Αφιέρωμα στον Κώστα Βάρναλη (14.02.1884 - 16.12.1974)



Σαν σήμερα, το 1883, γεννήθηκε στη Βουλγαρία ο Κώστας Βάρναλης, Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Ήταν αγαπημένος «δάσκαλος» για μία ολόκληρη γενιά προοδευτικών ανθρώπων και λογοτεχνών, ενώ για την τέχνη του τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν το 1959.

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Έδειξε σε νεαρή ηλικία την κλίση του προς τα γράμματα, καθώς τελειώνοντας τις σπουδές του στο Ελληνικό Σχολείο ήρθε στην Ελλάδα, όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.
Εργάστηκε για χρόνια ως καθηγητής στη δημόσια μέση εκπαίδευση σε Βουλγαρία και Ελλάδα και το 1919 έλαβε υποτροφία για μετεκπαίδευση στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γαλλία παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής, ενώ ήρθε σε επαφή με τα προοδευτικά ιδεολογικά ρεύματα του μαρξισμού και του διαλεκτικού υλισμού και τον επαναστατικό αέρα του μεσοπολέμου.
Οι αριστερές ιδέες έγιναν έκδηλες στην ποίησή του, κάτι που αργότερα του κόστισε τη δουλειά του στο δημόσιο, απ’ όπου τον απέλυσε η δικτατορία του Πάγκαλου το 1925. Χωρίς προοπτική ακαδημαϊκής καριέρας στρέφεται στη δημοσιογραφία, μελετώντας παράλληλα όλα τα φιλοσοφικά ρεύματα και μεταφράζοντας έργα της κλασικής ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας (Αριστοφάνης, Ευριπίδης, Μολιέρος κ.α.).


Βέβαια είχε κάνει την εμφάνισή του στα γράμματα πολύ νωρίτερα, το 1905 με την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής «Κηρήθρες». Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ. Από τα πιο σημαντικά έργα του είναι «Το φως που καίει» (το οποίο εξέδωσε το 1922 στην Αλεξάνδρεια, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας), η συλλογή αφηγημάτων «Ο λαός των μουνούχων» (1923), το κριτικό δοκίμιο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925), το ποιητικό «Σκλάβοι πολιορκημένοι» (1927), το αφηγηματικό «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1931) κ.α. Τη διετία 1956-1958 κυκλοφόρησαν τα άπαντά του σε τρεις τόμους και έκτοτε η παραγωγή του περιορίστηκε στο ελάχιστο.
Ο Κώστας Βάρναλης θεωρείται μοναδικός κοινωνικός ποιητής και συγγραφέας: πουθενά στο έργο του δεν υπάρχουν τα ίχνη ενός διανοουμενισμού, πού συχνά συναντάται σε ανάλογες περιπτώσεις. Το ισχυρό ταλέντο του μετέβαλλε σε καθαρή «λαϊκή» τέχνη και σπαρταριστό υλικό οποιαδήποτε ιδέα ή ιδεολογία βρισκόταν στην αφετηρία της δημιουργίας του, μιλώντας στις καρδιές και των πιο απλών «προλεταρίων». Η ασυμβίβαστα κοινωνική στρατευμένη τέχνη του ήταν ο λόγος που τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν το 1959.
Έγραφε στη δημοτική, με καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Το έργο του χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα.
Παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου το 1929, ενώ πέθανε το 1974 πλήρης ημερών και έχοντας δρέψει τις δάφνες του, που δεν ήταν άλλες από την αγάπη του λαού. Αξίζει να σημειωθεί η καλλιτεχνική σημασία των μεταφράσεων του του Αριστοφάνους, με τον όποιο τον συνέδεε μια πηγαία αγάπη προς τις άσεμνολογίες ή, όπως ο ίδιος έλεγε, τις ελευθεροστομίες.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Σαν σήμερα 14 Φλεβάρη 1884 γεννήθηκε ο Κώστας Βάρναλης. Αυτό τολμούμε να το πούμε με κάποια βεβαιότητα και το υποστηρίξαμε με στοιχεία σε κείμενο που δημοσιεύτηκε το Δεκέμβρη του 2014 στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Ποιείν». Εκεί δε συμπεριλάβαμε κάποια ξενόγλωσσα βιογραφικά που συγκλίνουν στο ίδιο, μα με αυτά θα ασχοληθούμε ολοκληρωμένα με άλλη αφορμή.
Με αφορμή την επέτειο γέννησης του ποιητή ανασύραμε από τις σημειώσεις μας μια σημαντική αλλά και απολαυστική συζήτηση του Κώστα Βάρναλη με τον Ν. Κατηφόρη που δημοσιεύτηκε το Φλεβάρη του 1935 στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» (Το τεύχος είναι αφιερωμένο στη συμπλήρωση 50 χρόνων (1884 – 1934) από τη γέννηση του ποιητή). Ο τίτλος είναι «Ένα βράδυ με το Βάρναλη».
Σε αυτή τη συνέντευξη ο ποιητής αναφέρεται στο πότε γεννήθηκε και στην καταγωγή του μα το σημαντικότερο δεν είναι τούτο. Σκιαγραφέται η προσωπικότητα του ποιητή -η σχέση του με το καφενείο- αναφέρεται στο πότε και πώς γράφει  και στο τι σκοπεύει να γράψει ακόμη. Εδώ είναι το σημαντικότερο. Προαναγγέλλει το ημερολόγιο της Πηνελόπης (το έγραψε τελικά το 1946 και εκδόθηκε τελικά το 1947), ένα βιβλίο απάντηση στο επιτίμιο της Εκκλησίας και (μαζί με τις εντυπώσεις από το πρόσφατο ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση) προαναγγέλλει ότι κάτι θα γράψει.
ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΤΟ ΒΑΡΝΑΛΗ
Ν. ΚΑΤΗΦΟΡΗ
Μπήκαμε στην ταβέρνα, σα στο σπίτι μας. Είναι μια ταβέρνα – σπίτι μας. Ένα πρώην σπίτι κάποιου φουκαρά μικροαστού, που έχει γραμμένη στους τοίχους των δωματίων και στα καθαρά τραπεζομάντιλα τη θλι­βερή Ιστορία του αφεντικού του. Ίδρωσε, μόχτησε, πάσκισε, στερήθηκε, οικονόμησε πεντάρα την πεντάρα, ο άνθρωπος, αγόρασε το «οικοπεδάκι έφκιαξε τρεις καμαρούλες και μια κουζίνα – ω μικροαστικόν όνειρον! – έκανε σκέδια, εδώ η τραπεζαρία – σάλα, εδώ η κά­μαρα του αντρόγυνου, εδώ η κάμαρα των παιδιών – τι ευτυχία! Να “χει κανείς κεραμίδι δικό του… Και ποια ικανοποίηση για το καθεστώς… Η άγια οικογένεια, που αποχτάει σπίτι. Λοιπόν! Αυτό το ειρηνικό σπιτάκι, είναι τώρα μια μπόμπα, έτοιμη να κομματιάσει το «ιδανικό» της «τίμιας μικροϊδιοκτησίας». Τι έγινε; Τίποτε τρομερό, φίλε μου. Απλούστατα: «Πέρασε ο Μπουχάριν»… Ο φιλόνομος μικροϊδιοχτήτης έχασε τη δουλειά του, φτώχεψε και τι να κάνει; Σαρκάζοντας τούς εγγλέζους που έχουν δεύτερο πιστεύω την «αρχή»: το σπίτι μου είναι το φρούριο μου, έβαλε στο «άσυλο» της «αγίας οικογενείας» μια ταμπέλα: Τα­βέρνα… Όποιος θέλει τώρα μπορεί να μπει μέσα και να διατάξει την «οικογένεια».
—Κρασί!
Κι  εκείνη θα τσακιστεί…
Ο πατέρας σερβίρει, ένα παιδάκι βοηθάει, η μάνα μαγειρεύει. (Να, γιατί πρέπει η γυναίκα να ξέρει από μαγέρεμα… πού ξέρεις καμιά φορά!).
Και φαντάζομαι αλήθεια την απογοήτευση του Φά­ουστ, αν τύχαινε αυτό το σπιτάκι να είναι το σπίτι της Μαργαρίτας. Ω, με κανένα τρόπο δε θα μπορού­σε, όταν θα “μπαινε στο δωμάτιο της που θα “χε τρά­πεζα στρωμένα για τους πελάτες, αντίς κρεβάτι, να πει στίχους όπως αυτοί:
Και δω! Ποιας αναγάλιας ρίγος με περνά!Ώρες πολλές εδώ ήθελα να μένω.Εδώ μόρφωσες, φύση, μ” όνειρα τερπνάτον άγγελο το γενημένο!
Αλίμονο! «Εδώ» ο «άγγελος ο γενημένος» θα τηγάνιζε μαρίδες στην κουζίνα το λιγότερο, κ’ οί στοχασμοί του αισθηματία Φάουστ θα κοβότανε από το βραχνό τραγούδι ενός άλλου αισθηματία, που βε­βαιώνει με πάθος:
Είναι μεσάνυχτα, όλη ή φύσις ησυχάζεικι ένας νέος που σπαράζει δεν κοιμάται, ξαγρυπνά.
Εχτός εχτός αν η ώρα είναι «δεκάτη». Γιατί μια με­γάλη επιγραφή -η μόνη-πληροφορεί πως τα «άσματα απαγορεύονται πέραν της δεκάτης»! Ω! τι θλιβερό κου­ρέλι από το χρυσοποίκιλτο μαντύα του «οικογενειακού ασύλου»…
***
Δεν ξέρω αν ο Βάρναλης επίτηδες διάλεξε αυτή την ταβέρνα για να ιδωθούμε, όμως εκεί μέσα είναι γνωστός. Μπαίνει κατ’ ευθεία στην κουζίνα.
— Καλό στον Κώστα…
Ο ταβερνιάρης…
Του μιλάει με μιαν οικειότητα παλιού φίλου. Λίγο και θα τον χαιρετήσει μ” ένα στίχο του:
— Γεια σου Κωσταντή βαρβάτε!
Κι ο «Κωσταντής» θ’ του απαντήσει:
Καλησπερούδια αφεντικάπώς τα καλοπερνάτε.
Η πρώην νοικοκυρά το υ δείχνει τα κατασκευά­σματα της κουζίνας. Ο ποιητής μας έχει το πρό­σταγμα. Στρωνόμαστε στο τραπέζι. Είναι μαζί μας μια νεαρή γυναίκα και μια φοιτήτρια της Νομικής. Γι’ αυτή την τελευταία, ο Βάρναλης ίδρωσε να την καταφέρει να “ρθεί μαζί μας. Ω ! του χρειάζεται τόσο η γιρλάντα των ωραίων προσώπων, όπου σταθεί και βρεθεί… Παιδική του αδυναμία. Μα κείνη είχε σπουδαιότερες ασχολίες! Ν” αντιγράψει κάτι παραδόσεις ενός καθηγητή της. Πράμα που κάνει τον κύριο καθη­γητή να βρίσκεται όλη την ώρα στο στόμα του Βάρναλη, καθώς πείραζε τη  φοιτήτρια.
— «έλα της είπα. Για να δειπνήσεις ένα βράδυ με το μεγαλύτερο έλληνα ποιητή αξίζει ν’ αφήσεις πίσω όχι μόνο ένα καθηγητή, μα όλη τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου..
Η φοιτήτρια με κοιτάζει παραξενεμένη. Αλήθεια; Αυτός είναι ο μεγαλύτερος ποιητής μας; Τούτος εδώ ο αν­θρωπάκος με τις ζωηρές κινήσεις με την τραγιάσκα του, που κάθεται, σηκώνεται, χειρονομεί, μιλάει και κάνει σαν παλικαράκι 18 χρονώ; ‘Η, που αφήνει κάποτε ένα γέλιο ανοιχτόκαρδο, καλόκαρδο, που αναβρύζει σαν πίδακας μέσα από την καρδιά του! Και τα μαύρα μάτια του, που τα πλημμυράει μια βαθιά καλοσύνη, είναι αλήθεια μάτια ενός μεγάλου ποιητή; Αυτός ο άνθρωπος, που δεν έχει καμιά επιτήδευση, καμιά σο­βαροφάνεια, καμιά πόζα, κανένα φαμφαρονισμό, κα­νένα τουπέ; Κ” είναι σαν ένα παιδί;
***
Είναι αλήθεια, σαν ένα παιδί. Του κάκου θα ζη­τήσεις να τόνε ρίξεις μέσα σε μεγάλα προβλήματα, πάνου στη συζήτηση, θα πάρει ευχαρίστως τη βουτιά του μέσα σ” αυτά, μα δε θα βρει αφορμή να πελαγοδρομήσει και ν” αρμενήσει για να σου δειχτεί. Τίποτα δε μποδίζει η κουβέντα μας να σχολιάζει τα «ταβερνοσπιτικά» συκωτάκια του γάλακτος και τους ντολμάδες που μας έχουν σερβίρει. Και κάποτε κάποτε θα στα­ματήσει την κουβέντα για να πει :
Η Δώρα πρέπει να τιμωρηθεί… Η Δώρα είναι η γυναίκα του, που αργούσε να “ρθεί. Κι όταν ήρθε, ο αμείλιχτος σύζυγος την «τιμώ­ρησε» με μια τρυφερή περιποίηση, που θα “κανε πολλούς στυλοβάτες του καθεστώτος να τρίβουν τα μάτια τους, πώς μπορεί να “ναι τόσο καλός «σύζυγος», ένας από κείνους, που «θα διαλύσουν την οικογένειαν». Τώρα πια, που ήρθε κ” η Δώρα, είναι πιο εύθυμος, λέει περισσότερα αστεία κι ο άτυχος κύριος καθηγη­τής ξανάρχεται περισσότερες φορές στο στόμα του, καθώς εκείνος εξακολουθεί να πειράζει τη φοιτήτρια.
* * *
Αν τα μάτια κανενός φιλόνομου πολίτη πέσουν σ” αυτές τις σελίδες μόλις διαβάσει τα   παρακάτω, θα φωνάξει «φωτισμένος» πια:
Έτσι εξηγείται λοιπόν…
Ποιο; Πως ο Βάρναλης είναι κομουνιστής! Πώς εξηγείται;
Να από την καταγωγή του είναι Βούλγαρος! Λοι­πόν ίσως είναι, και … κομιτατζής. Ο ευφυέστατος αστός το βρήκε… Ωστόσο, βουλγάρικος είναι ο τόπος της καταγωγής του. Κατάγεται από τον Πύργο της Βουλγαρίας.
Τώρα «φωτίζομαι» κι εγώ.
— Μήπως τ” όνομα σου λοιπόν, έχει καμιά σχέση με τη Βάρνα…
— Ναι, έτσι φαίνεται. Οι πρόγονοι μου θα “ταν από κει. Γι” αυτό κ” οι δάσκαλοι θέλανε ν” αλλάξουν τ” όνομά μου «επί το ελληνικώτερον».
— Πώς ήθελαν να σε κάμουν;
—Βαρναίον …
Και ξεσπάει απότομα σε κείνο το ανοιχτόκαρδο και ηχερό γέλιο του.
—Μα η μάνα μου, συνεχίζει, δε μ’  άφηκε να το δεχτώ. «Να τους πεις να σε λένε, παιδάκι μου, μου είπε, όπως μας λέει όλος ο κόσμος».
—Ήταν μορφωμένη γυναίκα;
Όχι, μα ήταν έξυπνη και καλή…
Στέκει λίγο, σ” ένα ευλαβικό ονειροπόλημα, που το σέβομαι. Ύστερα από λίγο τον ρωτώ. Κι ο πατέρας σου τι δουλειά έκανε;
—Τσαγγάρης. Χαμογελάει και λέει.
—Άκου ένα νόστιμο. Μια φορά, μου “παιρνε συνέντευξη ένας δημοσιογράφος.   Ήταν μπροστά κ” η Δώρα. Μόλις είπα πως ο πατέρας μου ήταν  τσαγγάρης, εκείνη με διορθώνει: Μα, καημένε Κώστα, αφού ήταν δερματέμπορος…
Και πάλι αφήνει ένα γέλιο.
Η Δώρα δικαιολογείται.
—Αφού έτσι μου είπανε οι δικοί σου… Κ” oι «δικοί του» φαίνεται πως είναι άνθρωποι, που ντρέ­πονται για την προλεταριακή καταγωγή του Βάρναλη.
—Πώς κατάφερες να σπουδάσεις; Ω! Τα «τετιμημένα οστά των εθνικών ευεργετών» ας φρίξουν από «ιεράν αγανάκτησιν». Η απάντηση που έδωκε ο Βάρναλης θα τους ήταν η πιο ανεπάντεχη και θα μπορούσε ν” αναστατώσει τους τάφους, που κυλιώνται, μαζί με τους «ζωντανούς» της κεφαλαιοκρατίας…
— Μ’ ένα κληροδότημα. Τέλειωσα το Γυμνάσιο με άριστα. Είχα διοριστεί για λίγους μήνες δάσκαλος. Και τότε μου “ρθε ένα γράμμα από την ελληνική κοι­νότητα της Βάρνας.Ελλογιμώτατον Κωνσταντίνον Βάρναλην. Μου “λεγαν πως μετά δικαίας χα­ράς και υπερηφάνειας μάθαιναν πως αρίστευσα. Και μου “διναν υποτροφία στο Πανεπιστήμιο της Αθή­νας να σπουδάσω Θεολογίαν ή Φιλολογίαν… Εξήν­τα δραχμές το μήνα… Σημείωσε πως και στο Γυμνά­σιο την πέρασα με υποτροφία. Ήμουνα υπότροφος στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης. Αρίστευσα όταν έδωκα εισαγωγικές εξετάσεις και το νόστιμο είναι που δεν ήθελα να δώσω, γιατί φοβόμουνα πως θ” αποτύχω. Το “σκσσα από το σπίτι μου για κάμποσο καιρό. Ύστερα μου ήρθε έτσι να πάω, και παίρνω 10 Μαθηματικά, 9 Ελληνικά. Από τότε φιλοτιμήθηκα ν” αριστεύω πάντα.
—Έγραφες στο Γυμνάσιο ;
— Ναι, έγραφα πατριωτικά: «Εις την σημαίαν» και τα λοιπά. Κ” ερωτικά. Εννοείται εις καθαρεύουσαν. Δια­βάζαμε τότε τον Παράσχο και το Βασιλειάδη.
— Πότε ήρθες στην Αθήνα;
— Στα 1902. Δεκοχτώ χρονώ.
Κάνω το λογαριασμό στο πακέτο και του δείχνω τον αριθμό: 1884.
— Τότε γεννήθηκες;
— Ναι!
Κ” ή κουβέντα μας προχωρεί.
Στην Αθήνα σχετίζεται με τους δημοτικιστές και προσχωρεί στην κίνηση τους. Ένα περιοδικό «Ηγησώ» συγκεντρώνει γύρω του ένα καλόν πυρήνα. Ήταν ο Καρβούνης (τι δρόμους κάνανε oι δυο τους για να συ­ναντηθούνε ξανά σ” ένα άλλο περιοδικό, τους «Νέους Πρωτοπόρους»! Από παιδιά, γέροι σχεδόν πια…) oι Γιώργος και Φώτος Πολίτης, ο Αυγέρης, ο Λαπαθιώτης, ο Λέαντρος Παλαμάς, ο Χαντζάρας, ο Ρήγας Γκόλφης. Αυτός ο τελευταίος όμως διαφώνησε με τους άλλους κ” έφυγε, γιατί ενώ εκείνοι λέγανε το πε­ριοδικό τους «μηνιαία έκδοση» αυτός δε χώνευε τη «μη­νιαία» και την ήθελε «μηνιάτικη». Αργότερα, τιμωρή­θηκε και τιμωρείται ακόμα γι’ αυτό τον άκρατο δημο­τικισμό του, να γράφει σ” όλη του τη ζωή συμβόλαια εις… άκρατον καθαρεύουσαν. Έγραφε κει  Βάρνα­λης τα πρώτα του ποιήματα. Ύστερα έβγαλε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Κερήθρες». Γι’ αυτό το βιβλίο, άγνωστο σε μας, μου “λεγε άλλοτε ο Καρβούνης πως έχει ποιήματα άξια να σταθούνε και σήμερα., Αφού πήρε το δίπλωμά του διορίζεται «ελληνοδιδάσκαλος». Τέτοιον τόνε γνώρισαν ή Αμαλιάδα, η Αργαλαστή του Βόλου, η Κερατιά, ο Περαίας, η Αθήνα, τα Μέγαρα. Εκεί στα Μέγαρα,  όταν ήταvε, ο Καρβούνης του κόλλησε αυτό το σατυρικό επίγραμα
Στο φαΐ σαν τον γλάρονμέρα νύχτα ποντάρωνποιητής των γαϊδάρωνκαι σχολάρχης Μεγάρων…
Στα 1925, πού υπηρετούσε στην Παιδαγωγική Α­καδημία, ο Πάγκαλος τον απολύει με την αφορμή του βιβλίου του «Το φως, που καίει», πράμα, που κάνει πολλούς διανοούμενους (και τον Παλαμά) να διαμαρ­τυρηθούνε. Όσοι απ” αυτούς ήτανε δημόσιοι υπάλληλοι, κλήθηκαν σ” απολογία. Ο Παλαμάς γράφει οχτώ σελίδες απολογία, που είναι ύμνος για το Βάρναλη.
— Λοιπόν, του λέω, το «Φως που καίει» σου κό­στισε τη θέση σου…
— Ναι, απαντάει άπλα και δίχως καμιά επίδειξη. Από τότε ο ποιητής βρίσκεται σε σκληρή βιοπάλη. Η μπουρζουαζία δε δείχνεται αρκετά πρόθυμη να τον χρησιμοποιεί στις Ιδιωτικές της δουλειές. Κ’ έτσι, αρκετά συχνά, μέσα στον πένθιμο και τραγικό κατά­λογο των ανέργων πέφτει ένα όνομα βαρύ: Κώστας Βάρναλης.
* * *
Μιλάμε για την τέχνη και ειδικότερα για τη δουλειά του. Μ” όλο το σεβασμό, που του χρωστώ, του μεταφέρω το παράπονο, που έχουμε, όλοι όσοι ενδια­φερόμαστε για το έργο του και το παρακολουθούμε. Το παράπονό μας είναι για τη μικρή ποσότητα της δουλειάς του. Είναι το μόνο θέμα, που μας κρα­τάει κάπως περισσότερο. Δεν τον «καγηγορώ» κ” εκείνος δεν «απολογείται». Να, συζητούμε απλώς για την ποσότητα και την ποιότητα της προλεταριακής τέχνης. Ξεκινώ από την αντίληψη, που την επιβάλει η ανάγκη της στιγμής, για μια μαχητική τέχνη, στο σημείο που βρίσκεται το επαναστατικό κίνημα. Υποστηρίζω, πως οι προλετάριοι λογοτέχνες, έχουν να πούνε πολλά, πά­ρα πολλά στη σημερινή εποχή. Και πως ακόμα θα πρέ­πει, στέκοντας φυσικά πάντα μέσα στα όρια της τέ­χνης, να μην επιμένουν πολύ στο λεπτομερειακό δού­λεμα των έργων τους, ώστε να θυσιάζουν την ποσό­τητα για χάρη της ποιότητας. Πως μια συνειδητή θυ­σία της ποιότητας για χάρη της ποσότητας είναι μια ανάγκη που επιβάλλεται.
Ο Βάρναλης καταλαβαίνει πολύ καλά πως όλα αυτά τον «αφορούνε.» Και μου περιγράφει τον τρόπο της δουλειάς του.
—Πρώτα-πρώτα, για να γράψω, μου λέει, πρέπει να “χω απόλυτη ησυχία. Πρέπει να είμαι ολότελα απορροφημένος από το θέμα μου. Όταν απασχολούμαι με τη δουλειά, είναι αδύνατο να γράψω κάτι καλό. Το θέμα μου το γυρίζω μέσα στο κεφάλι μου για πολύ! Το παίρνω από δω, από κει, το εξετάζω απ” όλες τις μεριές, φκιάνω φράσεις ολόκληρες στο μυαλό μου. Όταν κάθομαι να γράψω, το ‘χω έτοιμο. Ύστερα αρχίζω να δουλεύω μια μια τις φράσεις. Επιμένω πολύ σ” αυτό. Έτσι συνήθισα, ίσως γιατί είμαι μέτρι­ος ποιητής…
Είναι πραγματικό δυστύχημα πως ό Βάρναλης φαί­νεται να πιστεύει σ” αυτό το τελευταίο. Διδαχτικό, ωστόσο παράδειγμα μετριοφροσύνης για το ατελείωτο πλήθος των μετριοτήτων και των κουφιοκεφαλάκηδων της μπουρζουαζίας, που ξεκινούνε με τις φυλλάδες τους μια και δυο, ίσα για τις χαλύβδινες πόρτες της Αθανασίας και φωνάζουν με μια κωμική σοβαρότητα «Α­νοίξατε!» για να σπάσουν τα μούτρα τους και να δουν το «έργο» τους να πεθαίνει πολύ πριν απ’ αυ­τούς. Έτσι, σε μιαν άλλη στιγμή, ο Βάρναλης μου είπε:
—Εγώ δε γράφω για τους αιώνες… Εμένα μ” ενδιαφέρει το τώρα, το σήμερα.
—Δε σου φαίνεται, τον ρωτώ, πως ένας προλετά­ριος Ξενόπουλος δε θα μας έβλαφτε; Ο Ξενόπουλος είναι ένας συγγραφέας με αναμφισβήτητο ταλέντο. Μα έκανε πολλές αβαρίες από την τέχνη του, κατέβηκε στο γούστο του κοινού του κ” είπε τόσα περιττά πράματα! Αν ένας προλετάριος συγγραφέας έκανε το ίδιο να πει πολλά ωφέλιμα, δε νομίζεις πως δε θα έβλαφτε.
— Δε βλέπω, απαντάει, τι θα ωφελούσε. Δε θα ήταν λογοτέχνης…
Και προχωρεί σε σκέψεις πραγματικά απαισιόδοξες.
—Κ” ύστερα για ποιον να γράψει κανείς τα πολλά; Εμείς γράφουμε επαναστατικά για να μας δια­βάζουν οι αστοί, δεν έχουμε ακόμα την τύχη των σοβιετικών συγγραφέων, που γράφουνε για το προλεταριάτο. Είμαστε υποχρεωμένοι να προσέχουμε την ποιότητα γιατί απευθυνόμαστε σε κοινό συνηθισμένο με καλή ποιότητα. Το προλεταριάτο μας αγνοεί. Ο Λένιν είπε πώς για να δώσουμε τέχνη στο προλε­ταριάτο, πρέπει πρώτα να του δώσουμε μόρφωση. Κι” όταν το προλεταριάτο θα μπορέσει να μας διαβάσει, πρέπει να “χει ποιότητα.
—Τι νομίζεις, τον ρωτώ, η προλεταριακή τέχνη θα ξεχωριστεί από το προλεταριακό της περιεχόμενο, ή από την άποψη, που κοιτάζει και παίρνει τη ζωή;
— Η προλεταριακή τέχνη, απαντάει, μπορεί να “χει οποιοδήποτε περιεχόμενο, η σοσιαλιστική άποψη έχει σημασία. Ένα έργο λόγου χάρη, που περιγράφει ερ­γάτες μπορεί να είναι αντιπρολεταριακό όταν ξεκινάει από αντιδραστική άποψη. Κι αντίθετα ένα έργο, μπο­ρεί να περιγράφει αστούς και να “ναι προλεταριακό, όταν ξεκινάει από σοσιαλιστική άποψη.
Συνεχίσαμε λίγο τη συζήτηση πάνω σ” αυτό το θέ­μα κ” είπε σε μια στιγμή:
— Ο χαραχτήρας της λογοτεχνίας δεν καθορίζε­ται από πριν. Κάθε εποχή έχει τη λογοτεχνία που της ταιριάζει.
— Μα, όταν σε μια εποχή συγκρούονται δυο κό­σμοι τόσο διαφορετικοί όπως συμβαίνει σήμερα, κ” οι κόσμοι αυτοί έχουν δυο ξεχωριστές λογοτεχνίες, ποια από τις δυο θα ζήσει;
— Χωρίς άλλο εκείνη που αγκαλιάζει τα ιδανικά εκείνα, που βοηθάνε στην εξέλιξη της ζωής,
— Δε φαίνεται σαν εδώ να υπάρχει ένα άτοπο; Κοί­ταξε. Ας πάρουμε ένα ποιητή του 1800. Οταν αυτός τραγουδούσε την ατομική ελευθερία τότε, αγκάλιαζε ένα ζωντανό Ιδανικό κι αν ήτανε καλός τεχνίτης έκανε έτσι ένα ποίημα βιώσιμο. Σήμερα, που η ατομική ελευ­θερία, έγινε μια έννοια αντιδραστική, γιατί εννοείται και εφαρμόζεται σαν ελευθερία της ληστείας του ξένου ιδρώτα, ένας ποιητής της ίδιας τεχνικής αξίας παίρνει και κάνει κι αυτός ένα ποίημα για την ατομική ελευθερία. Αυτά τα δυο ποιήματα ας τα δούμε τώρα στην προ­οπτική ενός αιώνα ύστερα από σήμερα. Από τεχνική άποψη είναι και τα δυο άψογα. Το ιδεολογικό τους περιεχόμενο είναι το ίδιο. Διαφέρουν μόνο στη χρο­νολογία. Το ένα γράφει 1800, το άλλο 1935. Γιατί ο κριτικός του 2035 θα βρει το ένα ζωντανό ποίημα και το άλλο νεκρό;
— Η διαφορά απαντάει, είναι αυτή; Ο ποιητής του 1800 έχει συγκινηθεί με το ιδανικό αυτό, Αν ήτανε ζωντανό τότες, το ποίημά του, λοιπόν έχει αλήθεια. Αντίθετα, ο ποιητής του 1935 δε συγκινήθηκε, γιατί ένα τέτοιο ιδανικό υπάρχει μονάχα συμβατικά στην εποχή μας. Έγραψε λοιπόν χωρίς αίστημα, γι” αυτό το ποίημά του, όσο κι αν είναι καλοφκιαγμένο είναι κρύο, άψυχο, νεκρό. Είναι ψεύτικο.
— Δε σου φαίνεται πως πάνω σ” αυτό τον κανό­να θα σπάσει κ’ η προσπάθεια που κάνουν οι φασί­στες για να φκιάξουν μια λογοτεχνία με τα νεκρά Ιδανικά;
— Χωρίς άλλο. Η προσπάθεια αυτή είναι τεχνητή, δε βγαίνει από τη ζωή, γι” αυτό είναι καταδικασμένη να χαθεί.
Από το διπλανό δωμάτιο της ταβέρνας τα τρα­γούδια μερικών νέων πού προσπαθούν να παραστή­σουν τους εύθυμους γεμίζουν όλο το χώρο και στο με­ταξύ ο Βάρναλης κάνει διαξιφισμούς με τη γυναίκα του και τις άλλες. Τις πειράζει ολότελα φιλικά, εκεί που προ πάντων πειράζονται: στα ελαττώματα του φύ­λου τους. Αλλά μια πειράζεται σχεδόν σοβαρά.
— Τι να πουν οι άλλοι, όταν σεις μιλάτε έτσι για τις γυναίκες…
— Τι να πούμε, απαντάει εκείνος  γελώντας, ό,τι αγαπάμε πολύ το πειράζουμε…
— Η γυναίκα σου, του λέω, μου παραπονιέται πως δεν κάθεσαι στο σπίτι να γράψεις, παρά γυρίζεις στα καφενεία. Και σου “χει, λέει, δωμάτιο περιποιημένο να κάθεσαι μ” όλη σου την ησυχία.
— Η γυναίκα μου; Άκου, λοιπόν, να δεις τι ησυ­χία που έχω. Κάθομαι να γράψω  έρχεται;
— Κώστα, θέλεις καφέ; Και το μάτι της έτσι από πάνω από τα χαρτιά, σαν το γεράκι, να δει τι γράφω. Ύστερα φασαρία μέσα στο σπίτι. Περισσότερη ησυχία έχω στο καφενείο. Εκεί έγραψα τα περισσότερα μου έργα. Εκεί μελέτησα για το δίπλωμα μου.
— Τώρα, γράφεις τίποτα;
— Όχι, σχεδιάζω… Έχω τώρα να γράψω δυο βι­βλία. Το ένα είναι το «ημερολόγιο της Πηνελόπης», εννοείται πως παίρνω την πιστή Πηνελόπη από την ανάποδη! Το άλλο είναι η απάντησή μου στο επιτίμιο που μου “καναν έμενα του Γληνού και του Δελμούζου, οι παπάδες στα 1926. Έχω τρία χρόνια πού μαζεύω αποκόμματα από τις εφημερίδες για τα καμώ­ματά τους.
— Το ταξίδι σου στη Σοβιετική Ένωση δε σου άφησε εντυπώσεις που να σ” εμπνεύσουν για να γρά­ψεις κάτι;
— Βέβαια και θα γράψω κάτι, αν όχι για τη Σοβιε­τική Ένωση, γενικότερα.
— Είσαι ευχαριστημένος από το ταξίδι σου;
Απαντάει με μια λέξη:
— Ενθουσιασμένος!
Και σε λίγο συνεχίζει σα να ονειροπολεί:
— Εκεί είναι μια αδιάκοπη αλλαγή. Ό,τι είναι σή­μερα δε θα “ναι αύριο. Η ζωή προχωρεί εκεί, με τε­ράστια βήματα.
Ευτυχισμένη Ελλάδα, με τα στεκάμενα νερά σου! Τις απέραντες λίμνες σου της συντηρητικότητας, για μιαν αθλιότητα…
Μιλάμε ακόμα λίγο, πάνου στην ελληνική λογοτε­χνία. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο συγγραφέας πού προ­τιμάει από τούς παλιότερους. Από τον Παλαμά έχει τη γνώμη πως μπορεί πολλά ποιήματα, να κάμουν ένα δυνατό τόμο. Μα η κουβέντα μας πνίγεται μέσα στα «άσματα», που έρχονται «ορυμαγδών» από τη διπλανή κάμαρα.
Και να σκέφτεται κανείς πώς όχι μόνο πέρασε η «δεκάτη» αλλά κ” η ενδεκάτη».
— Έντεκα και πέντε…
Ο Βάρναλης πετάγεται τρομαγμένος.
— Ώρα για ύπνο…
Σπάνια μένει τόσο «αργά» έξω. Κοιμάται νωρίς ξυπνάει πρωί. Κι ας βάνει σ” ένα ποίημά του να του βρίζουν τον ήρωα του:
Πάλι μεθυσμένος μού “ρθεςδυόμισι ώρες της νυχτός…Αυτός δε νυχτοπερπατάει, ούτε μεθάει…
Καθώς βγαίνουμε τον ρωτώ για τους περίφημους «Μοιραίους» του, που τούδωκαν μια μεγάλη φήμη.
— Είναι αλήθεια πως τους δημοσίεψες για πρώτη φορά στη «Νεολαία»;
— Ναι, αλήθεια! Αλλά ήτανε προορισμένοι για ένα πρωτοχρονιάτικο φύλο του «Ριζοσπάστη»! Ο Κορδάτος που ήτανε διευθυντής τότε μου ανάθεσε να του γράψω ένα ποίημα. Δεν το δημοσίεψε όμως, εκεί, γιατί φαίνεται δεν το “βρισκε αρκετά επαναστατικό. Και το “δωκε στη «Νεολαία».
Από κει, είναι γνωστό πως το πήρε τότε το κα­λύτερο φιλολογικό περιοδικό της εποχής «Ο Νουμάς», που το δημοσίεψε κ” έκανε μεγάλο πάταγο.
— Κι όμως, του λέω, είναι από τα καλύτερα ποιή­ματά σου.
— Έτσι λένε απαντάει με σαρκασμό. Μα δεν το πιστεύω! Εμένα μου φαίνεται πως θα μπορούσε να το γράψει κι ο… Πολέμης! Θεματογραφία…
Εδώ πια, δε μπορούμε να συνεννοηθούμε. Οι χει­ρότεροι κριτικοί των έργων τους είναι κάποτε οι δη­μιουργοί τους. Έξω έχει παγωνιά. Χωρίζουμε. Μέσα σ” αυτή την παγωνιά αισθάνομαι να “χει περάσει από την ψυχή μου ο Ποιητής, σα μια θερμή ανοιξιάτικη αχτίδα…

ΠΗΓΗ: atexnos.gr



-------------------------------------------------------------------------------------------------------
Κώστας Βάρναλης (Πύργος Βουλγαρίας 1884 - Αθήνα 1974): ποιητής, 
πεζογράφος καὶ δοκιμιογράφος μὲ διαλεκτικὴ ὑλιστικὴ ὀπτικὴ τῆς τέχνης.

«Ἢ ποίηση τοῦ Βάρναλη, γράφει ὁ Μενέλαος Λουντέμης, δὲ μύριζε ποτὲ γάλα. Μύριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μπαροῦτι· κατέβηκε δηλαδὴ στὸ στίβο χωρὶς πάρα πολλὰ γυμνάσματα καὶ δοκιμὲς καὶ περιπλανήσεις στοὺς λειμῶνες τῶν ἀσφόδελων. Μ᾿ ἄλλα λόγια, χωρὶς αὐτὲς τὶς πεισιθάνατες κραυγὲς ποὺ ἔβγαζαν ὅλοι οἱ λυρικοί του καιροῦ του. Ὄχι. Ἡ Ποίηση τοῦ Βάρναλη ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀρσενική, λάσια, μιὰ βολίδα ποὔπεσε μὲς στὰ στεκούμενα νερὰ τοῦ μελίπηχτου λυρισμοῦ».
«Ἡ πεῖρα τῆς κοινωνικῆς θεωρίας, γράφει ὁ Μιχαὴλ Περάνθης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἀγωγή, μαζὶ μὲ μία ἐκτάκτως λεπτὴ ἕλξη πρὸς τὸ αἰσθητικὸ καὶ τὸ ὡραῖο, τὸ καλλιτεχνικὸ ὡραῖο, ποὺ ρέει στὸ αἷμα του, διαμόρφωσαν ἕνα προσωπικὸ καὶ φιλοσοφημένο λογοτεχνικὸ χαρακτῆρα, -ποὺ συγκέντρωσε τὶς ἐλπίδες γιὰ τὴν καλλιέργεια καὶ στὸν τόπο μας τῆς ἀριστερῆς τέχνης».

Οἱ μοιραῖοι


Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.


Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!


(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)


Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.


-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.


Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!


Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου


Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια
καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια!
Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ
τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!


Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι,
οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ
καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.


Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στὴν παίδεια
μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά,
φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά!


Ἀνωχώρι, Κατωχώρι,
ἀνηφόρι, κατηφόρι,
καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή,
ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.


Εἴκοσι χρονῶ γομάρι
σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι
κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ
τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.


Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι
(ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι)
ὄργωνα στὰ ρέματα
τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.


Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα»
κουβαλοῦσα πολυβόλα
νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ
γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.


Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη
ἐκουβάλησα τὴ νύφη
καὶ τὴν προῖκα της βουνό,
τὴν τιμή της οὐρανό!


Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα
μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα
στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ
νὰ γκαρίζω, νὰ θρηνῶ.


Κι᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴν κοιλιά του
μ᾿ ἔπαιρνε γιὰ τὴ δουλειά του
καὶ μοῦ μίλαε κουνιστός:
«Σὲ καβάλησε ὁ Χριστός!


Δούλευε γιὰ νὰ στουμπώσει
ὅλ᾿ ἡ Χώρα κι᾿ οἱ καμπόσοι.
Μὴ ρωτᾷς τὸ πῶς καὶ τί,
νὰ ζητᾷς τὴν ἀρετή!


-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου!
-Ἀντραλίζομαι!... Πεινῶ!...
-Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»


Κι᾿ ἔλεα: ὅταν μίαν ἡμέρα
παρασφίξουνε τὰ γέρα,
θὰ ξεκουραστῶ κι᾿ ἐγώ,
τοῦ θεοῦ τ᾿ ἀβασταγό!


Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ
θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι
κι᾿ ἀμολήσω τὴν πνοὴ
(ἕνα ποὺφ εἶν᾿ ἡ ζωή),


Ἡ ψυχή μου θὲ νὰ δράμῃ
στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τ᾿ Ἀβράμη,
τ᾿ ἄσπρα, τ᾿ ἀχερένια του
νὰ φιλάει τὰ γένια του!


Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα
κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ
νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.


Κωλοσούρθηκα καὶ βρίσκω
στὴ σπηλιὰ τὸν Ἅη-Φραγκίσκο:
«Χαῖρε φῶς ἀληθινὸν
καὶ προστάτη τῶν κτηνῶν!


Σῶσε τὸ γέρο κυρ Μέντη
ἀπ᾿ τὴν ἀδικιὰ τ᾿ ἀφέντη,
σὺ ποὺ δίδαξες ἀρνὶ
τὸν κυρ λύκο νὰ γενῇ!


Τὸ σκληρὸν ἀφέντη κᾶνε
ἀπὸ λύκο ἄνθρωπο κᾶνε!...»
Μὰ μὲ τὴν κουβέντα αὐτὴ
πόρτα μοῦ ῾κλεισε κι᾿ αὐτί.


Τότενες τὸ μαῦρο φίδι
τὸ διπλό του τὸ γλωσσίδι
πίσω ἀπὸ τὴν ἀστοιβιὰ
βγάζει καὶ κουνάει μὲ βιά:


«Φῶς ζητᾶνε τὰ χαϊβάνια
κι᾿ οἱ ραγιάδες ἀπ᾿ τὰ οὐράνια,
μὰ θεοὶ κι᾿ ὀξαποδῶ
κεῖ δὲν εἶναι παρὰ δῶ.


Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί.


Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-
τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ
γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.


Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.


Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».


Τσιγγάνικο


Βάρα γερὰ τὸν νταγερέ, πιωμένε μου λεβέντη!
Κορδέλλα κόκκινη κρεμῶ στὸν ἄγριο ἐσὲ ζουρνᾶ σου!
Φλουρὶ κολλῶ στὸ στῆθος σου, ξυπόλυτη χορεύτρα!
στρογγυλοπαίζει σου ἡ κοιλιὰ κι ὁ κόρφος σου πετάει
τὰ μπρούνζινα γιορτάνια σου καὶ τὰ χοντροβραχιόλια.


Παίζει τὸ μαῦρο μάτι σου, μαργιόλικο, μεγάλο,
καὶ φέρνει ὁ λάγνος σου χορὸς τὴν πεθυμιὰ τῆς νύχτας!..


Κρασὶ ἂς μὴ παύσουν τ᾿ ἄταχτα μουστάκια μας νὰ στάζουν!..
Ἒ σύ, πατέρα! Ἡ κόρη σου ῾πόψε τὸ παθαμύθι
θὰ μοῦ εἴπει τὸ τσιγγάνικο πά᾿ στὸ προσκεφαλό μου!


Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς


Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;
Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;
Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.
Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,
ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.


Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό,
θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,
ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.
Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.
Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.


Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,
νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ
νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,
κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ
ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.


Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,
χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!
Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!


Θυσία


Τὸ μυτερό σου τὸ σκουφί,
Μίδ᾿ ἀπ᾿ τὴν ἄτριχη κορφὴ
πέτα κάτω
καὶ φέρε ἀπ᾿ τὸ χλωρὸ τ᾿ ἀχούρι
τὸ διχρονίτικο γαϊδούρι
τὸ βαρβάτο!


Ποῦ λάμπ᾿ ἡ πέτσα του γιαλὶ
καὶ κανεὶς δὲν τὸ καβαλλεῖ
καὶ τὴ νιότη
τὴν ἀπερνάει στὰ πισινά του
ὁλόρθο, κ᾿ εἶναι τ᾿ ἀχαμνά του
ὅλο ἀξιότη!


Φέρτο στὴ μέση τ᾿ ἁλωνιοῦ
καὶ στὸ ριζὸ τοῦ πλατανιοῦ
ρίχτο χάμου,
εἶν᾿ ἡ σειρά του νὰ δοξάσει
τοὺς γόνιμους θεούς, νὰ πιάσ᾿ ἡ
προσφορά του!


῾Πόψε παντρεύομαι, γι᾿ αὐτὸ
σοῦ ἄξιζε τέτοιο ἕνα σφαχτὸ
κοτσονάτο,
ἐσένα, Πρίαπε, ἀσκημομούρη,
ποὖσαι κι᾿ ἐσὺ σὰν τὸ γαϊδοῦρι,
τὸ βαρβάτο!


Ζούγκλα


Μουσελίνα τέζα
σ᾿ ὀρθοβύζι ντοῦρο
προσωπάκι σκοῦρο-
λάγνα χαβανέζα!


Κορακοφρυδάτη,
μυγδαλοματοῦσα,
μελισσοχνουδάτη.
Ἔ, καὶ νὰ πατοῦσα


τ᾿ ἀτσαλένιο νύχι,
δόντι σιδερό,
στὸ κουστό σου σνίχι
τὸ μαυριδερό,


Ὅπως στὴ λαγκάδα
τὴν ἐρημικὴ
τίγρη τὴ ζαρκάδα
τὴν καταξεσκεῖ


κι᾿ ἄγρι᾿ ἀντιβογκᾷ
γύρω στὰ λογκὰ
ἡ χαρὰ τοῦ ἑνοῦ
Χάρος τ᾿ ἀλλουνοῦ.


Πρόλογος (Σκλάβοι Πολιορκημένοι)


Πάλι μεθυσμένος εἶσαι, δυόμιση ὥρα τῆς νυχτός.
Κι ἂν τὰ γονατά σου τρέμαν, ἐκρατιόσουνα στητὸς
μπρὸς στὸ κάθε τραπεζάκι.«-Γειά σου Κωσταντὴ βαρβᾶτε!»
«-Καλησπερούδια, ἀφεντικά, πῶς τὰ καλοπερνᾶτε;»


Ἕνας σοὔδινε ποτήρι κι ἄλλος σοὔδινεν ἐλιά.
Ἔτσι πέρασες γραμμὴ τῆς γειτονιᾶς τὰ καπελιά.
Κι ἂν σὲ πείραζε κανένας - ἂχ ἐκεῖνος ὁ Τριβέλας!-
ἔκανες πὼς δὲν ἔνιωθες καὶ πάντα ἐγλυκογέλας.


Χτὲς καὶ σήμερα ἴδια κι ὅμοια, χρόνος μπρός, χρόνια μετά...
Ἡ ὕπαρξή σου σὲ σκοτάδια ὅλο πηχτότερα βουτᾷ.
Τάχα ἡ θελησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;
Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!


Ἀρχὴ σοφίας


«Φρόνιμα καὶ ταχτικὰ

πάω μὲ κεῖνον ποὺ νικᾷ».

Ὁ ἕνας


Λίγη δροσιά, οὐρανέ μου,
καὶ χάηδεμα τ᾿ ἀνέμου,
κελάηδημα πουλιοῦ,
ξανάνιωμ᾿ Ἀπριλιοῦ!


Ἀνάσ᾿, ἀνάσα λίγη!
Χρόνια ἡ θελιὰ μᾶς πνίγει.
Λίγη χαρὰ σ᾿ ἀφτὰ
τὰ σκοτεινὰ γραφτά!


Σοῦ πήρανε, λαέ μου,
τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι καὶ ντόπιο ἀλῆτες!

Ὁ ἄλλος


Ἂν θέλεις νὰ χαρεῖς
τὴ λεφτεριά, νωρὶς
γίνε προδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπὴ δὲν εἶναι.


Θά ῾ναι μαζί σου οἱ νόμοι
κι ἡ πλερωμένη γνώμη!
Πέτα τὴν ἀνθρωπιά σου
κι ἀπ᾿ τὸν ἀφέντη πιάσου!


Κι ἅμα σὲ φτύνει ἀφτός,
νὰ κάθεσαι σκυφτὸς
καὶ θά ῾χεις τὰ πρωτεῖα
στὴ σάπια πολιτεία.

Ὁ λαός


Ἔξω τοῦ ἀφέντη ἁρμάδα
φυλάει, μὲ μπούκα ὀρθή,
τὸ λείψανό σου, Ἑλλάδα,
μὴν ξάφνου ἀναστηθεῖ!


Ἀνάσταση


Νὰ τ᾿ ἡ μεγάλη νύχτα! Καλὴ νύχτα!
Ψηλὰ τὸ κυπαρίσσι σὲ καλεῖ.
- Ἔλα, δὲν ἔχεις τίποτα νὰ χάσεις
μάιδε νὰ θυμηθεῖς καὶ νὰ ξεχάσεις.


Πατρίδα; Πουλημένη στὸ σφυρί!
Λεφτεριά; Μὲ χαλκᾶδες δὲν μπορεῖ!
Παιδιά; Ποῦ τὰ χεῖ ἂς κλαίει μέχρι θανάτου,
θά ῾ναι σκλαβ᾿ ἢ προδότες τὰ ὀρφανά του!


Εἰσ᾿ ἄδειος ἤσκιος μέσα σ᾿ ὅλα τ᾿ ἄδεια.
Δὲν εἶναι τόσο μάβρα τὰ σκοτάδια
τοῦ τάφου, ὅσο τὰ φέγγῃ τῆς ἡμέρας,
τὰ φέγγῃ τῆς σκλαβιᾶς καὶ τῆς φοβέρας.


Πιὸ σίχαμ᾿ ἀπ᾿ τὸ κάθε γῆς σκουλῆκι,
οἱ θεόμορφοι δυνάστες σου καὶ λύκοι.
Μὴ λὲς ἀφανισμὸ τὸ θάνατό σου,
ἀφοῦ δὲ ζοῦσες γιὰ τὸν ἐαφτό σου.


Ἂν ἔκανες τὸ χρέος σου στὸ λαό,
σὰν ξεχυθεῖ μὲ πάθος παλαιὸ
τὴν πᾶσαν ἀτιμία νὰ συνεπάρει,
μ᾿ ἄλλους πολλοὺς θά ῾χει κ᾿ ἐσὲ μπροστάρη.


Πρωτοχρονιάτικο


Σαράντα σβέρκοι βωδινοὶ μὲ λαδωμένες μποῦκλες
σκεμπέδες, σταβροθόλωτοι καὶ βρώμιες ποδαροῦκλες
ξετσίπωτοι, ἀκαμάτηδες, τσιμπούρια καὶ κορέοι
ντυμένοι στὰ μαλάματα κ᾿ ἐπίσημοι κι ὡραῖοι.


Σαράντα λύκοι μὲ προβιὰ (γι᾿ αὐτοὺς χτυπᾷ ἡ καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι ἀπὲ ρεβάμενοι βαθιὰ ξαπλώσανε στὸ τζάκι,
κι ἀβάσταγες ἐνιώσανε φαγοῦρες στὸ μπατζάκι.


Ὄξ᾿ ὁ κοσμάκης φώναζε: «Πεινᾶμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι καὶ γερόντισσες, παιδάκια καὶ μητέρες
κ᾿ οἱ τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν σφιχτοὶ νοικοκυρέοι
ἀνοῖξαν τὰ παράθυρα καὶ κράξαν: «Εἶστε ἀθέοι».


Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ


Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.


Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!


Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!


Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.


Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.


Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.


Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.


Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.


Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!


Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.


Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!


Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.


Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!


Ἡ Μαγδαληνή


Μέσ᾿ σὲ παλάτια, ποὺ σὰ σπήλια ἀντήχαν ἀπ᾿ τὶς μουσικὲς
κι᾿ ἀστράβαν ἀπ᾿ τὰ μέταλλα καὶ τὰ δεμένα φῶτα,
στὰ μάγουλά μου, ποὺ κανεὶς δὲν τὰ εἶδεν ἥλιος, οἱ μοσκὲς
γλίστρααν μὲ λάγγεμα πολὺ καὶ τὰ δάγκωναν σὰν ὀχιὲς
στὴν κρουσταλλένια μου φωνὴ θαμπὴ ἐγλιστροῦσε νότα.


Στὴν τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία ἐγώ ῾μουν ἡ Πηγή:
τοῦ κόρφου μου τ᾿ ἀμάραντα καὶ μοσκοβόλᾳ κίτρα.
Ὡσὰν τὴ φλόγα τοῦ κορμιοῦ μου ἄλλη δὲ γνώρισεν ἡ Γῆ,
σὰν τῆς ἀγκάλης μου μεστὴ καμιὰ δὲν ὑπῆρχε σιγή.
Ὁ ἔρωτάς μου νίκαγε τὴ Ρώμη τὴ νικήτρα. . .


Σκοτάδια ἤτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι᾿ ἀμμουδιὰ
καὶ στὰ γλυκὰ τὰ χείλια μου πικρὰ πολὺ τὰ γέλια.
Καὶ μοῦ τινάζαν ἄξαφνα τ᾿ ἀγνώστου φόβοι τὴν καρδιὰ
καὶ μοῦ κοβόταν ἡ ἀναπνιὰ μέσ᾿ σὲ φορέματα φαρδιά-
ἀπ᾿ τοῦ θριάμβου τὴν κορφὴ μακριὰ ῾βλεπα συντέλεια.


Δὲν ἦταν ἄξαφνη ἀστραψιά. Τοῦτο συνέβη ἀργά, σιγά. . .
Ὡραῖος δὲν ἤσουν, τίποτα δὲν εἶχες πάνω σου ἄξο!
Κοίταγες χάμου τὰ χαλίκια, ὡς μίλαγες σιγὰ κι᾿ ἀργά.
Τὴν τρίτη ἢ τέταρτη φορὰν ἄρχισε ὁ νοῦς μου νὰ ριγᾷ,
κι᾿ ὡς σήκωσες τὰ μάτια σου, δὲ βάσταα νὰ κοιτάξω.


Κι᾿ ἔνιωσα ὁρμὴ ἀσυγκράτητη στὰ πόδια σου νὰ κυλιστῶ.
Εἶδα νὰ σειέται μέσα μου ψυχὴ παρθένα ὡς τώρα.
Τὴν εὐτυχία τὴ γνώρισα στὸ δόσιμο χωρὶς μιστό,
τὴ λευτεριά-στὸ σκλάβωμα σὲ κάποιο ἰδανικὸ σωστὸ
καὶ τὴν ὑπέρτατ᾿ ἡδονὴ στὸν πόνον,-ἄξια γνώρα.


Καὶ στοὺς φτωχοὺς μοιράζοντας τὰ ὑπάρχοντά μου (ἀσημικά,
διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες καὶ παλάτια)
τὰ βήματά σου ἀκλούθησα, ποὺ κι᾿ ἂν τὰ σβηοῦσε ταχτικὰ
στὸν ἄμμ᾿ ὁ ἀγέρας τοῦ βραδιοῦ, σὰ φῶτα μένανε γλυκὰ
γιὰ πάντα σ᾿ ἄμμο καὶ ψυχῇ καὶ σ᾿ ἀκοὲς καὶ μάτια.


Πράματα νέα δὲν ἔλεγες κι᾿ οὔτε, μὲ λόγια νέα, παλιά.
Ἀπὸ πολλοὺς κι᾿ ἀπὸ καιροὺς ὅλα ἦταν εἰπωμένα.
Μά ῾χες τὴ δύναμη ν᾿ ἀκοῦς τῶν οὐρανῶν τὴ σιγαλιὰ
κι᾿ ὅλα γιὰ σένα (κι᾿ ἄψυχα κι᾿ ἄνθρωποι) διάφανα γιαλιὰ
καὶ διάφαν᾿ ἡ καρδιὰ τοῦ Θεοῦ γιὰ σένα - καὶ γιὰ μένα!


Κανεὶς (καὶ πλήθη καὶ σοφοὶ καὶ μαθητάδες καὶ γονιοί)
δὲν ξάνοιγε τὸ σπαραγμὸ στὰ θάματά σου πίσω.
Κι᾿ ἂν πρόσμενες τὸ λυτρωμό σου ἀπὸ τὴν ἄδικη θανή,
ἐγὼ μονάχα τό ῾νιωσα, ποὺ ἤμουνα λάσπη καὶ κοινή,
πόσο, Χριστέ ῾σουν ἄνθρωπος! Κι᾿ ἐγὼ θὰ σ᾿ ἀναστήσω!


Πρόλογος «Στὸ φῶς ποὺ καίει»


Νὰ σ᾿ ἀγναντεύω, θάλασσα, νὰ μὴ χορταίνω
ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ψηλὰ
στρωτὴ καὶ καταγάλανη καὶ μέσα νὰ πλουταίνω
ἀπ᾿ τὰ μαλάματά σου τὰ πολλά.


Νά ῾ναι χινοπωριάτικον ἀπομεσήμερο, ὄντας
μετ᾿ ἄξαφνη νεροποντὴ
χυμάει μὲς ἀπ᾿ τὰ σύνεφα θαμπωτικὰ γελώντας
ἥλιος χωρὶς μαντύ.


Νὰ ταξιδεύουν στὸν ἀγέρα τὰ νησάκια, οἱ κάβοι,
τ᾿ ἀκρόγιαλα σὰ μεταξένιοι ἀχνοὶ
καὶ μὲ τοὺς γλάρους συνοδιὰ κάποτ᾿ ἕνα καράβι
ν᾿ ἀνοίγουν νὰ τὸ παίρνουν οἱ οὐρανοί.


Ξανανιωμένα ἀπ᾿ τὸ λουτρὸ νὰ ροβολᾶνε κάτου
τὴν κόκκινη πλαγιὰ χορευτικὰ
τὰ πεῦκα, τὰ χρυσόπευκα, κι᾿ ἀνθὸς τοῦ μαλαμάτου
νὰ στάζουν τὰ μαλλιά τους τὰ μυριστικά.


Κι᾿ ἀντάμα τους νὰ σέρνουνε στὸ φωτεινὸ χορό τους
ὡς μέσα στὸ νερὸ
τὰ ἐρημικὰ χιονόσπιτα-κι᾿ αὐτὰ μὲς στ᾿ ὄνειρό τους
νὰ τραγουδᾶνε, ἀξύπνητα καιρό.


Ἔτσι νὰ στέκω, θάλασσα, παντοτεινὲ ἔρωτά μου
μὲ μάτια νὰ σὲ χαίρομαι θολὰ
καὶ νά ῾ναι τὰ μελλούμενα στὴν ἅπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι᾿ ἀλάργα βάσανα πολλά.


Ὡς νὰ μὲ πάρεις κάποτε, μαργιόλα σύ,
στοὺς κόρφους σου ἀψηλά τους ἀνθισμένους
καὶ νὰ μὲ πᾶς πολὺ μακρυὰ ἀπ᾿ τὴ μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυὰ πολὺ κι᾿ ἀπὸ τοὺς μαύρους κολασμένους ....


Τὸ ἀηδόνι


Μάννα, ζεστὴ ἀγουροξυπνᾷς μέσα σὲ χίλια ἀρώματα,
φῶτα πολλὰ καὶ χρώματα
καὶ μοναχὰ ἀπ᾿ τὸ γγίμα
τ᾿ ἀγέρα δένουν μέσα σου κόσμοι καὶ κόσμοι χύμα!


Ἐρωτοφύσημα κι᾿ ἐγὼ τὸ λαμπερό σου φλούδι
τὸ σπάω μὲ τὸ τραγούδι,
ποὺ τὴν ἁπλὴ χαρά μου
ὑψώνει στὰ μεσούρανα πλέον ἄξια ἀπ᾿ τὰ φτερά μου.


Μες᾿ στ᾿ ἄνθη τῆς ροδακινιᾶς, στῆς λεύκας τὴν κορφή,
ὅπου ἤσκιωμα βαθὺ
κι᾿ ὅπου κρύες βρυσοῦλες
πάω τῆς καρδιᾶς μου καὶ μετράω λαχτάρες καὶ τρεμοῦλες.


Μ᾿ ἀστροφεγγιὲς ὁλόβαθες, τριανταφυλλιὰ χαράματα,
μὲ φεγγαρομαλάματα
κι᾿ ὅταν σιγὰ κι᾿ ἀγάλι
βρέχει οὐρανὸς σὲ μιὰ μεριὰ κι᾿ ἠλιοφωτάει στὴν ἄλλη,


τοῦ λαρυγγιοῦ δονῶ ἀψηλά τη φουσκωμένη φλέβα
κι᾿ ἀνέβα ὁ ἀχὸς ἀνέβα
ὅλο καὶ πιὸ μεστώνει
καὶ τὸν ἀγέρα, ξέχειλον ἀπὸ ἡδονές, ματώνει.


Κι᾿ ὅταν σωπάσῃ μου ἡ καρδιὰ καὶ τὸ λαρύγγι σπάσῃ,
στὴ μαγεμένη πλάση
καὶ στὴν καρδιά, ποὺ νιώθει,
καιρὸ βαστᾷ ὁ ἀντίλαλος, καιρὸ πονᾶνε οἱ πόθοι.


Ὤ! δὲ θαμπώνει τὴ λαλιά μου θανάτου φοβέρα :
γῆς καὶ νεροῦ κι᾿ ἀγέρα
δὲν ξέρουνε τὰ γένη,
πὼς ὅ,τι ζεῖ καὶ χαίρεται, σύντομ᾿ ἀργὰ πεθαίνει.


Ὁ χορτασμένος ἔρωτας, τῆς ζωῆς οἱ γλυκάδες,
τῆς πλάσης οἱ ὀμορφάδες
ἔτσι βαθιά με ὁρίζουν,
ποὺ τῆς καρδιᾶς τὸ ξέσπασμα λυγμό μου τὸ γυρίζουν!


Παράδεισος


Λεύτερος νά ῾σαι δοῦλος ὁποιανοῦ,
λεύτερος νὰ μιλᾷς, ὅταν κοιμᾶσαι,
λεύτερος, χρόνια νὰ τὰ κυνηγᾷς
τῶν Γιούρων τὰ ποντίκια μὴ σὲ φᾶνε.


Στὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου νὰ χιλιάζουν
τὰ ψέματα – τῆς μύγας τὰ σκουλήκια -,
νά ῾σαι τῆς Ἱστορίας γελοιογράφος,
ἀφέντης δίχως πιθαμὴ δικιά σου.


Σὰν τὴ στέρφα γουρούνα τ᾿ Ἅι-Ἀντώνη,
μισότυφλη ἀπὸ πάχητα καὶ νύστα,
νὰ νείρεσαι πὼς κολυμπᾷς σὲ κάτουρα
καὶ ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»!


Τυχερός


Ἀνεμοδέρνουν μέρα νύχτα ἀπάνου
σὲ στύλους σταυροσήμαδα φτερά σου,
νὰ γελιέσαι πὼς εἶν᾿ Ἑλλάδα ὁ τόπος.
Μὰ δίπλα τ᾿ ἀγκαλιάζει νὰ τὰ σπάσει
τοῦ ξένου ἡ ἀστερομάτισσα κατάρα.
Ἂν φαρμάκωνε μόνη τὸν ἀέρα,
ἴσως, ραγιᾶ νὰ ξύπναες κάποιαν ὥρα:
«Στὴ χώρ᾿ αὐτὴ ποὺ τήνε λέω δικιά μου
ξένος εἶμαι καὶ τυχερὸς ποὺ ζῶ!»


Τάκης Φίτσος


Μὲ τὸ πικρὸ χαμόγελο καὶ τὰ σφιγμένα χείλη
βουβὰ τὸν ἴσκιο σου ἕλιωνες στὴν πολιτεία τῶν τάφων.
Ἐδῶ σὲ θάβουν ζωντανὸν ἂν θέλεις νά ῾σαι τίμιος.
Παιδὶ σὲ χτίσαν, γέρασες χωρὶς σταλιὰ νὰ ζήσεις.
Μῆνες καὶ χρόνια μέτραγες, δεκάχρονα κατόπι,
κι ὅλο ἡ πηγάδα βάθαινε κι ἀψήλωνεν ὁ τοῖχος,
παρηγοριὰ καὶ μάθημα φτωχολαοῦ δεμένου.
Καὶ μίαν αὐγὴ ἀνοιξιάτικην, ποὺ ἀνάκραζεν ἀγάπη,
τρυφερὰ σ᾿ ἀγκαλιάσανε οἱ ἀδερφομάχοι ἀγγέλοι
καὶ σὲ φορτώσανε. Κανεὶς δὲν ἄκουσε τὰ βόλια.
Καὶ τώρα, μέσα στὸ σωρὸ τὰ κόκαλα, μὴν ψάχνεις
νὰ ξεχωρίσεις τὰ δικά σου: εἶν᾿ ὅλα καθενοῦ!
Ὄχι συμπόνια, κλάμα, ὀργή. Ντροπή σου, μάνα Ἑλλάδα!


Αὐτονεκρολογία


Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου
γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος,
κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι.


Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα»
κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου:
νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ
καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος.


Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια.
Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων
καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία.
Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος.


Ὅσο τὰ χρόνια ἀσπρίζαν στὴν κορφή μου,
τόσο βαθιὰ μοῦ μάτωνεν ἡ ἐλπίδα.
Μάθαινα πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι δειλία
κι ἡ καλοσύνη ἀγιάτρευτο κακό.


Ἥρωας δὲν ἤμουν, μ᾿ ἔκαμνεν ὁ φόβος
(ἢ θὰ σκοτώσεις ἢ θὰ σκοτωθεῖς)
νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα
καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό.


Νὰ γελιέμαι πὼς ζῶ, ξεπόρτιζα ἔξω.
Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή.
Πιανόμουν ἀπὸ κάγκελα καὶ πόρτες
μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι ὄχι ἐγώ!


Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου:
γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι.
Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω.
Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω.


Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλιασμένον
τρεῖς μέρες στὸ ντιβάνι μου ἀπομόναχο,
μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ καὶ στηλωμένα
κατὰ σένα, ὅπως πάντα, Ἀνατολή.


Οἱ πεθαμενατζῆδες μεθυσμένοι
βλαστημοῦσαν, ὅπως μὲ κατεβάζαν
τυλιγμένον σὲ μία παλιοκουβέρτα,
ὄροφοι πέντε καὶ σκαλιὰ ἐνενῆντα!


Κι ἢ ραχοκοκαλιὰ νὰ μὴ λυγάει
γιὰ νὰ τοὺς εὐκολύνει στὴ δουλειά τους.
Δὲν τό ῾μάθε κανένας. Τ᾿ ὄνομά μου
μήτ᾿ ἐγὼ δὲν τὸ λέω καὶ δὲν τὸ γράφω.


Τὰ μπουκωμένα στόματ᾿ ἀλυχτῆσαν:
–καλότυχοι, ἕνας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, ποὺ δὲν τόνε προλάβαμε!
–κόβουμ᾿ ἕναν, φυτρώνουνε σαράντα!


Εὐχαριστῶ σας, γερατειὰ καὶ πόνοι,
ποὺ ἐσεῖς μὲ ξαποστείλατε, ὄχι ὁ Νόμος
(δυὸ φορὲς «ἐπ᾿ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ»!).


Κι οὔτε μὲ πολτοποίησε στὴ λάσπη
ἕνα τρίκυκλο ἀθῷο («τροχαῖον ἀτύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στὰ βαθιὰ τῆς θάλασσας.
Τ᾿ ἀδούλωτα κορμιὰ δὲ βρίσκουν οὔτε
μιᾶς πιθαμῆς Ἑλλάδα νὰ ἡσυχάσουν!

Νοέμβρης 1968

Πρόλογος


Ξαφνικὰ μοῦ φασκιώνουνε τὰ μάτια
γιὰ νὰ βλέπω τὸ φῶς τὸ ἀληθινό!
Μὲ καρυδώνουν, γιὰ νὰ μὴ φωνάζω:
«Ὄρσε, Ἑλλάδα Γραικύλων ἀντιχρίστων!»
Ἄχερα μὲ μπουκώνουν κάθε μέρα.
Καὶ ποιοί; Τοῦ σκλαβοπάζαρου ἡ σαβούρα.
Καὶ πῶς; Ἔχουν ἀφέντη τὰ σκυλιὰ
καὶ δαγκάνουν τὰ πόδια σου, Ἱστορία.


Πῶς θὰ σωθοῦμε ἀπ᾿ τὴν «ἐλευθερία»
τῆς σκλαβιᾶς μας κι ἀπὸ τὸν «ὑπὲρ πατρίδος»
τῶν προδοτῶν; Καὶ πότε ἀπ᾿ τοὺς θεοὺς
τῶν ἀθέων καὶ τῶν ἀνθρωποφάγων;


«Ἐθνικὴ Παιδεία»


Γανιάσατε, δασκάλοι, νὰ ξεμάθω
νά ῾μαι ἐγώ, νὰ στοχάζομαι, νὰ θέλω -
ψέματα ὅλο ν᾿ ἀκούω, νὰ λέω, νὰ πράττω,
γιὰ ψέματα νὰ ζῶ καὶ νὰ πεθαίνω.


Δὲν μπόρεσε ἡ σπουδὴ νὰ μὲ χαλάσει.
Ἀντέξανε σαρκίο, ψυχὴ καὶ γνώση
μὰ κάθε τόσο θάνατος νὰ ξέρεις
ὅτ᾿ εἶσαι πάντα πουλημένο κρέας.


Πῶς μᾶς θέλει ἡ «ἀληθὴς δημοκρατία»


Νὰ μὴν ἀκούω καὶ νὰ μὴ βλέπω νὰ πατῶ.
Νὰ μὴ νογάω καὶ νά ῾χω τὸ στόμα βουλωτό.
Νὰ μὴ μὲ φαρμακών᾿ ἡ μπόχα τοῦ καιροῦ μου.
Χωρὶς αὐτιὰ καὶ μάτια, μύτη καὶ μυαλό,
μουγκὸς νὰ πηαίνω, ὅποτε μοῦ ῾ρθει, πρὸς νεροῦ μου,
κι ἅμα τσινάει ὁ Γάϊδαρος νὰ μὴ γελῶ.
Καὶ σὰ μὲ καρυδώνουνε μουνοῦχο σκλάβο
οἱ Ἀμερικάνοι, ἐγὼ νὰ βλαστημάω τὸ Σλάβο.


Στὸ γιό του


Στὸν κόσμο γιατί σ᾿ ἔφερα; Ἂν μοῦ μοιάσεις
κυνηγημένος θά ῾σαι ὁλοζωὶς
ἢ νύχτα σκοτωμένος (πέμπτος ὄροφος)
θὰ σαλτάρεις στὸ δρόμο «διαλαθῶν»
ἀπ᾿ τὸ παραθυράκι τ᾿ ἀποπάτου,


ἢ μ᾿ ἀλλουνοὺς «εἰς τὸν συνήθη τόπον»
θὰ σὲ καρφώσουν ἄγνωστον μ᾿ ἀγνώστους
μὲ χέρια ἑλληνικὰ ντουφέκια ξένα,
χωρὶς ὄνομα, πῶς καὶ ποῦ. Οἱ προδότες
θ᾿ ἀπαγορεύουν καὶ τὰ κόλλυβά σας.


Ἂν ὅμως δὲ μοῦ μοιάσεις, ἡ ντροπὴ
καταδικιά μου θά ῾ναι, ὄχι δικιά σου.
Καταδότης, τσολιὰς καὶ μπλοκαδόρος,
ὅσο βουλιάζεις στὰ σκατά, ἄλλο τόσο
θὰ βγαίνεις καθαρὸς καὶ τιμημένος.


Κι ἅμα τὴν κάνει ὁ ὀχτρὸς τὴν Προδοσία
καθεστώς, θά ῾σαι πρῶτος : καὶ Θρησκεία
καὶ Νόμος κι Ἱστορία καὶ Λόγος, Κι ὅταν
οἱ κανονιὲς γιορτάζουν τῶν Ἑλλήνων
τὴν Ἀρετή, σὺ θά ῾σαι ὁ Ὑπερέλλην!


Τὰ λοίσθια


Ὅλα μπροστά σου μαῦρα, ἡ κάθε μέρα
πιὸ μαύρη ἀπὸ τὴ νύχτα. Ἡ φωτόσφαιρα
σβησμένη χρόνια πίσου ἀπ᾿ τὰ βουνά.
Κι ἂν κάποτες τὰ μάτια σου γυρνᾶνε
πίσου, διπλὰ πονᾷς, ῾τι βλέπεις νά ῾ναι
πιὸ μαύρ᾿ ἀπ᾿ τὰ παλιά, τὰ τωρινά!

*

Τί καλὰ νά ῾σαι πρῶτος! Ἀπὸ σένα
μόλις τώρα ἀρχινᾷ ἡ μεγάλη Τέχνη!
Ἂν τὸ πιστεύεις, εἶναι ἀλήθεια. Νόμος!
Τὴν κάθε μέρα πιὸ θὰ μεγαλώνεις,
ποὺ νὰ μὴ σὲ χωράει τουτ᾿ ἡ πατρίδα.
Ἀλλ᾿ ὅταν σ᾿ ἀγκαλιάσει ἡ μάνα Γῆς,
--δὲ θὰ σοῦ δώσει οὔτ᾿ ἕναν πόντο πιότερο
ἀπ᾿ τὸ μπόι σου. Μὰ τί σὲ νοιάζει ἐσένα;
Χρόνια τήνε μετροῦσαν οἱ πατοῦσες σου!
Νὰ λυπᾶσαι τὸν ἄλλον, ποὺ παιδεύεται
νὰ μὴ φανεῖ μικρὸς στὸν ἑαυτό του,
νὰ μὴ γελιέται καὶ νὰ μὴ γελάει,
νὰ μὴ στολίζει μὰ νὰ ξεγυμνώνει.
Κι ὅταν τὸν ἀγκαλιάσει ἡ μάνα Γῆς,
θὰ φανοῦνε τὰ σωστά του μέτρα.


Τρεῖς θάνατοι


Ζηλεύω σου τὸ θάρρος, Καρυωτάκη,
νὰ σμπαραλιάσεις τὴν τρανὴ καρδιά,
καὶ τὴν κακοτυχιά σου, Ὀλύμπιε Τάκη,
νὰ σὲ πάρουν τὰ κύματα βαθιά.


Μὲ πάει γελώντας ὁ Χάρος στὰ ἑκατό μου,
σιχάθηκα τὸν ἄχαρο ἑαυτό μου.
Σπλαχνίσου με, καταραμένε Χάρε,
κι ἂν ὄχι ἐμέ, τὴ θύμησή μου πᾶρε.


Ὅσο τὰ περασμένα ἀνακαλῶ,
τόσο δὲ βρίσκω τίποτα καλό.
Πόνοι, ἀρρώστιες, μὲ κάναν μοιρασιά,
μὰ θὰ πάω μονάχα ἀπὸ σιχασιά.

29-7-73

Πάνθεον Ἐθνικοφροσύνης
(Ὅλοι με πιστοποιητικόν)


Φανέ, ὅταν τὸ ἔλαιον σὲ λείψῃ, τί θὰ γίνῃς;

Τί; θὰ σβεσθῆς...

Δ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Μεγάλη πόρτα νὰ χωρᾷ ὁ Μεγάλος
ποὺ διπλὰ μεγαλώνει ἅμα ξαπλώσει.
Ὡς τὸ κατώφλι Θάνατος καὶ Λήθη
καὶ μέσα Αἰώνια Μνήμη καὶ Χαρά!


Ἀθάνατοι σὲ μάρμαρο καὶ μπροῦντζο
λαμποκοποῦν οἱ ἀχόρταγοι λαοφάγοι.
Τοὺς προσκυνᾷ ἡ Πατρίδα «εὐγνωμονοῦσα»
καὶ τοὺς φοβᾶται ὁ «Σκώληξ ὁ Ἀκοίμητος».


Τοῦ ἀκάνθινου στεφάνου ὁ κορονάτος
στὴν πίσσα ρίχνει τοὺς πιστούς σου, Φτώχεια.
Δὲν μπορεῖ νὰ χαρεῖ τοῦ Παραδείσου
τὰ πλούτη, ὅσο θυμᾶται τὰ δικά του.


Καλαμαρὰς ποὺ τύφλωνε τ᾿ ἀηδόνια
καὶ δάσκαλος ποὺ βίαζε τὴν Ἀλήθεια,
γιὰ ν᾿ ἀνεβοῦν σερνότανε στὴ λάσπη
καὶ τοὺς ἔφαε κι αὐτοὺς καὶ τὰ χαρτιά τους.


Καὶ μία μεγαλουσιάνα, ἄφραγη λάμια,
νά ῾τανε, λέει, κάθε φορὰ παρθένα!
καὶ μία παρθένα πρώιμη, ποὺ δὲν πρόλαβε
νὰ ξεπεράσει τὴ μαμὰ στ᾿ ἀνάσκελα.


Τ᾿ ἁγνά μας ἐθνικόπουλα, ὁρκισμένα
τὸν ἅγιον ὅρκο τῶν ἀρχαίων ἐφήβων,
γράφουν στὴν πλάκα τῶν τουφεκισμένων
ἀπὸ τοὺς Γερμανούς: « Καλὰ σᾶς κάναν!»


Καὶ στὴν κορφὴν ἀπάνου ὁ Μαῦρος Ἥλιος!
Τὸν κοιτᾷς καὶ σαπίζουνε τὰ λούκια σου.
Διχτάτορας! Ὂλ᾿ ἡ κοπριὰ τοῦ αἰῶνα
κοιλοπονοῦσε γιὰ νὰ τὸν ξεράσει!


Αὐτοὶ Πατρίδα, Ἅγια Γραφὴ καὶ Σπόρος!
Κι ἀπ᾿ τὰ ἱερά μας κόκαλα βγαλμένη
ἡ Προδοσία στὸ μασκοφόρο δίνει
σπαθὶ μ᾿ ἕνα χρυσὸ πουγκὶ γιὰ φούντα!


Τῶν αἱμάτων σου οἱ ποταμοί, Λαέ,
δὲν κάνουν ἕνα ρόχαλο δικό τους.
Κι ἂν τὴ στερνή σου ἁρπάξανε μπουκιά,
σοῦ ἀφήσανε τὴ δόξα τοῦ Θανάτου.


Στὴ χώρα κάτω νύχτωσεν ἡ μέρα,
μαύρη καπνούρα κι οὐρλιαχτὰ καὶ θρῆνος.
Δικὰ καὶ ξέν᾿ ἀγριόσκυλα, ζευγάρι,
σὲ μαγαρίζουν, κοσμογόνε Βράχε!


Πασκαλιὰ στὸ βασίλειο τῶν Σκιῶν!
Ἀναστημένα μάρμαρα καὶ μπροῦντζοι
κατηφορᾶνε χορευτὰ μὲ πήδους
νὰ μοιραστοῦν τὴ σάρκα σου, λαουτζίκο!


Ὀρέστης


Σέλινα τὰ μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα νὰ φανεῖς, ὡς εἶσαι, ὡραῖος,
καὶ διῶξε ἀπὸ τὸ νοῦ σου πιὰ τὸ χρέος
τοῦ μεγάλου χρησμοῦ, μιὰ καὶ κανένα
τρόπο δὲν ἔχεις ἄλλονε! Καὶ μ᾿ ἕνα
χαμόγελον ἰδὲς πῶς σ᾿ ἔφερ᾿ ἕως
στοῦ Ἄργους τὴν πύλη ὁ δρόμος σου ὁ μοιραῖος
τὸ σπλάχνο ν᾿ ἀφανίσεις ποὺ σ᾿ ἐγέννα.
Κανεὶς δὲ σὲ θυμᾶτ᾿ ἐδῶ. Κι ἐσὺ ὅμοια
τὸν ἑαυτό σου ξέχανέ τον, κι ἄμε
στῆς χρυσῆς πολιτείας τὰ σταυροδρόμια
καὶ τὸ ἔργο σου σὰ νὰ ᾿ταν ἄλλος κάμε.
Ἔτσι κι ἀλλιῶς, θὰ παίρνει σε ἀπὸ πίσου
γιὰ τὸ αἷμα τῆς μητρός σου γιὰ ἡ ντροπή σου.


Συμπόσιον


Ἀνοῖχτε στὰ τραπέζι᾿ ἁπλοχωριὰ
γιὰ τὴν ὡριά,
ποὺ μὲ τ᾿ ἁψὸ
κορμὶ θὰ πεταχτεῖ τὸ μελαψὸ
χορεύοντας· κι ἀπὰ στὰ φιδωτὰ
ψηφιδωτὰ
ἁπλῶστε, ὢ νιὰ
σκλαβόπουλα, τὰ φρέσκα γιασεμιά.
Καὶ φέρε σὲ κροντήρι ξομπλιαστὸ
κρασὶ λιαστὸ
κι ἄλλο κρασί,
μὲ τὰ μικρὰ τὰ δαχτυλάκια ἐσύ.
Καὶ στὶς κολόνες, ποὺ πρασινωπὰ
κλαριὰ νωπά,
κισσοῦ κλαριά,
μὲ τὰ κομμένα φύλλα καὶ τ᾿ ἀριά,
τὶς ζώνουνε γιὰ τὴν καλὴ γιορτή,
ἂς μποῦνε ὀρτοὶ
καὶ σιμωτὰ
καθρέφτες μὲ στεφάνι᾿ ἀσημωτά,
νὰ χιλιάζουν τὸ κάλλι τῆς ἀχνὸ
μὲς στὸν ἀχνό,
ὅπου γι᾿ αὐτὴ
θὰ βγάνει ὅσο λιβάνι θ᾿ ἀναφτεῖ!…
Ὤ! ὑψῶστε τὶς φωνοῦλες τὶς ψιλές!
Τὶς ἀψηλὲς
δάδες, ὦ νιοί,
χαμηλῶστε! Τὰ πέπλα της ἀνοιεῖ
καὶ τὰ πετάει, καὶ λάμπουν στὸ γερό,
τὸ λυγερὸ
κορμί, ποὺ ἀχεῖ,
οἱ σκιές, ποὺ μὲ νάρδο ἔχουν βραχεῖ.
Φουντῶσαν οἱ καπνοὶ της κεφαλῆς.
–Φαλλής! Φαλλής!
Μὲ τὴν ὁρμή,
ποὺ ἀκράτητο μᾶς κάνει τὸ κορμί,
ἂς πάρει ὅποιο κορίτσι κάθε νιός,
ὀμορφονιός,
μὰ τὴ Γοργώ,
τὴ φλόγα τὴ χορεύτρα, μόνο ἐγώ!


Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Η ιστοσελίδα μας δημιουργήθηκε το 2008.
Δείτε τους συντελεστές και την ταυτότητα της προσπάθειας. Επικοινωνήστε μαζί μας εδώ .

κανένα σχόλιο

Leave a Reply