ένα σαφές οικονομικό πρόγραμμα υπέρ της φιλελεύθερης οικονομίας και εναντίον του κρατισμού, έναν σαφή γεωπολιτικό προσανατολισμό (για αποφυγή της γεωπολιτικής απομόνωσης) και ένα πλαίσιο πολιτικών συμμαχιών για εφαρμογή των παραπάνω.  Γιατί για να εφαρμοστούν οι όποιες "σωστές λύσεις" απαιτούνται ευρείες συμμαχίες στον πολιτικό και κοινωνικό χώρο.
        

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Νίκος Παπαγεώργης είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συντελεστές της διαδικτυακής ομάδας του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

1 σχόλιο

  1. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μεγαλύτερος κίνδυνος από την οικονομική καταστροφή είναι η παράδοση της χώρας στα άκρα. Είναι επιτακτική ανάγκη όσα κόμματα πιστεύουν στο Δημοκρατικό πολίτευμα να οικοδομήσουν αξιοπιστία, τεχνοκρατική κατάρτιση, ευρωπαϊκές διασυνδέσεις και μετριοπάθεια. Δεν πρέπει να ακολουθήσουν τα κόμματα καταγγελίας στην πόλωση, τις "κορώνες" και τις εκδικητικές τακτικές.

    Ελπίζουμε τόσο η περιθωριοποίηση του κ. Παπανδρέου, όσο και η παραίτηση Σαμαρά να αποτελέσουν εφαλτήριο για επανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας των κομμάτων τους, ύστερα από τα καραγκιοζιλίκια των δύο προηγούμενων (πότε μνημονιακοί και πότε αντιμνημονιακοί) τα οποία μπέρδεψαν και αποπροσανατόλισαν τον κόσμο.

Leave a Reply