Εγκλωβισμένοι όλοι στην αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ

Κι από το βάθος να έρχεται μπουζουκάκι και η φωνή του Αντώνη Καλογιάννη ή το πολύ πολύ του Νταλάρα...


Toυ Στέφανου Κασιμάτη


Στις ζοφερές συζητήσεις που έχω υποχρεωτικά (ως μη παντελώς ακοινώνητος, όσο και αν προσπαθώ...), αλλά είμαι βέβαιος ότι το ίδιο συμβαίνει και στις συζητήσεις που κάνετε εσείς με τους δικούς σας φίλους, συνήθως μένει στο τέλος ένα ερώτημα να αιωρείται: και ποια εναλλακτική έχουμε όταν ο ΣΥΡΙΖΑ θα φέρει τη συντέλεια;

Λοιπόν, εγώ έχω βρει έναν τρόπο για να κάνω την εύκολα προβλέψιμη απάντηση πιο ενδιαφέρουσα με το χιούμορ. Λέω: «Ο Αντώνης Σαμαράς» ― ξερά, χωρίς θαυμαστικά, αποσιωπητικά και τα τοιαύτα. Είναι ο πιο ευχάριστος τρόπος για να πεις μια δυσάρεστη αλήθεια: ότι, απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, πραγματική εναλλακτική δεν υπάρχει. Πραγματική, να το τονίσω ― όχι υποθετική, υπό διαμόρφωση ή ό,τι άλλο παρεμφερές κ.λπ.

Η παραμονή του Αντώνη Σαμαρά στην ηγεσία της Ν.Δ. και, εξίσου, η αδυναμία των ικανών πολιτικών της νεότερης γενιάς να θέσουν το κοινό συμφέρον πάνω από τις φιλοδοξίες στερούν από το «κατ’ εξοχήν αστικό κόμμα» τη δυνατότητα να αλλάξει την αφήγηση για την κρίση. Ακόμη χειρότερα, το καταδικάζει να μένει εγκλωβισμένο στην αφήγηση που έφτιαξε ο ΣΥΡΙΖΑ για την κρίση και η οποία τον οδήγησε στην εξουσία. Αυτό συμβαίνει επειδή στη μέχρι τώρα πορεία του ο Αντώνης Σαμαράς έχει ενσαρκώσει υποδειγματικά τη βαθιά αμφιθυμία της Ν.Δ. για τον εκσυγχρονισμό της χώρας.

Ας μην τρομάζουμε με τη συγκεκριμένη λέξη επειδή έχει συνδεθεί με τη φάση του ΠΑΣΟΚ όπου ο Τσοχατζόπουλος ως έργο τέχνης έφθασε στην τελείωσή του. Το Μνημόνιο είναι, επί της ουσίας, η συμφωνία που συνάψαμε με τους εταίρους-δανειστές μας για να εκσυγχρονίσουμε το σπάταλο και διεφθαρμένο κράτος μας, καθώς επίσης για να ανοίξουμε την οικονομία μας στη διεθνή πραγματικότητα. Είναι μια συμφωνία, δηλαδή, για να κάνουμε ό,τι θα οφείλαμε να είχαμε κάνει μόνοι μας, εφόσον θέλουμε να είμαστε στο ευρώ. Αν καταλήξαμε να φαίνεται σε όλο τον κόσμο ότι οι Ευρωπαίοι μάς επιβάλλουν ένα πρόγραμμα εκσυχρονισμού του κράτους είναι επειδή εμείς δεν είμαστε πρόθυμοι (ούτε ικανοί, όπως φαίνεται) να το κάνουμε για τον εαυτό μας. Δεν είναι περίεργο ότι αυτό το απλό μήνυμα το «κατ’ εξοχήν κόμμα» δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να το εκπέμψει με σαφήνεια και καθαρότητα, εδώ και πέντε χρόνια; Οχι, δεν είναι, απαντώ· και θα εξηγήσω παρακάτω.

Η Ν.Δ. ήταν συνυπεύθυνη για τη χρεοκοπία, εξαιτίας της δημοσιονομικής σπατάλης, η οποία επί των ημερών της πενταετίας Καραμανλή εκτοξεύθηκε στα ύψη. Αυτό το μέρος της ευθύνης, στον βαθμό που τους αναλογεί, όχι μόνον ο ιδιοκτήτης της Ν.Δ. (αντιλαμβάνεσθε...), αλλά και όσοι υπουργοί, στελέχη, βουλευτές συμμετείχαν στο πάρτι και έφτιαξαν τη βάση της προσωπικής τους ισχύος δεν ήθελαν να το αναλάβουν. Και ήταν φυσικό, μέσα στον απόλυτο κυνισμό της πολιτικής ― κορόιδα ήταν; Υπήρχε εξάλλου το βολικό κακορίζικο, ο ΓΑΠ, για να φορτωθεί όλο το μέρος της ευθύνης.

Να πληροφορήσω δε όσους το αγνοούν ότι το 2010 ο Κ. Καραμανλής ρωτήθηκε σχετικά με τη θέση της Ν.Δ. έναντι του Μνημονίου και ήταν κατηγορηματικά αρνητικός. Δεν ήταν λοιπόν μόνον ο Σαμαράς υπεύθυνος για την αμφιθυμία της Ν.Δ. απέναντι στην ευρωπαϊκή πίεση για εκσυγχρονισμό. Η κρατούσα τάση τότε στη Ν.Δ. ήταν η αντιεκσυγχρονιστική και, απλώς, ο Σαμαράς ήταν εκεί για να την ενσαρκώσει.

Και την ενσάρκωσε περίφημα! Μαζοχιστής εκ φύσεως (αυτό το καταλάβαμε πια όλοι, πρόεδρε...), εξέφρασε αρχικά την αντιμνημονιακή τάση επί δύο χρόνια, με το επιχείρημα: «Μα θα αφήσουμε όλο το πεζοδρόμιο να πάει αριστερά;». Εσφαλμένο επιχείρημα, όπως έδειξε η εξέλιξη της ιστορίας: ήταν ο λάβρος αντιμνημονιακός λόγος τού «κατ’ εξοχήν αστικού κόμματος» αυτό που απελευθέρωσε τους πιο ακραίους ψηφοφόρους του (και δεν εννοώ ακραίους του Κέντρου...) από τον σεβασμό των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων της χώρας και τους έστειλε να φτιάξουν τους ΑΝΕΛ και να ενισχύσουν τη Χρυσή Αυγή. Με την πίεση της πραγματικότητας που δέχθηκε ως πρωθυπουργός, όμως, ο Σαμαράς αναγκάστηκε να κάνει πλήρη αναστροφή και επί δύο χρόνια να πορευθεί τον δρόμο που τα προηγούμενα δύο κατήγγελλε. Παρά τα αποτελέσματα που πέτυχε, κυρίως χάρη στη σχέση με τον Στουρνάρα (όσο λειτούργησε) και στην αυτοθυσία πέντε ή έξι υπουργών του, έκανε ξανά αναστροφή προς την αρχική κατεύθυνση, απαξιώνοντας ουσιαστικά το δικό του επίτευγμα και όσους τον εμπιστεύθηκαν. Ετσι, αφού το μήνυμα της πρωθυπουργίας Σαμαρά ήταν ότι στο Μνημόνιο δεν υπάρχει σωτηρία, οι εκλογές ήταν περίπατος για τη ριζοσπαστική Αριστερά.
Με τον Σαμαρά στο τιμόνι, η Ν.Δ. συντηρεί το αντιμνημονιακό κόμπλεξ της και μένει εγκλωβισμένη στην αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ. Βεβαίως, τώρα πια το Μνημόνιο τελείωσε ― αν όχι ως πραγματικότητα, ως λέξη οπωσδήποτε. Ομως ο αγώνας για να εκσυγχρονισθεί η Ελλάδα μέσα στο ευρώ δεν έχει τελειώσει και όφειλε να είναι ο αγώνας τού «κατ’ εξοχήν αστικού κόμματος». Πώς να πει, όμως, ότι φτιάχνει κάτι καινούργιο που αξίζει, πώς να ζητήσει από τους άλλους να το πιστέψουν, όταν η Ν.Δ. δεν έχει ξεκαθαρίσει τη θέση της για το παλιό; Από την αρχή της κρίσης, αυτό ήταν και αυτό είναι το πρόβλημα της Ν.Δ. Αυτό θα είναι, επίσης, όσο το τσοπανόπουλο (μιλώ μεταφορικώς...) μένει για να φυλάει το αποδεκατισμένο μαντρί έως ότου γυρίσει ο τσέλιγκας.

Στην παραπάνω βουκολική εν τη ευρεία εννοία εικόνα, τσέλιγκας είναι φυσικά ο Καραμανλής ο Υπαρκτός ― όπως θα τον λέω εφεξής, καθώς η πρωθυπουργία του συνέπεσε με την ακμή του Υπαρκτού Ελληνισμού. Ο στρατηγικός στόχος του δεν είναι να αναλάβει την ηγεσία της Ν.Δ., είτε της σημερινής είτε της όποιας Ν.Δ., διότι τότε αυτό που τόσα χρόνια θάβει επιμελώς, οι ευθύνες του, θα έβγαιναν ξανά στην επιφάνεια. Σκοπεύει μάλλον να επαναλάβει το επίτευγμα του θείου του, του κανονικού Καραμανλή, το 1974. Να δημιουργήσει δηλαδή ένα νέο κόμμα, ευρωπαϊκό στον προσανατολισμό, αλλά πολυσυλλεκτικό σε ψήφους, και να πρωταγωνιστήσει σε μια νέα Μεταπολίτευση.

Προϋπόθεση όλου αυτού, βέβαια, είναι να έχει προηγηθεί η πραγματική καταστροφή. Το σοκ που θα προκαλέσει είναι απαραίτητο και για να λησμονηθούν οι ευθύνες του Κωνσταντίνου του Υπαρκτού και για να συνενωθούν υπό τη σκέπη του διάσπαρτες πολιτικές δυνάμεις. Αυτό είναι το εν εξελίξει «σχέδιο» στη Ν.Δ.· αυτό έρχεται και όλοι το διαισθάνονται. Ως τότε, Σαμαράς και Καραμανλής συμπορεύονται ισορροπώντας: ο μεν Σαμαράς δέχεται τη στήριξη του Καραμανλή, παρότι καταλαβαίνει την απώτερη σκοπιμότητα που βρίσκεται από πίσω, επειδή ελπίζει ότι θα καταφέρει να σταθεί, ο δε Καραμανλής την προσφέρει, επειδή βραχυπρόθεσμα χρειάζεται έναν διαχειριστή ενώ μεσοπρόθεσμα ελπίζει στην αποτυχία του Σαμαρά.

ΥΓ.: Σχετικό πρόβλημα, σημειωτέον, είναι και το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ ― εξ ου και η συμπόρευση των δύο «αιωνίων», κατά την ποδοσφαιρική γλώσσα. Με μια τεράστια διαφορά όμως: το ΠΑΣΟΚ για να ξεφύγει από την αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αρνηθεί την ιδεολογία του, ενώ η Ν.Δ. πρέπει να αρνηθεί τις πολιτικές που την εξομοίωσαν με το ΠΑΣΟΚ. Οι μεν του ΠΑΣΟΚ πρέπει να αρνηθούν τη φύση τους, οι δε της Ν.Δ. μια κακή, χείριστη φάση της εξέλιξής τους, τη γαλάζια πασοκαρία. Για το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή, η κρίση είναι υπαρξιακή και, γι’ αυτό, θα το οδηγήσει στον αφανισμό. Για τη Ν.Δ., όμως, είναι στο χέρι της να αποτρέψει τον δικό της αφανισμό.


(Η Καθημερινή, 29.03.2015)

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply