Αφιέρωμα στους τρεις Ιεράρχες: Αυθεντική πίστη, παιδεία, κοινωνία




 

ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΘΕΜΕΛΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Του
Γιώργου Μπαμπινιώτη*
(Καθηγητή της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών)


Έχουμε αλήθεια σκεφτεί, γιατί μια εορτή Παιδείας, ένας κατ’ εξοχήν εορτασμός του πνεύματος, της γνώσης και της καλλιέργειας ταυτίζεται στην Ελλάδα με μια εορτή θρησκευτική, μια εορτή τιμής προς τους θεμελιωτές της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης; Γιατί συν-εορτάζονται Παιδεία και Τρεις Ιεράρχες και όχι λ.χ. Παιδεία και πατριάρχης Φώτιος, μια μεγάλη παιδευτική μορφή του Βυζαντίου, ή Παιδεία και Ευστάθιος Θεσσαλονίκης ή Παιδεία και Ευγένιος Βούλγαρης; Είναι σύμπτωση; Είναι συμβολισμός; Είναι ιδεολόγημα;

Ή δική μου εκτίμηση είναι ότι ό συνεορτασμός αυτός όχι μόνο δεν είναι συμπτωματικός ή προϊόν ιδεολογήματος, αλλά είναι συσχετισμός ουσίας, απόρροια βαθύτερης πνευματικής και πολιτισμικής σχέσης, σχέσης ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης αυτής της Χώρας. Θεωρώ ότι ό συνεορτασμός πηγάζει από μια σαφή πολιτισμική παραδοχή και εκδοχή της Παιδείας μας: ότι ή ελληνική Παιδεία στηρίχτηκε σε δύο παιδευτικούς άξονες, στον ορθολογισμό και στην “Ορθοδοξία Με άλλους όρους, στηρίχτηκε στη σπουδή της ελληνικής ορθολογικής σκέψης, όπως θεμελιώθηκε στα μεγάλα κείμενα της αρχαίας ελληνικής διανόησης, και στη σπουδή της Χριστιανικής Ορθόδοξης Πίστης, όπως θεμελιώνεται στη διδασκαλία της Κ. Διαθήκης και ερμηνεύεται στα μεγάλα κείμενα της Ορθόδοξης Θεολογίας, στα κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
H ελληνική σύλληψη της Σχολικής Εκπαίδευσης συνδυάζει από παλιά δύο παιδευτικές αρχές: την Ελληνικότητα και τη Χριστιανική Πίστη, ό,τι ονομάστηκε Ελληνοχριστιανικό Ιδεώδες. Πρόκειται για ένα ιδεώδες πού δεν αμφισβητήθηκε βεβαίως, όταν το υποστήριζε ό Νεοελληνικός Διαφωτισμός με επικεφαλής τον Κοραή και τους Διδασκάλους του Γένους, ιερωμένους τους περισσότερους (τον Ευγένιο Βούλγαρη, το Νεόφυτο Δούκα, τον Άνθιμο Γαζή, τον Κωνσταντίνο Οικονόμο, το Νεόφυτο Βάμβα κ. ά.), ούτε όταν το υποστήριζαν ό Μακρυγιάννης, ό Κολοκοτρώνης και άλλοι αγωνιστές. Αμφισβητήθηκε αργότερα, όταν παρασυνδέθηκε μ’ έναν έντονο συντηρητισμό στην εκπαιδευτική πράξη, και ως όρος απαξιώθηκε συγκυριακά, όταν χρησιμοποιήθηκε προπαγανδιστικά στη δικτατορία του Παπαδόπουλου ως εθνικιστικό σύνθημα. Τα πάντα, είναι γνωστό, μπορούν να στρεβλωθούν και να απαξιωθούν, αν αποτελέσουν αντικείμενο σκοπιμοτήτων και προκάλυμμα διαφορετικών προθέσεων.
Σήμερα είναι, νομίζω, πλέον καιρός ή λέξη ελληνοχριστιανικός να «αποχαρακτηρισθή» πολιτικά και ιδεολογικά, με εξαίρεση τις ιστορικές αναφορές στην περίοδο της Επταετίας, και να επανακτήσει το πρωτογενές και ουσιαστικό εννοιολογικό και σημασιολογικό περιεχόμενο της, πού είναι ή αναφορά στο δίπολο Ελληνικότητας και Χριστιανισμού, κλασικού ελληνικού ορθολογισμού και Χριστιανικής Ορθοδοξίας. Κι αυτό, γιατί οι τρεις αυτοί γίγαντες της Πατερικής Θεολογίας μέσα από τη βαθειά χριστιανική τους πίστη και το θεϊκό χάρισμα, «τη θεία χάρη» να αποτελέσουν τους κύριους και αυθεντικούς (μετά τον Παύλο) ερμηνευτές της χριστιανικής διδασκαλίας, να ορίσουν την ορθόδοξη διάσταση του Χριστιανισμού, είχαν το πρόσθετο προνόμιο να ακονήσουν το πνεύμα τους στα μεγάλα κείμενα της ελληνικής φιλοσοφίας και της ρητορικής, σε γλώσσα ελληνική και σε μεγάλες Σχολές του Ελληνισμού, στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών ό Βασίλειος και ό Γρηγόριος, στην Αντιόχεια κοντά στο Λιβάνιο ό Ιωάννης. Έτσι, ήταν λογικό να γίνουν και οι φυσικοί υποστηρικτές της παιδευτικής σύζευξης των ελληνικών γραμμάτων με τα χριστιανικά διδάγματα της Ορθόδοξης Πίστης.
Με τη θητεία τους στα ελληνικά γράμματα δεν απαρνήθηκαν την ίδια τους την ύπαρξη, τη Χριστιανική Πίστη, με την οποία ταυτίστηκαν και την οποία υπερασπίστηκαν και στερέωσαν με την ίδια τη ζωή και το έργο τους. Ούτε όμως πρόδωσαν την καλλιέργεια πού απέκτησαν από την αναστροφή τους με τον ελληνικό στοχασμό. Αυτοί ήσαν πού τόλμησαν να υποστηρίξουν την ανάγκη επαφής των Χριστιανών, ιδίως των νέων, με την ελληνική παιδεία, με τα ελληνικά κείμενα: «Και ποιηταίς και λογοποιοίς και ρήτορσί και πάσιν άνθρώποις ομιλητέον, όθεν αν μέλη προς την της ψυχής επιμέλειαν ωφέλεια τις έσεσθαι».
Ό Μ. Βασίλειος δεν διστάζει να πει για τον Όμηρο: «Πάσα μεν ή ποίησις τω Όμήρω αρετής εστίν έπαινος και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει». Και χρειάζεται θάρρος, για να χαρακτηρίσει κανείς ως απληροφόρητους, ως «κακώς είδότας», όσους θεωρούν «την έξωθεν (παιδείαν, δηλαδή την θύραθεν, την ελληνική) ως επίβουλον και σφαλεράν και Θεού πόρρω βάλλουσαν» και να λέει απαξιωτικά «ουκουν άτιμαστέον την παίδευσιν (εννοεί την ελληνικήν), ότι τούτο δοκεί τισιν». Αν γεφυρώθηκε το χάσμα ανάμεσα στην απέχθεια των νεοφώτιστων Χριστιανών προς την ειδωλολατρία των Ελλήνων και τα ασεβή ελληνικά γράμματα (Έλλην, μην το ξεχνάμε, σήμαινε «ειδωλολάτρης», το ίδιο όπως και ή λέξη «εθνικός») και στην, από την άλλη μεριά, περιφρόνηση των Ελλήνων για τους απαίδευτους Χριστιανούς, αυτό έγινε μόνο χάρη στη σθεναρή στάση, το κύρος και την πρακτική των Τριών Μεγάλων ελληνοσπουδασμένων Πατέρων της Εκκλησίας. Στήν προσέγγιση μάλιστα προς τα αρχαία ελληνικά κείμενα συνέβαλε και ή υιοθέτηση και καθιέρωση της αττικιστικής μορφής της ελληνικής γλώσσας (αντίθετα προς την απλούστερη ελληνιστική Κοινή, στην οποία είναι γραμμένο το Ευαγγέλιο).
Μέσα από αυτήν (την αττική) ή πρόσβαση προς τα αρχαία ελληνικά κείμενα έγινε ευκολότερη. Η θέση των τριών μεγάλων πνευματικών μορφών και διδασκάλων της Ορθόδοξης Θεολογίας ήταν προϊόν μιας βαθύτερης, ειλικρινούς και βιωματικής κατάφασης προς το Θεό, πρώτα και πάνω απ’ όλα, με την τριαδική χριστιανική του σύλληψη, προς τον άνθρωπο, το τέλειο δημιούργημα του Θεού, προς το πνεύμα, πού κατ’ εξοχήν συνδέει τον άνθρωπο με το Δημιουργό του, και προς την καλλιέργεια του πνεύματος μέσα από τα διδάγματα της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης, αλλά και με την κατάκτηση της γνώσης και την άσκηση της κρίσης και της γλωσσικής έκφρασης ακόμη, ή οποία – για τους τρεις μεγάλους διανοητές Χριστιανούς – περνάει μέσα από την ελληνική παιδεία και τα ελληνικά κείμενα.
Ετσι, στη διδασκαλία των Μεγάλων αυτών Πατέρων ή ορθολογική σκέψη της Δύσης συνδυάστηκε και συμφιλιώθηκε με την “Ορθοδοξία της Ανατολής, με την αποκάλυψη της χριστιανικής αλήθειας στον ανατολικό χώρο, ενώ ό οικουμενικός χαρακτήρας της Χριστιανικής Πίστης κάλυψε και καλύπτει Ανατολή και Δύση.
* Προσφώνηση κατά την Εορτή των Τριών Ιεραρχών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στις 30.1.2002
ΠΗΓΗ:www.upatras.gr

—————————————————————————————————————–
ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΗΜΕΡΑ
Toυ
Γιώργου Μάλφα

Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος: συμπιέζουμε την αγιότητα σε βιβλία και ομιλίες, σε αργίες και επετείους. Πάντα μας διαφεύγει…
Τους «Προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων» τιμά ράθυμα και υποκριτικά η δημόσια εκπαίδευση, σε μια συγκυρία φέτος για την πατρίδα καταθλιπτική. Η απειλή της επιτήρησης, η παύση πληρωμών, ο εφιάλτης της χρεοκοπίας… Μια κοινωνία που καλόμαθε να καταναλώνει σαν παράσιτο γίνεται τώρα «πεδίο βολής φτηνό» για τους πειραματισμούς των κερδοσκόπων του χρήματος.
«Η πλουτοκρατία ήταν, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος» που θα ’λεγε και ο Παπαδιαμάντης. Συνθλίβει μικρούς και αδύνατους. Αποθρασύνει μεγάλους και ισχυρούς. Μα πίσω από την κρίση των αριθμών, των δεικτών, και των ελλειμμάτων αποκαλύπτεται μια κρίση βαθιά πνευματική. Γιατί αν «ο αγώνας για το ψωμί μου είναι ζήτημα υλικό, ο αγώνας για το ψωμί του διπλανού μου είναι ζήτημα πνευματικό». Αυτό δεν θα σου το μάθουν βέβαια οι οικονομολόγοι που διαχειρίζονται τις κρίσεις του συστήματος, που καταρτίζουν «προγράμματα σταθερότητας». Θα σου το μάθουν δάσκαλοι ψυχωμένοι που μορφώνουν τα παιδιά μας.
Ποιος, αλήθεια, γιορτάζει και γιατί σήμερα; Ποια πρόταση ζωής εμπνέει το μαθητή, το δάσκαλο και το γονιό; Ποιον άνθρωπο διαπλάθουμε στο σχολείο σήμερα; Τι σχέση μπορεί να έχει η άσκηση στην αλήθεια της ζωής που μας υπέδειξαν οι τιμώμενοι Ιεράρχες, με την καθημερινότητα του σχολείου που βιώνουμε;
Από την αγωγή στην παιδεία και την εκπαίδευση, από την εκπαίδευση στην εξειδίκευση και μετά στην …ευέλικτη απασχόληση. Φαύλος κύκλος, ανακυκλώνει αδιάκοπα τη ζωή σαν επιβίωση.
Αγαπημένη μου μαθήτρια, αγαπημένε μου μαθητή
Τούτα τα χρόνια της σχολικής σου διαδρομής συμμετέχεις σ’ έναν αγώνα ανελέητο. Σ’ έναν πρωταθλητισμό ακραίων επιδόσεων. Δυνατότερα, ψηλότερα, γρηγορότερα!
Ενοχλητικά μονότονα και εκβιαστικά επαναλαμβάνεται η προτροπή των γονιών, των συγγενών και των δασκάλων σου: «Τώρα κρίνεται το μέλλον σου, πρόσεξε!».
Άδικο δεν είναι; Να κρίνεται το όλον της ζωής σε κάποιες εξετάσεις στα δεκαεπτά σου χρόνια; Να «κλειδώνεται» το μέλλον με «έξυπνες» επαγγελματικές επιλογές της οικογένειας στα δεκατέσσερά σου χρόνια;
Η δοκιμασία σου επώδυνη. Οι απαιτήσεις δυσβάσταχτες. Μαραζώνει η ψυχή και το κορμί σου, στα πιο ευαίσθητα, στα πιο όμορφα χρόνια, αυτά της εφηβείας. Ο πιο σκληρά εργαζόμενος είσαι, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις. Ξεκινάς τη μέρα σου με ανιαρό επτάωρο σε κάποια σχολική αίθουσα, συνεχίζεις με ένα απαιτητικό απόγευμα στο φροντιστήριο. Καταλήγεις εξουθενωμένος αργά το βράδυ στο σπίτι για το διάβασμα της επόμενης ημέρας.
Οι γονείς αυτά τα χρόνια στο πλευρό σου. Σε ρόλο σπόνσορα, ποντάρουν πάνω σου απωθημένα όνειρα, ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Ο μύθος της «δωρεάν παιδείας» άτρωτος στο χρόνο, πληρώνεται με τίμημα ιδιαιτέρως υψηλό. «Τόσα δίνω, πόσα θες», στα … “ιδιαίτερα” πουλάν αυτό που θες. Να πληρώσει ο πατέρας και η μάνα απ’ το υστέρημα. Τώρα ή ποτέ!
Σφύζουν από ζωή τα φροντιστήρια. Άψογες τεχνικές επίλυσης ασκήσεων που προπονούν εργαλειακά τον υποψήφιο. Να περάσει τον πήχη, να πιάσει την επιθυμητή βάση μορίων, να επιτύχει… Η αγωγή στα αζήτητα, η σπουδή αποσπασματικά κομματιασμένη σε κουτάκια για τις ανάγκες των εξετάσεων.
Θυμάμαι πρόπερσι, που συμμετείχες στην κατάληψη του σχολείου σου ενώ το φροντιστήριο συνέχιζε απρόσκοπτα. Χωρίς ενοχές για τις χαμένες ώρες που με βόλεψαν ανέλπιστα, σε ρώτησα τότε γιατί δεν έκανες κατάληψη και στο φροντιστήριο. «Στο φροντιστήριο δάσκαλε πληρώνω!» μου απάντησες. Και όλη η αλήθεια των λόγων σου εξαντλούνταν με τρόπο κυνικό μπροστά στο ταμείο την ώρα της καταβολής των διδάκτρων.
Σε βλέπω τα βράδια να γυρνάς αποκαμωμένος στους δρόμους της πόλης με την τσάντα στον ώμο, να περιμένεις στη στάση του λεωφορείου, χαζεύοντας αφηρημένα στο κενό της προσμονής, και μετά να διασκεδάζεις την πλήξη σου -χαριτωμένα ομολογώ- με αστεϊσμούς και χειρονομίες σε βάρος ανυποψίαστων επιβατών.
Θα ανταμώσουμε το άλλο πρωί στο σχολείο όταν θα μπω στην τάξη για μάθημα. Θα ’σαι κουρασμένος, θα βαριέσαι, δεν θα ’χεις όρεξη για τίποτα. Θα σε προκαλώ αμήχανα σε θεολογική κουβέντα για τα μικρά και τα μεγάλα: για τον πλούτο και τη φτώχια, για την ειρήνη και τον πόλεμο, για τα διλήμματα της βιοηθικής, για τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα και τον γάμο, για το νόημα της ζωής και του θανάτου. Αλλά εσύ θα είσαι αλλού… Κι εγώ θα πασχίζω απογοητευμένος να ανταποκριθώ στα ελάχιστα της παιδαγωγικής μου υποχρέωσης. Μου απομένει, ευτυχώς, να διαβάζω με κλεφτές ματιές ευαίσθητα στιχάκια γραμμένα πάνω στο θρανίο σου. Να χαίρομαι τούτη την έκπληξη και να απορώ! Από πού να ξεμύτισε, άραγε, τόση τρυφερότητα στο ζοφερό σκηνικό μιας τόσο άχαρης διαδικασίας;
Αγαπημένε μου μαθητή, αγαπημένη μου μαθήτρια
Συγχώρα με για τη στενάχωρη κριτική που προηγήθηκε. Προσπάθησα μόνο να σου πω, ότι οι Τρεις Ιεράρχες που σήμερα τιμάμε δεν χωρούν στις τελετές μας. Οι βάσεις των μορίων, οι περιζήτητες σχολές, τα επαγγέλματα υψηλής απορρόφησης, οι πρώτοι των πρώτων στις Πανελλαδικές…, όλα αυτά βρίσκονται στον αντίποδα του κόσμου των Ιεραρχών μας. Εκτός ύλης δηλαδή.
Ανέραστη κοινωνία, ανέραστα σχολεία…Δεν πιστεύουμε, δεν ελπίζουμε, δεν αγαπάμε… Και πασχίζουμε να καλύψουμε το κενό στις δομές και στο περιεχόμενο ενός σχολείου που διδάσκει την ατομική επιβίωση, το «εγώ ελπίζω να τη βολέψω!». Που ζυγιάζει την αξία των παιδιών μας με μέτρα και σταθμά που κονταίνουν το μεγαλείο του προσώπου τους.
Τρανό παράδειγμα «αποτυχίας» η πορεία ζωής των Τριών Ιεραρχών!
Και εξηγούμαι… Ήταν και οι τρεις γόνοι ευκατάστατων κοινωνικά, οικονομικά και μορφωτικά οικογενειών. Κάτοχοι αξιοζήλευτης παιδείας και καλλιέργειας που εκπλήσσει ακόμη και σήμερα. Στις καλύτερες σχολές και δίπλα στους αρίστους των δασκάλων της εποχής τους σπουδάζουν τα πάντα: ρητορική, φιλοσοφία, θεολογία, αστρονομία, γεωμετρία, ιατρική. Και στο απόγειο αυτό εγκαταλείπουν τα πάντα πίσω τους: τιμητικά καθηγητικά καθήκοντα, προσοδοφόρα δικηγορία και ρητορική, περίφημα εκκλησιαστικά αξιώματα. Αρνούνται τον κόσμο του πλούτου, της δόξας και της εξουσίας. Πλούσιοι που με τη θέλησή τους γίνηκαν φτωχοί, όχι φτωχοί που ονειρεύτηκαν να γίνουν πλούσιοι! Αποσύρονται στην έρημο επιλέγοντας τη σκληρή άσκηση, μορφώνουν εκεί τον έσω άνθρωπο. Δοκιμάζουν τις αντοχές της σχέσης τους με το Θεό, σπουδάζουν με αίμα και δάκρυα τη ζωή του Πνεύματος.
Και επιστρέφουν κατόπιν στον κόσμο αδειάζοντας την αγάπη που με πολύ κόπο μάζεψαν. Μοιράζουν την περιουσία τους στη φτωχολογιά και γίνονται :
Όχι δάσκαλοι, αλλά μαθητές, που μαθητεύουν με ταπείνωση στον πόνο και την ανέχεια, τη θλίψη και τη στέρηση, τον πειρασμό και τα πάθη των ανθρώπων.
Όχι δεσπότες, αλλά επίσκοποι – πατέρες, που διακονούν το μυστήριο του όλου ανθρώπου, όλων των παιδιών τους.
Ακατανόητη η ζωή των Τριών Ιεραρχών σήμερα…
Πάντοτε όμως το ίδιο συνέβαινε! Από τη μια, η αυτάρκεια της «επιτυχίας» που δεν αγαπά, δεν πονά, δεν μοιράζεται τίποτε και με κανέναν. Από την άλλη, η «αποτυχία» που έχει δώσει τα πάντα και ψάχνεται να δώσει κι άλλα.
Ευχή και προσμονή: η οικονομική κρίση να γίνει κρίση συνειδήσεων μέσα στα σχολειά μας. Ολοκαύτωμα! Για το ψωμί και την ψυχή των μαθητών μας.
«Σταυρωμένη πατρίδα μες στα μάτια σου είδα
της ανάστασης φως.
Τα παιδιά στην κερκίδα
είναι η μόνη σου ελπίδα,
ελπίδα πρωινός ουρανός»
(Ν. Πορτοκάλογλου, Τα καράβια μου καίω)
Χρόνια μας πολλά !
Πηγή:

———————————————————————————————————————-

TO EΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ*

Toυ
Ανδρέα Αργυρόπουλου
(Σχολικού Συμβούλου θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου)

ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ – ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΝΕΥΜΑ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ
Χωρίς αμφιβολία η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, βίαιες συγκρούσεις, κοινωνικά αδιέξοδα, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες, εξεγέρσεις κλπ. Το μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας πάντα επίκαιρο και επαναστατικό, έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν. Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες που δεν διακρίθηκαν μόνο σ’ έναν τομέα αλλά παντού. Όλοι τους χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, την ανοικτότητα του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία.
Οι Τρεις Ιεράρχες τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν παρακαταθήκες με αιώνια αξία. Θλίβεται κανείς όταν βλέπει την αναγνώριση του επιστημονικού τους έργου σε παγκόσμια κλίμακα από τη μια μεριά και από την άλλη, την άγνοια ή ακόμα και την απαξίωση που υπάρχει γι’ αυτούς στην πατρίδα μας. Λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό τους τα κείμενά τους μεταφράζονται στα Λατινικά και με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Στη Δύση αλλά και παγκοσμίως δεν είναι λίγοι οι ερευνητές από το χώρο της Ιατρικής, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, της Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας και της Ψυχολογίας που μελέτησαν το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζοντας την αξία του. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδραση του συγγραφικού του έργου στους Ευρωπαίους επιστήμονες κυρίως των ανθρωπιστικών σπουδών από την εποχή της Αναγεννήσεως μέχρι σήμερα.
Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου άρχισαν να διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων το 16ο αιώνα, το δε πόνημά του: «Προς του νέους…» απέκτησε τόσους θαυμαστές στη Δύση, που εντός 50 ετών (1449-1500) γνώρισε 20 εκδόσεις. Τα Άπαντά του, έχουν εκδοθεί στα Γερμανικά από το 1776. Είναι ευτύχημα ότι τα τελευταία χρόνια και στην πατρίδα μας έχει αρχίσει μια προσπάθεια ανακάλυψης του έργου των Τριών Ιεραρχών και στο θεολογικό χώρο, αλλά και πέρα απ’ αυτόν, πράγμα πολύ ελπιδοφόρο.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι την επιστημονική τους κατάρτιση οι Τρεις Ιεράρχες δεν τη χρησιμοποίησαν για ατομική προβολή, αλλά για να προσφέρουν στον αδερφό τους.
Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπάρχουν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με την Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.
Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς.
Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η αγάπη για τους Πατέρες, δεν είναι θεωρητικό κατασκεύασμα, έχει κόστος. Είναι πράξη που απαιτεί υπευθυνότητα και διάθεση για διαρκή προσφορά.
Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.
Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας, και άλλοτε με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.
Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς υπολογίζονται σε αυτό το νούμερο οι ξένοι και αυτοί που για κάποιο διάστημα βρισκόντουσαν στην πόλη. Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων και κοινωνικά ισχυρών αντιπάλων του. Ανυποχώρητος στα πιστεύω, του δεν αρέσκεται στον να συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Δε διστάζει να καθαιρέσει μεγάλο αριθμό επισκόπων με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Αντιμετωπίζει δραστικά το σκανδαλισμό που προκαλούσαν στου πιστούς με τον πολυτελή βίο τους, απερίσκεπτοι κληρικοί και α-μόναχοι μοναχοί. Η θέση των μοναχών κατά τον ιερό Πατέρα είναι στα μοναστήρια τους, όχι σε κοσμικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις επισήμων, που οδηγούν σε σχέσεις διαπλοκής με την έκαστε εξουσία, γι’ αυτό το λόγο και επέβαλε την παραμονή τους στις μονές.
Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, αυτή που απελευθερώνει τον άνθρωπο, μακριά από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και φοβίες. Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς όχι μόνο της εποχής τους αλλά και διαχρονικά στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ο Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου κάνει 7.000 παραπομπές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη. Οποιοσδήποτε από τους παρόντες έχει ασχοληθεί με στοιχειώδη επιστημονική έρευνα κατανοεί το μέγεθος του παραπάνω εγχειρήματος.
Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν κατ’ επανάληψιν στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις κάποιων ακραίων και φοβικών χριστιανών, που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι», όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων».
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς ευρύτητα γνώσεων, χωρίς γενικότερο προβληματισμό. Τους ήθελαν μέσα στην κοινωνία και τη ζωή, μετόχους των κοινωνικών ανησυχιών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Ο Χρυσόστομος τους προτείνει να σπουδάσουν πρώτα στα δημόσια ειδωλολατρικά σχολεία κι όχι στα μοναστήρια, ενώ ο Μ. Βασίλειος στέλνει στον εθνικό Λιβάνιο φτωχούς χριστιανούς νέους για να σπουδάσουν κοντά του, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να υμνήσει την αξία της φιλοσοφίας και της προσφοράς της στη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων.
Και οι τρείς αντιδρούν σε μια επιφανειακή πνευματικότητα, σε ένα ακίνδυνο χριστιανισμό, σε μια πίστη που τυφλώνει και σε μια εκκλησία που δεν είναι η οδός της αληθινής σωτηρίας και ζωής, αλλά ένα μέσο στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση ανθρώπων και λαών. Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια. Ενώ ούτε ένα οβολό δε δίνουν στους θλιβόμενους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι τόσο σύγχρονες και ριζοσπαστικές που νομίζει κανείς πως έχουν γραφεί μόλις τον τελευταίο αιώνα και μάλιστα κατά τα διαστήματα των μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων και συγκρούσεων. Ο Νικόλας Μπερντιάεφ ο μεγαλύτερος ίσως Ρώσος διανοητής του 20ου αιώνα μεταξύ των άλλων αναφέρει «στον Μεγάλο Βασίλειο όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομή του πλούτου κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Καρλ Μαρξ να χλωμιάσουν».
Ο γνωστός σε όλους ΄Εριχ Φρομ στο βιβλίο του «Να έχεις ή να είσαι» προβάλλει τις απόψεις των Πατέρων για την κοινοκτημοσύνη αξιολογώντας τες θετικά. Για τους Τρεις Ιεράρχες το πρόβλημα της ανισοκατανομής των αγαθών δεν αποδίδεται στο θέλημα του Θεού, ούτε σε φυσικές αιτίες και τυχαία γεγονότα αλλά σε συγκεκριμένες ενέργειες αυτών που κατέχουν την εξουσία και τον πλούτο. «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού», (Περί φιλοπτωχίας PG 35, 892 Α-Β). Είναι πασιφανές ότι ο νόμος του Θεού, δηλαδή ο νόμος της αγάπης, της ισότητας, της ελευθερίας της ειρήνης, δεν έχει τίποτα κοινό με το νόμο των ισχυρών κάθε εποχής.
Ο Μέγας Βασίλειος γίνεται πολύ παραστατικός όταν θέλει να αναφερθεί στην αδικία και την αρπαγή του πλούτου από τους κοινωνικά δυνατούς, ανατρέποντας μάλιστα με τα λεγόμενά του τις κοινωνικά αποδεκτές αντιλήψεις περί κλοπής: «συνήθως» λέει «χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια από τα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες… αλλά κάποιοι…που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών, άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με τη βία… Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι αυτοί που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ’ αυτούς χρήματα…», για οποιουσδήποτε λόγους. «Αντί να τους ελέγχουν και να τους νουθετούν…εύκολα τους απλώνουν το χέρι και του μακαρίζουν…και τους αδύνατους τους μισούν για τις πράξεις αυτές ενώ τους άλλους που είναι μεγάλοι κλέφτες τους θαυμάζουν».
Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων όπου όλα ήταν κοινά, σαν πρότυπο για μια δίκαιη κοινωνική οργάνωση των χριστιανικών κοινωνιών, (PG 31, 325 Α-Β). O Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος αναφέρει για τους Τρεις Ιεράρχες: «η γλώσσα τους αποκτά μια μοναδική οξύτητα όταν κηρύσσουν την ισότητα και την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων. Αφύσικα βλέπει» φωνάζει ο Μέγας Βασίλειος όποιος κάνει διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι «άθεοι» ή «παράλογοι» και οπωσδήποτε «λωποδύτες» αυτοί που θησαυρίζουν σε βάρος των άλλων και κρατούν τα πλούτη τους για αποκλειστική τους χρήση». Ο Χρυσόστομος ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο χαρακτηρίζει την πλεονεξία των πλουσίων ως ειδωλολατρία, (PG 2,123).
Οι Τρείς Πατέρες πιστεύουν ξεκάθαρα πως η μανία του πλούτου και τα συμφέροντα των ισχυρών ευθύνονται για την κατάντια των κοινωνιών, για την πείνα, την εγκατάλειψη, τους πολέμους. «Οι πόλεμοι» γράφει ο Χρυσόστομος «γίνονται από τον έρωτα για τα χρήματα», ενώ ο Βασίλειος διερωτάται «έως πότε θα κυβερνά ο πλούτος που είναι η αιτία του πολέμου; Οι εξοπλισμοί» συμπληρώνει «γίνονται για την απόκτηση του πλούτου» (Ε.Π.Ε. 6,312). Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, συμπληρώνοντας τον προβληματισμό του Μ. Βασιλείου λέει: «Μητέρα των πολέμων είναι η πλεονεξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την υψηλή φορολογία, που είναι η αυστηρότητα καταδίκη των πολιτών», (ΒΕΠ 59, 141).
Λόγια ξεκάθαρα και αληθινά. Λόγια που η αιώνια αξία τους αποδεικνύεται διαρκώς μέσα στην ιστορία. Θα αναφέρω ενδεικτικά δύο παραδείγματα από την εποχή μας για του λόγου το αληθές. Το πρώτο: η περυσινή έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για το 2007 και την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο μας πληροφορεί ότι 22 δις δολάρια κατά μέσο όρο δαπανώνται κάθε χρόνο για όπλα από χώρες της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Με αυτά τα χρήματα οι συγκεκριμένες χώρες θα είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν σε κάθε παιδί μια θέση στο σχολείο και να μειώσουν την παιδική θνησιμότητα κατά δύο τρίτα μέχρι το 2015. Το δεύτερο: το κόστος 216 Τόμαχοκ που εξαπολύθηκαν στον πόλεμο κατά του Ιράκ σε μια μόνο ημέρα (19/1/1990) αρκούσαν να θρέψουν με τρόφιμα το λαό της Αιθιοπίας για έξι μήνες.
Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο κοινωνικό περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει στην κοινωνία Είναι γνωστή σε όλους μας η θέση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 17 αιώνες πριν την εποχή μας όταν στιγμάτιζε, τη μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία του κράτους. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα η οποία αναδεικνύεται σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου.

ΠΑΙΔΕΙΑ ΖΩΗΣ ΄Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗ;
Μελετώντας κανείς τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών για θέματα αγωγής των νέων, συναντά στα κείμενα τους προβληματισμούς και προτάσεις, όμοιες με τις πλέον προωθημένες της εποχής μας στις επιστήμες της Παιδαγωγικής και της Ψυχολογίας. Δυστυχώς όμως, ακόμα παραμένουν άγνωστες, όχι απλά στο ευρύ κοινό αλλά και στον εκπαιδευτικό κόσμο.
Η παιδεία κατά τους Τρείς Ιεράρχες πρέπει να αποτελεί δρόμο απελευθέρωσης προσωπικής και κοινωνικής, όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος θεωρεί ότι πρωτεύοντα ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία παίζει η προσωπικότητα του δασκάλου καθώς επίσης και η σχέση του με τους μαθητές. Η σχέση δάσκαλου-μαθητή πρέπει να είναι μια σχέση αγάπης και αλληλοσεβασμού. Το να αγαπά ο δάσκαλος το μαθητή και να αγαπιέται από αυτόν, «το φιλείν και φιλείσθαι» όπως ακριβώς λέει, είναι το στοιχείο εκείνο που βοηθάει ουσιαστικά να γίνει αποδοτική η διδασκαλία. Ο καλός δάσκαλος κατά τον Χρυσόστομο εμπνέει, προσελκύει και πείθει, (MG. 57327 ) Δεν είναι εγωιστής ούτε αλαζόνας, δε διακρίνεται για το εξουσιαστικό του ύφος, έχει πνεύμα μαθητείας, δεν περιαυτολογεί. Είναι ταπεινός έχοντας συναίσθηση των ατελειών και αδυναμιών του. Γνωρίζει καλά «ότι η επιείκεια είναι πιο δυνατή από τη βία», (MG. 57,61 ).
Ο παιδαγωγός πρέπει να επιδεικνύει δημοκρατικό πνεύμα και να σέβεται τη γνώμη των μαθητών του, ( MG. 60,35-36 ). Απέναντι τους να είναι απλός, ειλικρινής, απονήρευτος, άδολος. Να αποφεύγει την ειρωνεία και την υποκρισία. (MG. 61,404-406 ). Οι δάσκαλοι κατά τον Άγιο Πατέρα δεν πρέπει να είναι φορτικοί και πιεστικοί αλλά φιλόστοργοι. (MG. 62,402-403 ). Οφείλουν να υπερβάλλουν σε φιλοστοργία τους φυσικούς πατέρες. «Ο λόγος (του δασκάλου)», λέει ο Χρυσόστομος πρέπει να είναι «λόγος ανθρώπου που διδάσκει μάλλον παρά ελέγχει, που παιδαγωγεί παρά τιμωρεί, που βάζει τάξη παρά που διαπομπεύει, που διορθώνει παρά που επεμβαίνει στη ζωή του άλλου (του μαθητού)», (MG. 61 593-594).
Τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρεις Ιεράρχες είναι: η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Και οι τρεις τονίζουν πως η σχέση παιδαγωγού μαθητή είναι μια σχέση ελευθερίας και δημιουργίας. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής. Η εξουσιαστικότητα και ο δογματισμός όχι μόνο δείχνουν έλλειψη αγάπης, (M.G. 62,404), αλλά και δε φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο εκπαιδευτικός οφείλει πρώτιστα να σέβεται το δώρο της ελευθερίας που χάρισε ο δημιουργός στα παιδιά και να μη φυλακίζει τις ανησυχίες τους, αλλά να ανοίγει δρόμους.
Με απλά λόγια οι Τρεις Ιεράρχες υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του συστήματος, όπως δυστυχώς έχει καταντήσει στις μέρες μας. Σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο η Παιδεία είναι κατευθυνόμενη, γι’ αυτό και αποτυχημένη. Οι νέοι-ες κατευθύνονται σύμφωνα με τις ανάγκες του συστήματος κάθε χώρας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία ότι μόνο ένας στους πέντε νέους κατάφερε να εισαχθεί στη σχολή των ονείρων του την προηγούμενη χρονιά. Το ζητούμενο, δυστυχώς στις μέρες μας δεν είναι να φτιάξουμε ελεύθερους ανθρώπους, με συγκροτημένη προσωπικότητα, υπεύθυνους, έτοιμους να σταθούν κριτικά σε ό,τι αλλοιώνει την ομορφιά της ζωής, αλλά εξαρτήματα για να λειτουργήσει καλά η μηχανή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. (Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας και ο γιος μου ανταλλακτικό). Οι περισσότεροι νέοι δεν προχωρούν στις σπουδές τους σε ότι αυτοί ονειρεύονταν και επέλεξαν, δε σπουδάζουν για να ξεδιψάσουν τις ψυχές τους, για να ζήσουν, αλλά για να ενταχθούν εκεί που το απαιτούν οι ανάγκες του συστήματος με απώτερο σκοπό να βοηθήσουν στην ανάκαμψη των «δεικτών της παραγωγικότητας». Η παιδεία όμως δεν πρέπει να αποβλέπει ούτε στην παραγωγικότητα, ούτε στις όποιες ανάγκες του κράτους, οφείλει να οδηγεί τους νέους στην ανακάλυψη του μυστηρίου της ζωής, στην κατάκτηση της ελευθερίας, στα μονοπάτια της αναζήτησης της αλήθειας, στη μύησή τους στην παράδοση του τόπου τους και στον πολιτισμό, στη μεταμόρφωσή τους. Άραγε πόσοι από τους μαθητές, για παράδειγμα, της Λέσβου, ακόμη κι απ’ αυτούς που έχουν πετύχει στις καλύτερες πανεπιστημιακές και πολυτεχνικές σχολές έχουν μυηθεί στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη;
Όπως ωραία λέει ο Χρήστος Γιανναράς, όσοι κάνουν τους σχεδιασμούς για την παιδεία δείχνουν πως δεν τους ενδιαφέρει « η κατά κεφαλήν καλλιέργεια αλλά το κατά κεφαλήν εισόδημα». Συνεχίζουμε να εγκληματούμε σε βάρος των νέων ανθρώπων. Ξεκόψαμε τη γνώση από τη ζωή, τον έρωτα, την ομορφιά. Υποτάξαμε την αγάπη στην αναγκαιότητα και γι’ αυτό αποτύχαμε. Για όποιον αμφιβάλει γι’ αυτή την αποτυχία, παραπέμπω στην πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τους νέους όπου τα συμπεράσματά της μας αποκαλύπτουν ότι το 20% των Ελλήνων μαθητών ηλικίας 15 ως 18 ετών υποφέρει από κατάθλιψη, στις κοπέλες μάλιστα το ποσοστό φτάνει στο 30%. Στις μέρες μας η παιδεία έχει δώσει τη θέση της σε μια μονοδιάστατη, γι’ αυτό και άρρωστη εκπαίδευση. Για να επιτευχθούν οι στόχοι της, όλοι (γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικοί) μπαίνουν σε καλούπια από νωρίς. Μια άλλη έρευνα έδειξε ότι το 97% των γονέων που έχουν παιδιά στο δημοτικό σχολείο απαιτούν πρώτιστα από αυτά την άριστη βαθμολογία. Το δόγμα παιδείας ειδικά στα Λύκεια, δηλαδή την εποχή που η ψυχή του νέου πάει να ανθίσει, είναι «να βγει η ύλη». Όλα θυσιάζονται εκεί. Η πίεση αφόρητη στους εκπαιδευτικούς που ζουν την τραγικότητα της μετατροπής τους, από φορείς γνώσης και ζωής σε απλούς διεκπεραιωτές ύλης ενώ τα παιδιά μας στην ηλικία που διψάνε για ζωή και αλήθεια περιορίζονται στο να μετατραπούν σε ζωντανά λυσάρια φυσικής, χημείας, μαθηματικών, αρχαίων, κλπ.
Στη σημερινή εκπαίδευση της ισοπέδωσης, φτάσαμε ακόμη και η έκθεση ιδεών, το μάθημα που ο μαθητής υποτίθεται ελεύθερα καταθέτει τις ιδέες του, να ταυτίζεται με ένα φροντιστηριακό δίωρο. Ο μαθητής αφού πληρώσει αδρά ζει την τραγωδία του να μαθαίνει «τι πιστεύει» και πως «πρέπει να το εκθέσει» ούτως ώστε να «πετύχει». Ζητάμε δηλαδή από τον νέο άνθρωπο να αρνηθεί την προσωπικότητά του, να γίνει κάτι «άλλο» για να κατορθώσει να θεωρηθεί επιτυχημένος. Σε μια κοινωνία πνιγμένη στον ατομικισμό, στις αξίες του εύκολου κέρδους, σε μια κοινωνία που προοδεύει όποιος διακρίνεται όχι για τις γνώσεις του αλλά για την ευλυγισία της μέσης του, τις γνωριμίες του, τα «κονέ» του που λένε οι νέοι, σε μια κοινωνία, στην οποία οι αξίες που προτείνονται στη νέα γενιά είναι ο καριερισμός, η βαθμοθηρία και αργότερα το μικροαστικό βόλεμα τι μπορούμε να περιμένουμε; Εμείς οι μεγαλύτεροι πνιγμένοι στις ανασφάλειές μας θέλουμε γενιές βολικών και βολεμένων, ανθρώπους που δεν είναι έτοιμοι να ρισκάρουν, ούτε να θυσιαστούν για τίποτα. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έλεγε: «αυτός που δεν είναι έτοιμος να πεθάνει για κάτι, δεν αξίζει να ζει». Προτείνουμε στους νέους την κοινωνία του «φαίνεσθαι», του «πρεστίζ». Το παν, είναι το προσωπείο. Η εικόνα μας προ τα έξω. Ξεχάσαμε ότι η αξία δεν βρίσκεται στο προσωπείο, αλλά στο πρόσωπο. Έτσι οι νέοι άρχισαν να μαζεύουν προσωπεία. Πώς να επιβιώσεις διαφορετικά. Στο βάθος ακούγεται η κραυγή αυτών που παλεύουν και διψάνε για ζωή. «Φανέρωσέ μας τη μάσκα που κρύβεις κάτω από τη μάσκα που φοράς», λέει το τραγούδι. Θέλει δρόμο για να φτάσεις στο πρόσωπο, στην επικοινωνία, στη συνάντηση. Θέλει ψυχή.
Η αγάπη, λέει ένας άγιος της Εκκλησίας μας, είναι πιο γλυκιά και από τη ζωή. Προσφέρουμε σήμερα παιδεία αγάπης; Όχι. Τότε πως θέλουμε παιδεία ζωής; Η παιδεία για να είναι πετυχημένη πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας». Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από ακίνδυνες τυπικές γιορτές. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.
*Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Δημοτικό θέατρο Μυτιλήνης, στα πλαίσια της εκδήλωσης που οργάνωσε η Περιφερειακή Δ/νση Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου για την σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών
Πηγή:
http://istologio.org/?p=2357#more-2357

--------------------------


Οι Τρεις Ιεράρχες, η οικονομική κρίση & η κοινωνική πυραμίδα




Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ταλαιπωρεί τα τελευταία χρόνια το σύνολο των χωρών του δυτικού κόσμου, γενικότερα, αλλά και την πατρίδα μας, ειδικότερα, αποτελεί, αναμφισβήτητα, το πιο επίκαιρο θέμα των ημερών μας. Αυτή η παγκόσμια οικονομική κρίση μονοπωλεί καθημερινά το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων και αποτελεί την κεντρική είδηση στα δελτία των ειδήσεων και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Βασανίζει τη σκέψη των ειδικών οικονομολόγων και τεχνοκρατών, που αναζητούν την οριστική της λύση. Εξωθεί τις εθνικές κυβερνήσεις στη λήψη επώδυνων μέτρων, που ανατρέπουν βίαια τα οικονομικά κεκτημένα και τα εργασιακά δικαιώματα των λαών τους. Γεμίζει με φόβο και αγωνία τις ψυχές των απλών ανθρώπων. Δοκιμάζει ανάλγητα τα όρια και τις αντοχές των σύγχρονων κοινωνιών. Παίρνοντας, λοιπόν, αφορμή από τη σημερινή εορτή, νομίζουμε, ότι θα άξιζε τον κόπο, να επιχειρήσουμε μια ιδιότυπη προσέγγιση του επίκαιρου ζητήματος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης από την πλευρά της χριστιανικής διδασκαλίας, εκφραστές της οποίας υπήρξαν οι σήμερα τιμώμενοι Τρεις Ιεράρχες.
Η ιδέα της ισότητας των ανθρώπων αποτελεί ένα από τα βαθύτερα και οντολογικά ανώτερα αιτήματα της ανθρώπινης σκέψης. Το όραμα ενός κόσμου απόλυτης δικαιοσύνης, αλληλεγγύης, ειρήνης και ευτυχίας, που θεμελιώνεται στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ισότητα των ανθρώπων, σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της ιστορίας. Χάριν αυτού του οράματος διατυπώθηκαν, κατά το πέρασμα των αιώνων, πολλές φιλοσοφικές και πολιτικές θεωρίες, ξέσπασαν αιματηροί πόλεμοι και επαναστάσεις, χύθηκαν ποτάμια δακρύων, ανθρώπινες ζωές θυσιάστηκαν. Παρόλα αυτά, όμως, η πείρα που αποκτήθηκε αποδεικνύει με κατηγορηματικό τρόπο ότι ποτέ και πουθενά δεν υλοποιήθηκε το όραμα αυτής της ιδανικής κοινωνίας, ότι ποτέ και πουθενά δεν κατέστη δυνατή η πραγματοποίηση της ισότητας των ανθρώπων, ότι η ίδια η φύση επιβάλλει παντού και πάντα, ως απαράβατο φυσικό νόμο, την ανισότητα των όντων, όχι μόνο στην κοινωνική μας ζωή,  αλλά και σε κάθε μορφή ύπαρξης του φυσικού κόσμου.
Αποτέλεσμα αυτής της οδυνηρής και άδικης για την ανθρώπινη λογική πραγματικότητας είναι η ιεραρχική διαίρεση των ανθρώπινων κοινωνιών σε ανώτερα και κατώτερα επίπεδα, η επιβολή μιας ιεραρχικής τάξης, που, συνήθως, αποκαλείται «κοινωνική πυραμίδα». Έτσι, οι άνθρωποι χωρίζονται σε κοινωνικές ομάδες, που ενωμένες συγκροτούν την ανθρώπινη κοινωνία, αλλά, ταυτόχρονα, διακρίνονται μεταξύ τους ως προς τη θέση τους μέσα σε μια ευρύτερη κοινωνική πυραμίδα. Οι πιο αδύνατες κοινωνικές ομάδες είναι πάντα οι πολυπληθέστερες και βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας. Οι ομάδες αυτές δέχονται την πίεση και των βάρος όλων των άλλων ομάδων, που βρίσκονται σε ιεραρχικά ανώτερη θέση, ενώ οι ίδιες δεν πιέζουν καμία ομάδα. Όσο πορεύεται κανείς από τη βάση προς την κορυφή της πυραμίδας διαπιστώνει ότι οι κοινωνικές ομάδες συρρικνώνονται όλο και περισσότερο αριθμητικά, και, αφενός μεν, δέχονται λιγότερη πίεση από τις ιεραρχικά ανώτερες ομάδες, αφετέρου δε, πιέζουν οι ίδιες, όλο και περισσότερο, τις ιεραρχικά κατώτερες, σε σχέση με αυτές. Στη κορυφή, τέλος, της πυραμίδας συναντάμε μία μικρή αριθμητικά ομάδα, που ενώ στηρίζεται σε όλες τις άλλες, ασκώντας τους πίεση, η ίδια δεν πιέζεται από πουθενά, αλλά, λόγω θέσεως και ισχύος, εξουσιάζει το σύνολο των ομάδων, που συγκροτούν την ανθρώπινη κοινωνία. Η ύπαρξη της κοινωνικής πυραμίδας –παρά την πολυμορφία που παρουσιάζει ανάλογα με τις εποχές και τις κοινωνικοπολιτικές αντιλήψεις των ανθρώπων– αποτελεί καθολικό και πανανθρώπινο φαινόμενο και αποδεικνύει με αδιαμφισβήτητο τρόπο την οντολογικά αναπόφευκτη ανισότητα, που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες. Μας αποδεικνύει, δηλαδή, ότι οι άνθρωποι δεν θα είναι ποτέ ίσοι, αλλά πάντα θα διακρίνονται σε δυνατούς και αδύνατους, σε πλούσιους και πτωχούς, σε περισσότερο ή λιγότερο έξυπνους, σε περισσότερο ή λιγότερο ικανούς. Όπως, φυσικά, θα διακρίνονται πάντοτε σε ψηλούς και κοντούς, σε όμορφους και άσχημους, σε χονδρούς και λιγνούς, σε καλλίφωνους και παράφωνους.


Μπροστά σε αυτό το οδυνηρό αδιέξοδο προβάλλουν, εκ πρώτης όψεως, δύο πιθανές λύσεις. Η πρώτη είναι ο συμβιβασμός με την πραγματικότητα και η παραίτηση από το αίτημα της ισότητας των ανθρώπων. Η δεύτερη είναι η μετάθεση του αιτήματος της ισότητας έξω από τα όρια του ιστορικού χρόνου (η πίστη, δηλαδή, ότι σε έναν άλλο κόσμο, σε κάποια άλλη ζωή, θα επικρατήσει η ισότητα, που αδυνατεί να επικρατήσει στις ιστορικές κοινωνίες). Η διδασκαλία, όμως, της Εκκλησίας απορρίπτει και τις δύο αυτές λύσεις, υποδεικνύοντας έναν άλλο δρόμο προς αντιμετώπιση του ζητήματος. 
Κατ' αρχήν, η Εκκλησία δεν αρνείται την πραγματικότητα της ανισότητας των ανθρώπων και, ως εκ τούτου, δεν θεωρεί την ιδέα της ισότητας ως την ενδεικνυόμενη απάντηση στο αίτημα της οικοδόμησης ενός κόσμου δικαιοσύνης και ευτυχίας. Κατά τη χριστιανική διδασκαλία θεμελιώδης αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η ελευθερία, δηλαδή, η δυνατότητα του ανθρώπου να επιλέγει την πραγματοποίηση του κακού, ακόμα και όταν έχει πλήρη συνείδηση του λανθασμένου και αδιέξοδου χαρακτήρα της επιλογής του. Συνεπώς, για την Εκκλησία η πραγματική αιτία της κοινωνικής αδικίας και δυστυχίας, αλλά και όλων των μορφών του λεγόμενου «κοινωνικού κακού», δεν βρίσκεται στην ανισότητα των ανθρώπων, αλλά στην κακή χρήση της ανθρώπινης ελευθερίας. Είναι, άραγε, ποτέ δυνατόν να επικρατήσει η δικαιοσύνη και η ευτυχία στις ιστορικές κοινωνίες, όσο οι άνθρωποι θα ασκούν την ελευθερία τους με αρνητικό τρόπο; Η πείρα των αιώνων επιβάλλει αμείλικτα μία και μόνη απάντηση: όχι. Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι πονηροί και κακοπροαίρετοι, φιλάργυροι και φιλόδοξοι, φίλαρχοι και εγωιστές, δόλιοι και απατεώνες, όσο, δηλαδή, οι άνθρωποι θα κυριαρχούνται από τα πάθη τους, η κοινωνική αδικία και δυστυχία θα αναπαράγεται αέναα, και καμιά πολιτική και κοινωνική θεωρία, κανένα κόμμα και καμία οικονομική μεταρρύθμιση, κανένας πόλεμος και καμία επανάσταση, δεν θα μπορέσουν, να χαρίσουν στην πολύπαθη ανθρωπότητα την ποθούμενη δικαιοσύνη και ευτυχία. Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνει; Μπορούν, τελικά, να ικανοποιηθούν τα πανανθρώπινα αιτήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης και ευτυχίας; Και, αν ναι, με ποιο τρόπο; 


Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο υποδεικνύει, ως λύση του προβλήματος, όχι την ισοπέδωση της κοινωνικής πυραμίδας, αλλά την πλήρη αντιστροφή της. Ο Κύριος δεν αρνείται την ανισότητα και την ιεράρχηση των ανθρώπων, δεν αρνείται τη συγκρότηση της κοινωνικής πυραμίδας, αλλά, ανατρέποντας την πυραμίδα αυτή, και τοποθετώντας την κορυφή της προς τα κάτω, μας διδάσκει την έσχατη και απόλυτη τελειότητα. Ο ίδιος ο Χριστός βρίσκεται στην κορυφή αυτής της αντεστραμμένης πυραμίδας και εκούσια δέχεται επάνω Του το βάρος όλης της ανθρωπότητας. Είναι, κατά τη μαρτυρία του Τιμίου Προδρόμου, «…ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου…» (Ιωάννου 1,29). Όσοι ακολουθούν το Χριστό πορεύονται –μέσα στα πλαίσια της ευρύτερης πυραμίδας– προς Αυτόν. Όσο, όμως, περισσότερο πλησιάζουν προς το Χριστό, τόσο λιγοστεύουν οι άνθρωποι, που βρίσκονται δίπλα τους, και τόσο μεγαλώνει η πίεση, που δέχονται από τα κοινωνικά στρώματα, που βρίσκονται πάνω από αυτούς. Έτσι, στο ποσοστό που πλησιάζουν το Χριστό στην κορυφή της αντεστραμμένης πυραμίδας, εξομοιώνονται με Αυτόν, σηκώνοντας τα βάρη των αδελφών τους, κατά το λόγο του Απόστολου Παύλου: «…Οφείλομεν ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν και μη εαυτοίς αρέσκειν…» (Ρωμαίους 15,1). Ο Κύριος, αναφερόμενος στην ανατροπή της κοινωνικής πυραμίδας και στην ιδιαίτερη θέση Του στην κορυφή της, είπε για τον Εαυτό Του: «…μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού…» (Ιωάννου 15,13) και «…ο Υιος του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν Αυτού λύτρον αντί πολλών…» (Ματθαίου 20,28). Έδωσε, μάλιστα, εντολή στους μαθητές Του, να ακολουθήσουν το παράδειγμά Του: «…οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως έσται εν υμίν αλλ’ ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και  ος εάν θέλη εν υμίνίναι πρώτος, έσται υμών δούλος…» (Ματθαίου 20,25-27).
Σε αυτήν, ακριβώς, την αντιστροφή της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκεται, κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας, η λύση όχι μόνο της σημερινής οικονομικής κρίσης, αλλά και όλων των κοινωνικών προβλημάτων. Θεμελιώδης αρχή αυτής της ιδιότυπης κοινωνικοπολιτικής θεώρησης είναι η μετατροπή κάθε μορφής δύναμης από «εξουσία», που καταπιέζει τον άνθρωπο, σε «διακονία», που τον υπηρετεί. Μόνο αν ασκήσουν οι άνθρωποι με θετικό τρόπο την ελευθερία τους, ως αγάπη, κατά το υπόδειγμα του Χριστού, όλες οι μορφές του κοινωνικού κακού θα εξαφανιστούν από τη ζωή μας. Μόνο τότε η δικαιοσύνη και η ευτυχία θα επικρατήσουν στις ιστορικές κοινωνίες. Μόνο τότε η ακόρεστη επιθυμία των ισχυρών για χρήμα και εξουσία θα αντικατασταθεί ειρηνικά και αναίμακτα από μία νέα οικονομική και πολιτική αντίληψη, που θα θεωρεί κέρδος όχι τη συσσώρευση του πλούτου, αλλά την καλή του διαχείριση με ύψιστο κριτήριο τις ανάγκες όλων των ανθρώπων. Μόνο τότε θα εξαφανιστούν από τη ζωή μας η πείνα και η φτώχεια, η αδικία και η εκμετάλλευση, η εξαθλίωση και ο αναλφαβητισμός, το ψέμα και ο δόλος, ο φόβος του πολέμου και, τελικά, ο ίδιος ο πόλεμος. Μόνο τότε θα δημιουργηθούν νόμοι και θεσμοί, διεθνείς οργανισμοί και διακρατικές συμμαχίες που θα εξυπηρετούν όχι το εγωκεντρικό συμφέρον των ολίγων, αλλά το συλλογικό συμφέρον των πολλών. Αυτός είναι ο δρόμος του Χριστού και των Αγίων Του.
Αυτό το δρόμο ακολούθησαν οι σήμερα εορταζόμενοι Τρεις Ιεράρχες και αυτό το δρόμο μας δίδαξαν με το πολύπλευρο έργο τους, ως οδό απόλυτης τελειότητας. Και οι Τρεις κατάγονταν από αρχοντικές και πλούσιες οικογένειες. Αρνήθηκαν, όμως, εκούσια τον πλούτο και, ακολουθώντας το παράδειγμα και την εντολή του Χριστού, μοίρασαν την περιουσία τους στους πτωχούς. Και οι Τρεις διέθεσαν όλες τις ψυχοσωματικές τους δυνάμεις, όλες τις επιστημονικές τους γνώσεις, όλα τους τα ταλέντα, και όλα τα πλούσια χαρίσματά τους στην ανιδιοτελή διακονία των ανθρώπων. Και οι Τρεις έλεγξαν με αυστηρότατη γλώσσα τους ισχυρούς της εποχής τους. Άσκησαν, έτσι, δριμύτατη κριτική στους ανάξιους βασιλιάδες, καταδικάζοντας την ιδιοτελή άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Κατήγγειλαν δημόσια τους διεφθαρμένους πολιτικούς και θρησκευτικούς άρχοντες για την προσωποληψία τους κατά την απόδοση της δικαιοσύνης και για τον παράνομο χρηματισμό τους. Στηλίτευσαν ανελέητα τους πλούσιους για την κακή χρήση του πλούτου, απαιτώντας επιτακτικά την άσκηση της κοινωνικής αλληλεγγύης, που, κατά την εντολή του Χριστού, υποχρεούνται να επιδεικνύουν οι δυνατοί προς τους αδύνατους. Αγωνίστηκαν, τέλος, με όλες τους τις δυνάμεις για την έμπρακτη εφαρμογή της αγάπης στις ανθρώπινες κοινωνίες και μας άφησαν, ως πολύτιμη παρακαταθήκη, τόσο το προσωπικό τους παράδειγμα, όσο και τη θεόπνευστη διδασκαλία τους. Ο Μέγας Βασίλειος, για παράδειγμα, απαίτησε από τους πλούσιους της εποχής του, να μοιράσουν στους πτωχούς τα αγαθά που είχαν φυλαγμένα στις αποθήκες τους και, οπλισμένος με το κύρος που του προσέδιδε το προσωπικό του παράδειγμα, τους έπεισε, τελικά, να ενεργήσουν κατά τις εντολές του. Έσωσε, έτσι, κατά το λιμό του 367 μ.Χ. τους πτωχούς της Καισάρειας, χωρίς να τους διακρίνει σε χριστιανούς, εθνικούς και εβραίους. Λίγο αργότερα, ως αρχιεπίσκοπος, πλέον, Καισαρείας, με χρήματα που συγκέντρωσε από δωρεές πλουσίων και με την ανιδιοτελή εργασία των μοναχών έκτισε την περίφημη Βασιλειάδα. Ένα κοινωφελές ίδρυμα, που περιελάμβανε νοσοκομείο, πτωχοκομείο, ορφανοτροφείο και σχολείο για τα πτωχά παιδιά.
Στο δρόμο της έμπρακτης εφαρμογής της αγάπης βρίσκεται –και κατά την ταπεινή μας άποψη– η λύση της σημερινής παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που είθε, με τις θεόδεκτες πρεσβείαις των Τριών Ιεραρχών, να ξεπεραστεί το συντομότερο δυνατό για το καλό όλου του κόσμου και, κυρίως, για το καλό της πατρίδας και του λαού μας.
Μπερκουτάκης Μιχαήλ
Θεολόγος – Εκπαιδευτικός
Πύργος Ηλείας, 15/01/2011
___________________________________________________
Υ.Γ.  Η κεντρική ιδέα της ομιλίας εδράζεται στη διδασκαλία του μακαριστού γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ (βλπ. «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», Μέρος Α΄, Κεφ. ΙΔ΄, σελ. 312-316) και εκφωνήθηκε στο Καράτουλα Ηλείας την Παρασκευή 28  Ιανουαρίου του έτους 2011 κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών.


ΠΗΓΗ: http://o-nekros.blogspot.de/2011/01/blog-post_30.html

---------------------------------


Συνέντευξη από τους Τρεις Ιεράρχες

Τρεις Ιεράρχες και παιδεία: έξοδος στη Ζωή


Του πρωτοπεσβυτέρου Βασίλειου Θερμού


Ζητούμε ένα σχολείο συνδεδεμένο με τη ζωή. Οι προστάτες άγιοι μας υποδεικνύουν ένα σχολείο συνδεδεμένο με τη Ζωή.
Διδάχθηκαν από την πείρα τους ότι Ζωή είναι το άνοιγμα της καρδιάς στον Θεό και στον άνθρωπο. Και η παιδεία χρειάζεται να αποβλέπει εκεί, διαφορετικά γίνεται επικίνδυνη. Σαν ένα όπλο στα χέρια αδέξιου ή εμπαθούς.
Όταν η παιδεία αντί για τη Ζωή συνδέεται με τον θάνατο, τότε αρχίζουν τα εκφυλιστικά φαινόμενα. Στο περιεχόμενο γίνεται τεχνοκρατική και διδάσκει εγωκεντρική χρήση τού κόσμου. Στη μέθοδο γίνεται αφύσικη και βασανιστική, ταλαιπωρώντας τον μαθητή. Στη δομή της γίνεται ανταγωνιστική και συντεχνιακή, εξωθώντας τον εκπαιδευτικό στην αδιαφορία και τον μαθητή στη βίαιη διαμαρτυρία.
Στη συνέχεια θα αφήσω να μιλήσουν οι προστάτες μας, οι Τρεις Ιεράρχες. Κατέκτησαν το κύρος τους με την αγάπη τους για την παιδεία, με την ασκητική τους προσπάθεια για διαρκή έξοδο προς τον Θεό και τον άλλον.

Συνέντευξη

Δ = δημοσιογράφος.
Β = Βασίλειος
Γ = Γρηγόριος
Ι = Ιωάννης (Χρυσόστομος)

Δ= Την ευχή σας, άγιοι του Θεού. Σκέφθηκα να ζητήσω τη γνώμη σας στα φλέγοντα θέματα της παιδείας και της αγωγής, στα οποία είστε ειδικοί.
Β= Χαιρόμαστε που ενδιαφέρεσθε για την παιδεία. Η πραγματική παιδεία είναι αγωγή ωφέλιμη για την ψυχή, που την καθαρίζει από ελαττώματα, πολλές φορές με κόπο και πόνο.[1]
Γ= Νομίζω ότι όλοι οι φρόνιμοι άνθρωποι ομολογούν πως η παιδεία είναι το πρώτο αγαθό που διαθέτουμε. Όχι μόνο η Χριστιανική, που είναι και η ευγενέστερη και που περιφρονεί κάθε κομψότητα και κάθε φιλοδοξία των λόγων για να κρατήσει μόνο τη σωτηρία και το κάλλος των νοητών πραγμάτων, αλλά και η εξωτερική μόρφωση, την οποία κάποιοι Χριστιανοί από κακή εκτίμηση απορρίπτουν διότι τάχα είναι ύπουλη και απατηλή και απομακρύνει από τον Θεό.[2]
Ι= Από την τέχνη αυτή δεν υπάρχει μεγαλύτερη. Τίποτε δεν συγκρίνεται με το να διαπαιδαγωγήσεις την ψυχή και να διαπλάσεις τη διάνοια ενός νέου. Χρειάζεται περισσότερη προσοχή και ακρίβεια και από εκείνη που έχουν οι ζωγράφοι και οι γλύπτες.[3]
Δ= Γιατί είναι τόσο μεγάλη η σημασία της παιδείας;
Β= Η δύναμη της παιδείας βασίζεται στο γεγονός ότι ασκείται πάνω σε ψυχή εύπλαστη ακόμη, όπως το κερί. Έτσι, όταν θα έλθει η ανάπτυξη του λογικού, η δύναμη της συνήθειας θα συμμαχήσει μαζί του προς την σωστή κατεύθυνση.[4][5] Τα μαθήματα αρετής που θα εντυπωθούν στο παιδί από την παιδική ηλικία είναι ανεξάλειπτα.
Ι= Μεγάλος θησαυρός είναι τα παιδιά μας και χρειάζονται πολλή επιμέλεια. Όταν πρόκειται να μάθουν μια τέχνη ψάχνουμε να βρούμε τον πλέον κατάλληλο να τους τη διδάξει. Γι’ αυτούς που θα διαμορφώσουν την ψυχή τους, όμως, δε νοιαζόμαστε ανάλογα.[6]
Δ= Πέστε μας κάτι για τις δικές σας σπουδές.
Γ= Ο Βασίλειος κι εγώ συνδεθήκαμε με στενή και ιερή φιλία. Στην Αθήνα όπου επήγαμε να σπουδάσουμε, δεν γνωρίζαμε δρόμους άλλους από αυτούς που οδηγούσαν στο ναό και στη σχολή μας. Μάλιστα, μπορώ να πω ότι εκεί και τον Θεό πλησιάσαμε περισσότερο, βλέποντας τα αντίθετα παραδείγματα.[7]
Δ= Μερικές φορές παρατηρούμε να μην επιτυγχάνονται οι στόχοι της παιδείας. Τι φταίει που δεν γίνεται αποτελεσματική;
Ι= Το σκοπό της εκπαιδεύσεως τον καταστρέφουν συνήθως τα εξής αίτια: οι περιορισμένες δυνατότητες του παιδιού,  η αμάθεια και η οκνηρία των δασκάλων, οι πολλές απασχολήσεις του πατέρα, η έλλειψη δαπανών για την παιδεία και μισθών για τους δασκάλους, καθώς και η κακία και ο φθόνος των συμμαθητών.[8]
Δ= Με ποιο τρόπο παίζει ρόλο και ο εκπαιδευτικός;
Ι= Με την προσωπικότητά του. Ας είναι κοινό σχολείο σε όλους και υπόδειγμα αρετής η λαμπρότητα του βίου σου, η οποία πρέπει να βρίσκεται μπροστά σε όλους σαν αρχέτυπη εικόνα, έχοντας όλα τα καλά μέσα της και δίνοντας με μεγάλη ευκολία τα παραδείγματα σ’ εκείνους που θέλουν να αποτυπώσουν μέσα τους κάποιο από τα καλά που έχει.[9] Οι μαθητές τότε προ πάντων αγαπούν και μιμούνται το καλό, όταν έχουν τέτοια παραδείγματα από τους δασκάλους τους… Εκείνος που εφαρμόζει πρώτος εκείνα που συμβουλεύει στους άλλους, με την έμπρακτη τήρηση της συμβουλής πείθει περισσότερο απ’ όλα τον ακροατή.[10]
Β= Οι νέοι δεν πρέπει να παραδώσουν διά μιάς τα πηδάλια της διάνοιας τους στους δασκάλους και στους λόγιους και να τους ακολουθούν όπου αυτοί τους οδηγούν, αλλά να γνωρίζουν τι να δέχονται από αυτούς και τι να παραβλέπουν.[11]
Ι= Ο καλός δάσκαλος είναι απαλλαγμένος από φθόνο και έπαρση. Θέλει οι αρετές να γίνουν κοινό κτήμα των μαθητών του, θέλει μόνο να τους εξισώσει σε όλα με τον εαυτό του.[12] Γιατί αυτό κυρίως είναι το γνώρισμα του πραγματικού δασκάλου, το να συμπάσχει στις συμφορές των μαθητών του, το να θρηνεί και να πενθεί για τα τραύματα αυτών που έχει στην ευθύνη του.[13]


Ο Μέγας Βασίλειος προστάτης των φτωχών και βασανισμένων ανθρώπων κάθε είδους (εικ. από το post μας Ναι! Υπάρχει άη Βασίλης!)
Δ = Πώς πρέπει να γίνεται το μάθημα ώστε να εκπληρώνεται το μορφωτικό ιδεώδες;
Β= Τα μαθήματα πρέπει να γίνονται με ευχάριστο τρόπο και να προσφέρονται βραβεία στους μαθητές, ώστε να εκπληρώνουν τον σκοπό τους άνετα και χωρίς πίεση και λύπη.[14] Μάθημα που έγινε με βία δεν είναι δυνατό να παραμείνει· όσα όμως εισέρχονται μέσα μας με ευχαρίστηση και χάρη, κάπως μονιμότερα εγκαθίστανται στην ψυχή μας.[15]
Ι= Δεν αρκεί μόνο η ανάγνωση αν δεν προστεθεί και η κατανόηση. Διότι, όπως ακριβώς αν κάποιος τρέφεται αλλά δεν χωνεύει την τροφή δεν θα ζήσει ποτέ, έτσι και αν κάποιος διαβάζει αλλά δεν καταλαβαίνει τίποτε, δεν θα βρει την αλήθεια.[16]
Δ= Συμμερίζεσθε και σεις την άποψη ότι δεν πρέπει να υπερφορτώνεται το παιδί με γνώσεις;
Β= Φυσικά. Όταν η διάνοια αδυνατεί να τα συλλάβει όλα μαζί, παθαίνει το ίδιο με το στομάχι που αδυνατεί να χωνέψει αυτά που έφαγε, εξ αιτίας του υπερβολικού κόρου.[17]
Δ= Φαντάζομαι πόσο κουραστικό θα είναι το λειτούργημα του δασκάλου.
Ι= Ο κόπος είναι βαρύς όταν είναι μάταιος. Αν ο μαθητής προσέχει και το αποδεικνύει με έργα, δεν αισθανόμαστε καθόλου τους κόπους μας.[18]
Δ= Γιατί οι περισσότεροι μαθητές βρίσκουν κουραστική την παιδεία και την αποστρέφονται;
Β= Η παιδεία στην αρχή φαίνεται να προξενεί δυσφορία και όχι χαρά· αργότερα όμως αποφέρει καρπό ειρήνης και σωτηρίας. Δυστυχώς οι περισσότεροι κουράζονται από την δυσκολία των πραγμάτων και δεν αναμένουν την ωφέλεια από την έκβαση, αλλά με το να δυσανασχετούν μπροστά στην δυσχέρεια της μαθήσεως παραμένουν στην αρρώστια της αμάθειας.[19]
Ι= Η παιδαγωγία είναι σκληρή αλλά έχει καρπούς γλυκείς, όπως από τον τραχύ κορμό του δένδρου βγαίνει γλυκό φρούτο.[20]
Δ= Παρατηρούμε το φαινόμενο να επιδιώκουν σχεδόν όλοι ανώτατες σπουδές και να μην καταδέχονται τα πρακτικά επαγγέλματα.
Ι= Κανείς από όσους ασκούν χειρωνακτικό επάγγελμα να μην ντρέπεται, αλλά να ντρέπονται όσοι τρέφονται άδικα και μένουν αργοί και χρησιμοποιούν πολλούς υπηρέτες. Το να τρέφεται κάποιος πάντοτε εργαζόμενος αποτελεί είδος φιλοσοφημένης ζωής· οι ψυχές των ανθρώπων αυτών είναι καθαρότερες και οι διάνοιες τους πιο ρωμαλέες.[21]
Β= Ο καθένας πρέπει να προσέχει τη δική του εργασία και να την φροντίζει με ζήλο και προθυμία και επιμέλεια, σα να την εποπτεύει ο Θεός. Και να μην πηγαίνει από τη μία δουλειά στην άλλη, διότι είναι προτιμότερο να εκτελούμε μία τέχνη σωστά παρά να καταπιανόμαστε με πολλές ατελώς. Αυτό φανερώνει επιπόλαιο χαρακτήρα· ή, αν δεν υπάρχει, τον δημιουργεί.[22]
Δ= Ποιον θεωρείτε αληθινά μορφωμένο;
Β= Ανθρώπινη σοφία είναι η εμπειρική γνώση των πραγμάτων της ζωής… Σοφία αληθινή είναι η επιστήμη και των θείων και των ανθρωπίνων πραγμάτων και των αιτίων τους.[23] Πολλοί, εξ αιτίας της μελέτης των επιστημών, έχουν παραμελήσει τη γνώση του Θεού.[24]
Γ= Για μένα δεν είναι σοφός εκείνος που έχει σοφία λόγου, ούτε εκείνος που παρουσιάζει μεν ευφράδεια αλλά έχει άστατη και αδιαμόρφωτη ψυχή, σαν τους τάφους οι οποίοι εξωτερικά μεν είναι εμφανίσιμοι και ωραίοι ενώ εσωτερικά κρύβουν πτώματα και δυσωδία. Σοφό θεωρώ εκείνον που λέει μεν λίγα περί αρετής, αλλά παρουσιάζει πολλά με τη ζωή του και επιβεβαιώνει με την πράξη την αξιοπιστία του λόγου του.[25] Σοφία είναι το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του και να μην υπερηφανεύεται.[26]
Ι= Θέλετε να σας πω ποια είναι τα γνωρίσματα του αληθινά φιλοσοφημένου και καλλιεργημένου ανθρώπου; Είναι η περιφρόνηση του πλούτου και της δόξας, καθώς και το να είναι ανώτερος από φθόνο και κάθε πάθος.[27]


Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (αφιέρωμα σ' αυτόν εδώ)
Δ= Τι απαντάτε σ’ εκείνους που ισχυρίζονται πως η πίστη αναιρεί τις δυνατότητες του ανθρώπινου λογικού;
Γ= Η λογική μας είναι κατώτερη των θείων πραγματικοτήτων… Η πίστη είναι η πλήρωση του λογικού μας.[28]
Δ= Πάντως καταλαβαίνω ότι δεν θεωρείτε περιττή την γενικότερη εκπαίδευση.
Β= Να σας φέρω μία εικόνα. Η αλήθεια του Θεού είναι ο καρπός του δένδρου, ενώ οι επιστήμες είναι τα φύλλα. Άλλωστε και ο μέγας Μωυσής και ο σοφός Δανιήλ διδάχθηκαν την κοσμική σοφία πριν από τα θεία διδάγματα… Πρώτα μαθαίνουμε να παρατηρούμε το είδωλο του ήλιου στο νερό και κατόπιν μαθαίνουμε για τον ήλιο… Το θέμα είναι να έχουμε κριτικό πνεύμα ώστε να παίρνουμε ό,τι αξίζει και ωφελεί την ψυχή, να αποφεύγουμε δε ό,τι μας βλάπτει πνευματικά, όπως η μέλισσα επιλέγει τα άνθη, ή όπως πηγαίνουμε στο τριαντάφυλλο αποφεύγοντας το αγκάθι… Και τούτο διότι εμείς οι Χριστιανοί τα πράττουμε όλα με σκοπό την προετοιμασία για άλλη ζωή.[29]
Γ= Άλλωστε δεν βλέπετε ότι ο σπουδαίος και άγιος Βασίλειος υπήρξε ο ικανότερος από τους συμφοιτητές του;[30] Προσπαθούμε απλώς να έχουμε σωστή ιεράρχηση. Αυτοί που κατηγορούν τη μόρφωση το κάνουν για να κρύβεται μέσα Στη γενική απαιδευσιά η δική τους κι έτσι να μην ελέγχονται.[31]
Δ= Μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένοι γύρω από το ποια πρέπει να απορρίπτουμε και ποια να κρατούμε;
Γ= Ό,τι οδηγεί σε πλάνη γύρω από το Θεό και τον κόσμο ή οδηγεί σε είδωλα ή αστρολογία και μαντεία, τα πολεμούμε και τα απορρίπτουμε. Κρατούμε όμως την έρευνα γύρω από τον άνθρωπο και τη φύση, γύρω από την ψυχή και τις θεϊκές πραγματικότητες.[32] Δεχόμαστε ό,τι αφορά στην έρευνα και στη θεωρία. Απορρίπτουμε ό,τι οδηγεί στους δαίμονες και στην πλάνη και στον βυθό της απώλειας.[33]
Β= Επίσης δίνουμε προσοχή στη λογοτεχνία που έχει ηθική επίδραση πάνω μας επειδή εξυμνεί την αρετή και απορρίπτουμε εκείνη που καλλιεργεί πάθη. Φροντίζουμε η επιστήμη να μην υπηρετεί το ψέμα. Γενικά, αγαπούμε ό,τι είναι οικείο και συγγενεύει προς την αλήθεια.[34]
Ι= Δεν θα γκρεμίσουμε το σχολείο φυσικά, αλλά δεν πρέπει να επιτρέψουμε το σχολείο να γκρεμίσει την ψυχή. Όταν η ψυχή σωφρονεί δεν προέρχεται καμία ζημιά από την άγνοια της ρητορικής τέχνης, όταν όμως η ψυχή είναι διεφθαρμένη, η βλάβη είναι πολύ μεγάλη, έστω και αν η γλώσσα είναι εξασκημένη· και μάλιστα η βλάβη είναι τόσο χειρότερη, όσο μεγαλύτερη είναι και η ρητορική δύναμη. Διότι όταν η πονηρία συνοδεύεται και από ευφράδεια, κάνει τα πράγματα πολύ χειροτέρα από την αμάθεια.[35]
Γ= Την κοσμική γνώση πρέπει να την υποτάξουμε στη θεϊκή, διότι αυτή κατάγεται από τον ουρανό. Η γήινη παιδεία πρέπει να την υπηρετεί κόσμια.[36]
Δ= Εκτός από το μορφωτικό έργο ο εκπαιδευτικός ενεργεί γενικότερη αγωγή. Πώς θα έπρεπε να βοηθήσει τον νέο ως προς τον χαρακτήρα του;
Β= Τώρα θίγετε ένα θέμα τόσο σημαντικό όσο και παραμελημένο. Χρειάζεται ο νέος να μάθει να ερωτά χωρίς εριστικότητα και να απαντά χωρίς υπεροψία. Να μη διακόπτει τον συνομιλητή του, ούτε να παρεμβάλλει τα δικά του λόγια επιδεικτικά. Αν έχει διδαχθεί κάτι από άλλον να μην το κρύβει σα να ήταν δική του σκέψη, αλλά να φανερώνει τίνος είναι. Πρώτα να εξετάζει μέσα του τι πρόκειται να πει.[37]
Ι= Πρέπει ο δάσκαλος να είναι ελεύθερος εσωτερικά και να έχει το θάρρος της γνώμης του, συγχρόνως δε να είναι συγκαταβατικός όταν αυτό ωφελεί και το απαιτεί η περίσταση. Να είναι συγχρόνως και καλοκάγαθος και αυστηρός.[38][39] Μάλλον, όταν υπάρχει αγάπη δεν χρειάζονται πολλές συμβουλές και εντολές.[40] Τίποτε δεν συμβάλλει τόσο στο να πείσει κάποιος τον ακροατή του να δεχθεί τις συμβουλές, όσο το να γνωρίζει ότι αυτές λέγονται με πολλή αγάπη.
Δ= Ο εκπαιδευτικός έρχεται συνεχώς σε επαφή με τη συμπεριφορά του νέου, η οποία δεν είναι πάντοτε η ενδεδειγμένη. Με ποιο τρόπο πιστεύετε ότι πρέπει ο δάσκαλος να προσεγγίζει τα παραπτώματα των νέων;
Β= Να είναι ευπροσήγορος, ακόμη και όταν πρόκειται να επιτιμήσει, διότι μόνο έτσι γίνεται ευπρόσδεκτος.[41] Τα σφάλματα των νέων πρέπει να διορθώνονται με πατρική ευσπλαχνία και με επιστημονικό λόγο.[42]
Δ= Τι εννοείτε με επιστημονικό λόγο;
Β= Δηλαδή κάθε σφάλμα χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση. Άλλοτε είναι καιρός για ταπεινοφροσύνη, άλλοτε για εξουσία, άλλοτε για έλεγχο, άλλοτε για παρηγοριά, πότε για καλοσύνη και πότε για αποτομία κτλ.[43]
Γ= Όπως στα σώματα δεν προσφέρονται η ίδια τροφή και τα ίδια φάρμακα, έτσι και τα ελαττώματα των ανθρώπων δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι είναι οκνηροί και δυσκίνητοι οπότε χρειάζεται να τους κεντρίζουμε, ενώ άλλοι είναι θερμόαιμοι και βιαστικοί οπότε χρειάζονται χαλινάρι. Άλλους ωφελεί ο έπαινος και άλλους η επίπληξη, όταν και τα δύο γίνονται την κατάλληλη στιγμή. Άλλους διορθώνει ἠ παρηγοριά και άλλους η επίπληξη.[44]
Ι= Ακόμη, αν μιλήσεις μία φορά και δεν πείσεις, κι αν συμβουλέψεις και δεύτερη και τρίτη και πολλές φορές, μην αποκάμεις να επαναλαμβάνεις τα ίδια λόγια, χωρίς όμως δυσαρέσκεια αλλά χαριτολογώντας.[45]


Ο ιερός Χρυσόστομος (αφιέρωμα σ' αυτόν, εδώ)
Δ= Πώς θα το επιτύχει αυτό; Και ο εκπαιδευτικός άνθρωπος είναι και μπορεί να θυμώσει.
Ι= Βέβαια. Όμως όσο περισσότερο μπορεί ο λόγος πρέπει να είναι λόγος ανθρώπου που διδάσκει μάλλον παρά που ελέγχει, που παιδαγωγεί παρά που τιμωρεί, που βάζει τάξη παρά που διαπομπεύει, που διορθώνει παρά που επεμβαίνει Στη ζωή του άλλου.[46] Ο δάσκαλος προ πάντων πρέπει να διδάσκει και να παιδαγωγεί με πραότητα, διότι μία ψυχή που έχει ανάγκη να μάθει, δεν είναι δυνατό να μάθει κάτι ωφέλιμο όταν αυτό προσφέρεται με θρασύτητα και εριστικότητα. Ακόμη κι αν έχει τη διάθεση να προσέξει θα αισθανθεί δύσκολα και δεν θα μάθει τίποτε. Εκείνος που θέλει να μάθει κάτι ωφέλιμο, πριν απ’ όλα τ’ άλλα πρέπει να διάκειται ευμενώς προς τον δάσκαλο. Όπως είναι γνωστό, κανείς δεν αισθάνεται ευχάριστα απέναντι σ’ εκείνον που βρίζει με θράσος.[47]
Β= Να μην είσαι αυστηρός στις επιτιμήσεις και να μην ελέγχεις αμέσως και με εμπάθεια (διότι αυτό είναι αυθάδεια), ούτε να καταδικάζεις τον άλλο για μικρά σφάλματα σαν να είσαι ο ίδιος ακριβοδίκαιος.[48]
Γ= Στον φόβο ανάμιξε την ηπιότητα. Μετρίασε την απειλή με την ελπίδα. Γνωρίζω πως η καλοσύνη επιτυγχάνει πολλά και παρακινεί στην ανάλογη ανταπόδοση.[49]
Ι= Κι αν ακόμη οι έπαινοι δεν είναι απολύτως δίκαιοι, χρησιμοποιούνται κατ’ οικονομία, διότι προετοιμάζουν το έδαφος για ν’ ακολουθήσουν τα λόγια μας. Διότι εκείνος που από την αρχή απευθύνει αμέσως συστάσεις που δυσαρεστούν, έχει ως αποτέλεσμα να μην τον ακούν οι αδύνατοι κατά την θέληση.[50] Γενικά, τις προτροπές προς το καλό να τις κάνετε μαζί με επαίνους, διότι έτσι γίνονται και ευπρόσδεκτες, όταν δηλαδή υποκινούμε τον ζήλο αυτών των ίδιων που συμβουλεύουμε.[51]
Δ= Καταλαβαίνω ότι δίνετε πολλή σημασία στην ενθάρρυνση.
Ι= Οπωσδήποτε. Εκείνος που δεν κατόρθωσε απολύτως τίποτε γίνεται οκνηρός και χάνει γρήγορα το θάρρος του. Εκείνος όμως που συνειδητοποίησε ότι εκτέλεσε με επιτυχία έστω μία εντολή, παίρνοντας απ’ αυτή θάρρος, θα προχωρήσει με μεγαλύτερο ζήλο προς την πραγματοποίηση και των υπολοίπων.[52]
Δ= Σχετικά με τις τιμωρίες τι θα είχατε να πείτε;
Ι= Πρέπει να εξετάζουμε με μεγάλη ακρίβεια και να μην καταδικάζουμε αυτούς που σφάλλουν μόνο από όσα ακούσαμε, ούτε να βγάζουμε αποφάσεις χωρίς αποδείξεις.[53] Δεν είναι μικρή παρηγοριά… το να γνωρίζεις και να συναισθάνεσαι ότι τιμωρείσαι δίκαια.[54]
Β= Κυρίως δεν πρέπει να οργιζόμαστε εναντίον εκείνων που σφάλλουν, διότι αυτό δείχνει εμπάθεια. Ιδιαίτερα να προσέχουμε να μη γινόμαστε πιο αυστηροί όταν έχουν προσβάλει εμάς τους ίδιους.[55]
Δ= Φαντάζομαι θα συνιστάτε και φειδώ στις τιμωρίες.
Ι= Αν το παιδί συνηθίσει να παιδαγωγείτε μόνο με την τιμωρία, θα μάθει και να περιφρονεί τις τιμωρίες. Και αν μάθει να περιφρονεί τις τιμωρίες τότε πάνε όλα χαμένα… Επίσης η απειλή τότε είναι αποτελεσματική όταν το παιδί πιστεύει ότι θα πραγματοποιεί… Όταν δεις όμως ότι ο φόβος τον ωφέλησε, χαλάρωσε την αυστηρότητα, διότι η ανθρώπινη φύση έχει ανάγκη και από επιείκεια.[56]
Δ= Απορρίπτουμε δηλαδή την παιδαγωγική του φόβου.
Ι= Δεν είναι δυνατό να γίνει κάποιος καλός διά της βίας. Διότι μόλις απαλλαγή από την βία θα επιστρέψει στην κακία του. Εκείνος, όμως, που θα γίνει καλός με την προαίρεση του θα παραμείνει σταθερός στην αρετή.[57]
Δ= Βγάζω το συμπέρασμα ότι δεν σας ενδιαφέρει απλώς και μόνο να εξαλειφθεί πλάση θυσία η κακή συμπεριφορά, αλλά δίνετε πολλή σημασία στο σεβασμό της προσωπικότητας του παιδιού.
Β= Ναι, διότι πρόκειται για εικόνα Θεού. Για παράδειγμα, όταν μας ρωτά κάτι δεν πρέπει να απαντούμε απρόθυμα, διότι αυτό δείχνει περιφρόνηση προς τον αδελφό μας και έτσι προσβολή προς τον Θεό.[58]
Ι= Άλλο παράδειγμα σεβασμού της προσωπικότητας του μαθητή: Είναι πολύ καλό να κάμεις τη συμβουλή χωρίς να γίνει γνωστή στους άλλους… Μην προσθέτεις πληγή πάνω στις υπάρχουσες πληγές.[59]
Δ= Πολλοί μαθητές παραπονιούνται πως οι δάσκαλοι τους φέρονται με τρόπο που τους κάνει ανάξιους σεβασμού.
Ι= Οι αρχόμενοι συνηθίζουν να προσβλέπουν στη συμπεριφορά εκείνων που τους διοικούν σαν σε αρχέτυπη εικόνα, και να εξομοιώνουν τη συμπεριφορά τους με εκείνων.[60]
Β= Πράγματι, είναι καθοριστική η δύναμη του παραδείγματος. Η αξιοπιστία του δασκάλου καθιστά ευπρόσδεκτο τον λόγο του και προετοιμάζει τους μαθητές να προσέξουν περισσότερο.[61]
Ι= Εκείνος που διδάσκει άλλους, αν δεν ωφελείται τίποτε άλλο, τουλάχιστον λέγοντας συγκινείται βαθιά, και μάλιστα όταν βλέπει ότι είναι υπεύθυνος γι’ αυτά για τα οποία επικρίνει τους άλλους.[62] Ποιο είναι λοιπόν το όφελος της διδασκαλίας όταν δεν διδάσκουμε και δεν διορθώνουμε τους εαυτούς μας;[63] Ο δάσκαλος πρέπει πρώτα να είναι δάσκαλος του εαυτού του. Όπως ακριβώς ο στρατηγός, αν δεν γίνει προηγουμένως άριστος στρατιώτης, δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει στρατηγός, έτσι και ο δάσκαλος.[64]
Δ= Τι θα είχατε να προσθέσετε πριν κλείσουμε;
Ι= Κάτι προς τους εκπαιδευτικούς: Κι αν ακόμη είμαστε δάσκαλοι, ας μην απορρίπτουμε ως ανάξιες λόγου τις συμβουλές των ανώτερων μας.[65]
Β= Εγώ κάτι προς τους μαθητές: Κάθε άνθρωπος να πολλαπλασιάσει το χάρισμα που θα αποδειχτεί κατόπιν δοκιμής ότι έχει από τον Θεό, χρησιμοποιώντας το για το καλό και το όφελος των πολλών. Διότι ουδείςς είναι αμέτοχος της χρηστότητος του Θεού, κανείς δεν έμεινε χωρίς χαρίσματα.[66]
Γ= Κι εγώ κάτι προς όλους: Η παιδεία είναι αγαθό που πρέπει να μεταδίδεται. Ο αδελφός μου ο Καισάριος, αφού σπούδασε στην Αλεξάνδρεια κάθε επιστήμη και αρίστευσε, επέστρεψε στην πατρίδα μας για να μεταδώσει και σε άλλους όσα είχε πάρει.[67]
Ι= Μού επιτρέπετε και μία σύντομη δευτερολογία;
Δ= Βεβαίως, παρακαλώ.
Ι= Μία έκκληση προς τους υπεύθυνους: Στους δάσκαλους πρέπει να χορηγούμε με αφθονία τα αναγκαία υλικά αγαθά για να μην αποκάμνουν ούτε να απογοητεύονται.[68]
Δ= Σας ευχαριστώ θερμά.


[1] Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν, 5, ΕΠΕ 7, 373.
[2] Ἐπιτάφιος εἰς Μ. Βασίλειον, 11, ΕΠΕ 6, 145.
[3] Ὁμιλία νθ’ εἰς τό κατά Ματθαῖον, 7, ΕΠΕ 11, 395.
[4] Ὅροι κατά πλάτος, Β’, 15, 4, ΕΠΕ 8, 259.
[5] Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, 3, ΕΠΕ 7, 327.
[6] Ὁμιλία θ’ εἰς Α’ πρός Τιμόθεον, 2, ΕΠΕ 23, 269.
[7] Ἐπιτάφιος εἰς Μ. Βασίλειον, 21, ΕΠΕ 6, 165-167.
[8] Πρός πιστόν πατέρα, 13, ΕΠΕ 28, 531.
[9] Ὁμιλία δ’ εἰς πρός Τίτον, 2, ΕΠΕ, 24, 81.
[10] Περί παρθενίας, λε’, 1, ΕΠΕ 29, 555.
[11] Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, 2, ΕΠΕ, 7, 319.
[12] Περί παρθενίας, λε’, 1, ΕΠΕ 29, 555.
[13] Ὁμιλία κη’ εἰς Β’ πρός Κορινθίους, 2, ΕΠΕ, 20, 89.
[14] Ὅροι κατά πλάτος, Β’, 15, 3, ΕΠΕ 8, 257.
[15] Εἰς τόν α’ ψαλμόν, 2, ΕΠΕ, 5, 17.
[16] Εἰς τό “οὐδέποτε ἀφ’ ἑαυτοῦ ὁ Υἱός”, 2, ΕΠΕ 27, 579.
[17] Εἰς τό “ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος”, 4, ΕΠΕ, 7, 57.
[18] Ὁμιλία κβ’ εἰς τό κατά Ἰωάννην, 1, ΕΠΕ 13, 49.
[19] Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν, 4-5, ΕΠΕ 7, 369-375.
[20] Ὁμιλία λ’ εἰς πρός Ἑβραίους, 1, ΕΠΕ, 25, 297.
[21] Ὁμιλία ε’ εἰς τήν Α’ πρός Κορινθίους, 6, ΕΠΕ 18, 143.
[22] Ὅροι κατά πλάτος, Β’, 41, 2, ΕΠΕ 8, 363.
[23] Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν, 3, ΕΠΕ 7, 365.
[24] Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν, 6, ΕΠΕ 7, 379.
[25] Λόγος ις’, 2, ΕΠΕ 5, 325.
[26] Λόγος λβ’, 21, ΕΠΕ 2, 67.
[27] Ὁμιλία κα’ εἰς πρός Ἑβραίους, 4, ΕΠΕ 21, 263.
[28] Λόγος κθ’ (θεολογικός γ’), 21, ΕΠΕ 4, 149.
[29] Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, 2-3, ΕΠΕ 7, 323-327.
[30] Ἐπιτάφιος εἰς Μ. Βασίλειον, 21, ΕΠΕ 6, 169.
[31] Ἐπιτάφιος εἰς Μ. Βασίλειον, 11, ΕΠΕ 6, 147.
[32] Λόγος κζ’, (θεολογικός α’), ΕΠΕ 4, 33.
[33] Ἐπιτάφιος εἰς Μ. Βασίλειον, 11, ΕΠΕ 6, 147.
[34] Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, 3-6, ΕΠΕ 7, 327-345.
[35] Πρός πιστόν πατέρα, 11, ΕΠΕ 28, 513.
[36] Ἔπη εἰς ἑτέρους, ποίημα η’ πρός Σέλευκον, ΕΠΕ 11, 151.
[37] Ἐπιστολή 2 Γρηγορίῳ ἑταίρῳ, 5, ΕΠΕ 1, 69-71.
[38] Περί ἱερωσύνης λόγος 6ος, 4, ΕΠΕ 28, 271.
[39] Ὁμιλία κ’ εἰς πρός Ἐφεσίους, 8, ΕΠΕ 21, 235.
[40] Ὁμιλία β’ εἰς Α’ πρός Τιμόθεον, 1, ΕΠΕ 23, 141.
[41] Ἐπιστολή 2 Γρηγορίῳ ἑταίρῳ, 5, ΕΠΕ 1, 69-71.
[42] Ὅροι κατά πλάτος, Β’, 15, 2, ΕΠΕ 8, 257.
[43] Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, 113, ΕΠΕ 9, 143.
[44] Λόγος β’, 30-32, ΕΠΕ 1, 111-113.
[45] Ὁμιλία λ’ εἰς τό κατά Ματθαῖον, 5, ΕΠΕ 10, 329.
[46] Ὁμιλία κη’ εἰς Β’ πρός Κορινθίους, 3, ΕΠΕ 20, 95.
[47] Ὁμιλία στ’ εἰς Β’ πρός Τιμόθεον, 2, ΕΠΕ 23, 571.
[48] Περί ταπεινοφροσύνης, 7, ΕΠΕ 6, 129.
[49] Λόγος ιζ’, 10, ΕΠΕ 5, 387.
[50] Ὁμιλία β’ εἰς Α’ πρός Κορινθίους, 1, ΕΠΕ 18, 41.
[51] Ὁμιλία θ’ εἰς πρός Φιλιππησίους, 1, ΕΠΕ 21, 565.
[52] Ὁμιλία ε’ εἰς ἀνδριάντας, 7, ΕΠΕ, 32, 143.
[53] Ὁμιλία μβ’ εἰς τήν Γένεσιν, 3, ΕΠΕ 4, 23.
[54] Ὅτι ἐκ ραθυμίας ἡ κακία…, 5, ΕΠΕ 31, 125.
[55] Ὅροι κατά πλάτος, Β’, 50-51, ΕΠΕ 8, 389-391.
[56] Περί κενοδοξίας καί ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, 30, ΕΠΕ, 30, 651.
[57] Ὁμιλία εἰς τόν θ’ ψαλμόν, 7, ΕΠΕ 5, 487.
[58] Λόγος ἀσκητικός α’, 8, ΕΠΕ 8, 119.
[59] Περί τοῦ μή δημοσιεύειν τά ἁμαρτήματα, 4, ΕΠΕ 31, 261.
[60] Περί ἱερωσύνης λόγος γ’, 13, ΕΠΕ 28, 149.
[61] Εἰς τήν ἀρχήν τῶν Παροιμιῶν, 2, ΕΠΕ, 7, 363.
[62] Ὁμιλία ε’ εἰς Β’ πρός Θεσσαλονικεῖς, 5, ΕΠΕ 23, 113.
[63] Ὁμιλία ζ’ εἰς πρός Ρωμαίους, 2, ΕΠΕ 16Β, 477.
[64] Ὁμιλία ε’ εἰς Α’ πρός Τιμόθεον, 1, ΕΠΕ 23, 203.
[65] Ὁμιλία ε’ εἰς Α’ πρός Τιμόθεον, 1, ΕΠΕ 23, 203.
[66] Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, 253, ΕΠΕ 9, 305.
[67] Ἐπιτάφιος εἰς Καισάριον, 6-8, ΕΠΕ 6, 389-397.
[68] Ὁμιλία ιε’ εἰς Α’ πρός Τιμόθεον, 2, ΕΠΕ 23, 389.

ΠΗΓΗ: http://o-nekros.blogspot.de/2012/02/blog-post_01.html

---------------------------------------------------------


ΘΕΜΑ: Η διαχρονικότητα των παιδαγωγικών αρχών των τριών Ιεραρχών

Οργάνωση: Ενώσεις τ. Επιθεωρητών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπ/σης και της Ένωσης Συμβούλων και Παρέδρων του Π.Ι.
Ομιλητής: Μαρκάκης Εμμανουήλ ε.τ. Πάρεδρος Π.Ι.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Όποιος επιχειρήσει να μιλήσει για τους τρεις Ιεράρχες, βρίσκεται σε μεγάλη δυσκολία όχι τόσο σε ό,τι θα γράψει, όσο για τις επιλογές που θα κάνει για να δώσει μια επαρκή εικόνα για την πολύπλευρη δράση τους, δυσκολότερη δε είναι η σταχυολόγηση που θα διενεργήσει στο πλούσιο συγγραφικό τους έργο, που καλύπτει χιλιάδες σελίδες. Από το έργο μόνο του Ιωάννου Χρυσοστόμου σώζονται χίλιες ομιλίες και τα υπόλοιπα έργα του καλύπτουν πολλούς και ογκώδεις τόμους. Θέλοντας δε ο Ιερός Χρυσόστομος να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Αγίας Γραφής κάνει επτά χιλιάδες παραπομπές στην Παλαιά και ένδεκα χιλιάδες παραπομπές στην Καινή Διαθήκη.
Κατά τον 4ο αιώνα που έζησαν και έδρασαν οι τρεις Ιεράρχες συνέβησαν δύο κοσμοϊστορικά γεγονότα: α) η αναγνώριση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους από τον Μέγα Κωνσταντίνο και β) η υπέρβαση της αντίθεσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού από τους τρεις Ιεράρχες, οι οποίοι ξεκαθάρισαν ότι η πίστη στο Χριστό και στα δόγματα της ορθόδοξης θρησκείας δεν αντιστρατεύεται την παράδοση στις επιστήμες, στις τέχνες και στα Γράμματα που δημιούργησε το ελληνικό πνεύμα.
Οι τρεις Ιεράρχες αξιοποίησαν τον ορθό λόγο, υποτάσσοντας τον στο θείο λόγο, ώστε να καταστεί εργαλείο προάσπισης της ορθόδοξης πίστης, μετατρέποντας έτσι την ελληνική παιδεία σε θεραπαινίδα της κατά Χριστόν μόρφωσης του ανθρώπου. Οι 3 Ιεράρχες μετά τις σπουδές τους στις φιλοσοφικές σχολές στην Αθήνα για τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο τον Ναζιανζινό και στην Αντιόχεια για τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ασχολήθηκαν στα πρώτα τους βήματα με την ρητορική για προάσπιση των πτωχών και των αδυνάτων.
Η τέχνη της ρητορικής επιτάσσει τον αναλυτικό λόγο,την έρευνα των αιτίων, την τεκμηρίωση των ισχυρισμών, αλλά και τη συγκροτημένη πειστική και κομψή έκφραση των απόψεων και των θέσεών του ομιλητή. Η ρητορική χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για την καταπολέμηση των αιρέσεων και τη στήριξη της ορθόδοξης πίστης. Ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης και ο Δημοσθένης αποτέλεσαν παραδείγματα και πηγές έμπνευσης για τους τρεις Ιεράρχες.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Οι παιδαγωγικές αρχές των τριών Ιεραρχών αποτυπώνονται στα περισσότερα έργα τους,αλλά ιδιαίτερα στις γνωστές διατριβές α) του Μεγάλου Βασιλείου: Πρός τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων β) του Ιωάννου του Χρυσοστόμου: Περί κενοδοξίας και όπως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα.
Οι παραγωγικές αρχές των τριών Ιεραρχών αναφέρονται στην πολυδιάστατη και όχι στη μονόπλευρη αγωγή με ιδιαίτερη έμφαση στην ανθρωπιστική διάσταση της παιδείας και την ψυχική καλλιέργεια και όχι μόνο στη συσσώρευση γνώσεων Το παράδειγμα των γονέων και των δασκάλων με την προβολή τους ως προτύπων είναι ισχυρότερα από τη προφορική διδασκαλία. Η ανάπτυξη των διαπροσωπικών σχέσεων συμβάλλει στην αποτελεσματική διδασκαλία με τη δύναμη της αμφίδρομης αγάπης μεταξύ διδασκόντων και μαθητών. Η ευχάριστη παιδαγωγική ατμόσφαιρα διευκολύνει τη μάθηση με τη συμμετοχή των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία. Η κατάλληλη επιλογή της ύλης που να είναι ανάλογη με το γνωστικό επίπεδο των μαθητών με την ενεργό συμμετοχή, τους οδηγούν στο σχηματισμό αυτόνομης προσωπικότητας ικανής να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, επιλέγοντας το κατάλληλο επάγγελμα. Τελικός σκοπός της αγωγής κατά τους τρεις Ιεράρχες είναι η σύνθεση της ελληνικής πνευματικής παράδοσης με τα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας και είναι αυτό που αποκαλούμε σήμερα ελληνο-χριστιανική αγωγή.
Για να τεκμηριώσουμε τις θέσεις αυτές των τριών Ιεραρχών θα παραθέσουμε μερικές ενότητες με την σταχυολόγηση των έργων τους:
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ
Κατά τον Μέγα Βασίλειον ο δάσκαλος οφείλει να είναι νόμος έμψυχος και κανών αρετής. Σύμφωνα με τον Γρηγόριον τον Θεολόγον ο δάσκαλος διδάσκει και καθοδηγεί περισσότερον με τα έργα παρά με τα λόγια: Άφωνον έργον κρείσσον απράκτου λόγου και συνεχίζει λέγοντας: ή μη δίδασκε ή δίδασκε δια του παραδείγματός σου,αλλιώς ότι κτίζεις με το δεξί σου χέρι το γκρεμίζει το αριστερό, για να καταλήξει με την αποστροφή: μισώ διδάγματα οις εναντίος λόγος. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρεί ότι η ζωή και η πράξη του δασκάλου και όχι η απλή διδασκαλία είναι που οδηγεί την Παιδεία, δεχόμενος ότι τον παιδεύοντα ου των ρημάτων μόνον, αλλά και δια πραγμάτων παιδεύειν χρη.
ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ
Ο Μέγας Βασίλειος προτρέπει τους νέους να μελετούν επιλεκτικά τους Έλληνες ποιητές και φιλοσόφους αναφέροντας το παράδειγμα του κηπουρού: Καθάπερ της ροδωνιάς του άνθους δρεψάμενος τας ακάνθας εκκλίνομεν ούτω και επί των τοιούτων λόγων χρήσιμον καρπωσάμενοι, το βλαβερόν απορρίψωμεν. Τους καλεί επίσης να συναναστρέφονται και τους θύραθεν ποιητές και φιλοσόφους λέγοντας: και ποηταίς και λογοποιοίς και ρήτορσι και πάσιν ανθρώποις ομιλητέον, όθεν αν μέλλη προς την της ψυχής επιμέλειαν, ωφέλειαν τις έσεσθαι.
ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΑΓΑΠΗ-ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θέτει ως βάση της παιδείας την αμφίδρομη αγάπη δασκάλου και μαθητή λέγοντας: Ουδέν γαρ ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν ως το φιλείν και φιλείσθαι, θεωρώντας ότι η άνθιση των διαπροσωπικών σχέσεων τίθεται ως προϋπόθεση για την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων. Έθεσε έτσι τις βάσεις μιας προσωποκεντρικής αντιμετώπισης της διδασκαλίας, θεμελιώνοντας την παιδαγωγική του προσώπου, που εδράζεται στην ανάπτυξη των διαπροσωπικών σχέσεων.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ
Κατά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομον η αποφυγή ψόγου,η συνεχής ενθάρρυνση και ο έπαινος συντελούν στη δημιουργία ευχάριστης παιδαγωγικής ατμόσφαιρας που διευκολύνει την μάθηση: Θαυμαστός διδασκαλίας νόμος, μη μόνον επιτιμάν, αλλά και παρακαλείν και παραμυθείσθαι,κατά συνέπεια ο λόγος του δασκάλου πρέπει να είναι λόγος που διδάσκει παρά ελέγχει, που βάζει σε τάξη παρά που διαπομπεύει: ου γαρ εστίν ύβρεως αφορητότερον και μάλιστα δύναται δάκνειν ανθρώπινην ψυχήν.
Πρωτοποριακή για την εποχή του είναι και η ιδέα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου για την εμπλοκή παιδαγωγού και παιδαγωγούμενου στη διαδικασία της μάθησης, θεωρώντας ότι το ήμισυ της διαδικασίας συντελείται από την αυτενέργεια των μαθητών: Ου των διδασκάλων εστί το παν, αλλ΄ει μη το πλέον, το γουν ήμισυ των μαθητών.
Ο Μέγας Βασίλειος υποστηρίζει το θετικό κλίμα στην απόδοση της διδασκαλίας λέγοντας: Βίαιον μεν μάθημα ου πέφυκεν παραμένειν, τα δε μετά τέρψεως και χάριτος εισδυόμενα μονιμότερα πως ταις ψυχαίς ημών ενιζάνει.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΩΣ ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
Η αγωγή των παιδιών και των νέων προσομοιάζει με την εργασία των καλλιτεχνών κατά τους τρείς Ιεράρχες. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει σχετικά με τη διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου: Αύτη μοι φαίνεται είναι τέχνη των τεχνών και επιστήμη των επιστημών, άνθρωπον άγειν το ποικιλότατον ζώον και πολυτροπότατον, ο δε Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρεί ότι η κλιμάκωση της αγωγής πρέπει να είναι συνεχής και προσεγμένη όπως το έργο των ζωγράφων και των γλυπτών, όπως εκεί έτσι και εδώ σκοπός είναι η κατασκευή ενός καλλιτεχνήματος. Επί πλέον θεωρεί ότι δεν υπάρχει άλλη καλλιτεχνική δημιουργία πιο μεγάλη από την αγωγή, γιατί με τι άλλο μπορεί να συγκριθεί η διάπλαση της ψυχής και της διάνοιας του ανθρώπου.
ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος συνιστά στους παιδαγωγούς να επιζητούν τη μάθηση και τη σοφία λέγοντας. Σοφισθείναι και ούτω σοφίσαι,γενέσθαι φως και φωτίσαι, εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους, αγιασθήναι και αγιάσαι, θεωρώντας ότι ο δάσκαλος πρέπει να μορφώνεται καθημερινά και ύστερα να μορφώνει τους άλλους.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι βασικές αρχές της ανθρωπιστικής παιδείας των κλασικών χρόνων χρειάζεται και σήμερα που η τεχνοκρατική,μεταμοντέρνα και μεταβιομηχανική κοινωνία προτάσσει τη συγκέντρωση πλούτου,έναντι της μόρφωσης και της καλλιέργειας της ψυχής, και σήμερα χρειαζόμαστε τον ορθολογισμό του Αριστοτέλη, την αντικειμενικότητα του Θουκυδίδη και την αυστηρότητα του Δημοσθένη για να αναλύσουμε τον κόσμο, να τον κατανοήσουμε και να έχουμε την τόλμη να τον διορθώσουμε. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι με τις επιλογές των τριών Ιεραρχών στήριξαν τη χριστιανική πίστη και λειτούργησαν ως ανάχωμα στις επιθέσεις των αιρέσεων.
Οι ιερομόναχοι κλεισμένοι τα κελιά τους κατά την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας αντέγραφαν με προσοχή και επιμονή όλα τα έργα των αρχαίων Ελλήνων ποιητών και φιλοσόφων, συντελώντας στη διάσωσή τους, θεωρώντας τα συναφή με τα δόγματα της χριστιανικής διδασκαλίας. Η εμπιστοσύνη και η συγγένεια των αρχαίων διδαχών με τις βασικές αρχές του χριστιανισμού, οδήγησε πολλές φορές σε τοιχογραφίες των φιλοσόφων στους παλαιούς χριστιανικούς ναούς, όπως είναι η ιερά μονή των Φιλανθρωπινών στο νησάκι της λίμνης των Ιωαννίνων, όπου στο δυτικό τοίχο του εξωνάρθηκα εικονίζονται επτά φιλόσοφοι και σοφοί της αρχαιότητας: Ο Πλάτων, Σόλων ο Αθηναίος, Θουκυδίδης, Πλούταρχος, Αριστοτέλης, Απολλώνιος Τυανεύς και Χίλων ο Λακεδαιμόνιος.
Η συμβολή των τριών Ιεραρχών στη στήριξη της χριστιανικής θρησκείας και στη σύνδεσή της με την αρχαία ελληνική διανόηση είναι διεθνώς αναγνωρισμένη και σε μας επίσημα εορταζόμενη σήμερα, από του νυν και έως τους αιώνας, αμήν!
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Αργυρόπουλος Α. Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών, Αθήνα 2009
  • Γιανναράς Χ. Το αλφαβητάρι της πίστης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1983
  • Νικολαϊδης Α. Η κρίση υπό το φως της διδασκαλίας των Τριών Ιεραρχών εκδ. Γρηγόρης 2015
  • Κογκούλης Ι. Η διαπροσωπική εμπιστοσύνη στην Παιδαγωγική επικοινωνία διδάσκοντος και διδασκομένου και οι Τρεις Ιεράρχες, Θεσ/κη 1999
  • Μπαμπινιώτης Γ. Γλώσσα και Παιδεία στους 3 Ιεράρχες, Πανεπ. Κύπρου Λευκωσία 2004
  • Μέγας Βασίλειος. Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών οφελοίντο λόγων
  • Χρυσόστομος Ι. Περί κενοδοξίας και όπως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα
  • iorhodoxitheologia blogspot.gr παιδαγωγικά άρθρα. Θέμα: Η συμβολή των τριών Ιεραρχών στα προβλήματα της σημερινής Παιδείας.


------------------------------------------------


Βίος Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 μ.Χ. στην Αριανζό, κωμόπολη της Καππαδοκίας, από τον Γρηγόριο, επίσκοπο Ναζιανζού (1η Ιανουαρίου) και την Νόννα (5 Αυγούστου). Έχει δύο αδέρφια: τον Καισάρειο (βλέπε 9 Μαρτίου) και τη πασίγνωστη για την ευσέβειά της αδερφή Γοργονία (βλέπε 23 Φεβρουαρίου).

Στη Ναζιανζό, διδάσκεται τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ενώ τη μέση στη Καισάρεια, όπου γνωρίζεται με το συμμαθητή του Μέγα Βασίλειο (βλέπε 1 Ιανουαρίου). Έπειτα, πηγαίνει κοντά σε περίφημους διδασκάλους της ρητορικής στη Παλαιστίνη και στην Αλεξάνδρεια και, τέλος, στα Πανεπιστήμια της Αθήνας. Οι σπουδές του διήρκεσαν 13 ολόκληρα χρόνια (από 17 έως 30 ετών).

Μετά τις σπουδές στην Αθήνα ο Γρηγόριος επιστρέφει στη πατρίδα του μονολότι του πρόσφεραν έδρα Καθηγητή Πανεπιστημίου. Εκεί, ο πατέρας του, επίσκοπος Ναζιανζού, τον χειροτονεί πρεσβύτερο. Αλλά ο Άγιος Γρηγόριος προτιμά την ησυχία του αναχωρητηρίου στο Πόντο, κοντά στο φίλο του Βασίλειο, για περισσότερη άσκηση στη πνευματική ζωή.

Μετά, όμως, από θερμές παρακλήσεις των δικών του, επιστρέφει στην πατρίδα του και μπαίνει στην ενεργό δράση της Εκκλησίας. Στα 43 του χρόνια ο Θεός τον ανύψωσε στο επισκοπικό αξίωμα. Έδρα του ορίστηκε η περιοχή των Σασίμων την οποία ποτέ δεν ποίμανε λόγω των Αρειανών κατοίκων της.

Όμως, ο θάνατος έρχεται να πληγώσει τη ψυχή του, με αλλεπάλληλους θανάτους συγγενικών προσώπων. Πρώτα του αδερφού του Καισαρείου, έπειτα της αδερφής του Γοργονίας, μετά του πατέρα του και, τέλος, της μητέρας του Νόννας. Μετά απ’ αυτές τις θλίψεις, η θεία Πρόνοια τον φέρνει στην Κωνσταντινούπολη (378 μ.Χ.), όπου υπερασπίζεται με καταπληκτικό τρόπο την Ορθοδοξία και χτυπά καίρια τους Αρειανούς, που είχαν πλημμυρίσει την Κωνσταντινούπολη.

Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Όλοι οι ναοί της Βασιλεύουσας ήταν στα χέρια των αιρετικών. Όμως ο Άγιος δεν απελπίζεται. Μετατρέπει ένα δωμάτιο στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν σε ναό και του δίνει συμβολικό όνομα. Ονομάζει το ναό Αγία Αναστασία δείγμα ότι πίστευε στην ανάσταση της Ορθόδοξης Πίστης.

Οι αγώνες είναι επικίνδυνοι. Οι αιρετικοί ανεβασμένοι πάνω στις σκεπές των σπιτιών του πετούν πέτρες και έτσι ο Άγιος Γρηγόριος δοκιμάζεται πολύ. Στο ναό της Αγίας Αναστασίας εκφωνεί τους περίφημους πέντε θεολογικούς λόγους που του έδωσαν δίκαια τον τίτλο του Θεολόγου.

Μετά το σκληρό αυτό αγώνα, ο Μέγας Θεοδόσιος τον αναδεικνύει Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (381 μ.Χ.). Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος τον αναγνώρισε ως Πρόεδρό της. Όμως μια μερίδα επισκόπων τον αντιπολιτεύεται για ευτελή λόγο. Τότε ο Γρηγόριος, αηδιασμένος, δηλώνει τη παραίτησή του, αναχωρεί στη γενέτειρά του Αριανζό και τελειώνει με ειρήνη τη ζωή του, το 390 μ.Χ.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φιλοσοφημένα 408 ποιήματά του 18.000 περίπου στίχων. Είναι από τα μεγαλύτερα πνεύματα του Χριστιανισμού και από τους λαμπρότερους αθλητές της ορθόδοξης πίστης.

Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, στο Άγιο Όρος ενώ το ιερό σκήνωμα του φυλάσσετε στον ομώνυμο Ναό του στην Νέα Καρβάλη.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον
Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τάς συμπλοκάς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν, ἐξυφανθέντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐστόλισας, ὅν καί φοροῦσα, σύν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· Χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.


-------------------------------------------


Ο άγιος Γρηγόριος και η συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου

Πασίγνωστο απόσπασμα από ομιλία που εκφωνήθηκε στην ΚΠολη ενώπιον του αυτοκράτορα Μ. Θεοδοσίου και πολλών αρχόντων, με αφορμή την ανισότητα κατά των γυναικών στη νομοθεσία (το παίρνουμε από τη μελέτη Η θέση της Γυναίκας στο χριστιανισμό):
«Δε δέχομαι αυτή τη νομοθεσία, δεν επαινώ την (κοινωνική) συνήθεια. Οι νομοθέτες ήταν άνδρες, γι’ αυτό η νομοθεσία είναι κατά των γυναικών. Γι’ αυτό και δώσανε τα παιδιά στην εξουσία του πατέρα, αφήνοντας χωρίς φροντίδα το ασθενέστερο [σ.σ.: τη μητέρα ίσως εννοεί].
Ο Θεός όμως δε φέρθηκε έτσι, αλλά (είπε) “τίμα τον πατέρα  σου και τη μητέρα σου, για να ζήσεις καλά”, που είναι η πρώτη εντολή στην παλαιά διαθήκη. […]Βλέπετε την ισότητα της νομοθεσίας. Ένας δημιουργός του άντρα και της γυναίκας, ένα χώμα και οι δυο, μία εικόνα (του Θεού), ένας νόμος, ένας θάνατος, μία ανάσταση. Ομοίως, γίναμε και από άντρα και από γυναίκα. Ένα χρέος οφείλεται από τα παιδιά στους γονείς. Πώς λοιπόν εσύ απαιτείς σωφροσύνη (συζυγική πίστη) από τη γυναίκα σου, ενώ ο ίδιος δεν την προσφέρεις; Πώς ζητάς χωρίς να δίνεις; Πώς νομοθετείς άνισα για σώμα ισότιμο με το δικό σου;
Αν εξετάζεις τα χειρότερα, δες: αμάρτησε η γυναίκα (Εύα), το ίδιο και ο Αδάμ. Και τους δύο τους εξαπάτησε ο όφης. Δε βρέθηκε ο ένας πιο αδύναμος και ο άλλος πιο δυνατός. Αλλά εξετάζεις τα καλύτερα; Και τους δύο τους σώζει ο Χριστός με τα πάθη του. Έγινε άνθρωπος για τον άνδρα; Το ίδιο και για τη γυναίκα… Λέγεται ότι προέρχεται [ο Χριστός] από το σπέρμα Δαβίδ. Νομίζεις ενδεχομένως ότι με αυτό τιμάται ο άντρας; Γεννάται όμως από την Παρθένο και αυτό είναι υπέρ των γυναικών» (Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΖ΄, 6-7).

Εδώ, εκτός από το προφανές (την υπεράσπιστη της γυναίκας),  φαίνεται και ότι: 
α) Ο άγιος θεωρεί τους νόμους προϊόν κοινωνικών συνθηκών και όχι κάτι με «θεϊκή αυθεντία», κάτι που η «φωτισμένη» Δύση «ανακάλυψε» μόλις περί το 17οαιώνα.
β) "Δε δέχομαι τη νομοθεσία" γράφει. Ο άγιος θεωρεί άκυρο το νόμο που θίγει τα δικαιώματα (κατ' αυτόν αυτονόητα) ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων, όπως εν προκειμένω των γυναικών. Με άλλα λόγια, θέτει θέμα "συνταγματικότητας των νόμων": ενός υπερνομικού κριτηρίου, που θα καθορίζει αν ένας νόμος είναι ηθικός - άρα έγκυρος - ή όχι!
Το κριτήριο αυτό, προφανώς, γι' αυτόν είναι το ευαγγέλιο. Είναι αρκετό, αν το γνωρίζεις καλά, γιατί εκεί ο άνθρωπος φτάνει στην κορυφή της καταξίωσής του από τον ίδιο το Θεό, που γίνεται άνθρωπος.

ΠΗΓΗ: http://o-nekros.blogspot.gr/2012/01/25.html


----------------------



Ο ασυμβίβαστος: άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


Νιώθω την απουσία του, όπως και πολλών άλλων, παρόλο που και σήμερα δε λείπουν οι σωστοί ιερείς και επίσκοποι. Κύριε, παρακαλώ, στείλε μας ένα Χρυσόστομο, να κρατηθούμε...
Με την ευκαιρία της γιορτής του (13 Νοέμβρη), ανεβάζω τη βιογραφία του από ένα εξαιρετικό εκτενές αφιέρωμα στη Βικιπαίδεια.


Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γνωστός και ως Ιωάννης της Αντιόχειας, είναι Άγιος, Πατέρας και ιεράρχης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας μεταξύ 344 και 354. Έδρασε στην ίδια πόλη, αλλά και την Κωνσταντινούπολη και τελικά εκοιμήθη εκδιωγμένος από την αυτοκρατορική αυλή το 407, λόγω του αυστηρού ελέγχου που της ασκούσε. Ο ίδιος συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, ένεκα του αξεπέραστου χαρίσματός του στην ομιλία. Διετέλεσε επίσης επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, όπου διακρίθηκε για το σπουδαίο ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο που διενήργησε. Τελικά αναδείχτηκε ως ένας από τους πλέον λαοφιλείς ιεράρχες, γι' αυτό και σήμερα θεωρείται άγιος από τηνΛουθηρανική και την Αγγλικανική εκκλησία, ενώ κατατάσσεται στους μεγάλους πατέρες της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας, αφήνοντας πίσω σπουδαίο, ανεκτίμητο και διαχρονικό συγγραφικό έργο, που αγκαλιάζει όλο το φάσμα των ποιμαντικών και θεολογικών ζητημάτων της εκκλησίας.

Η μόρφωση του Χρυσοστόμου


Γεννήθηκε στην Αντιόχεια μεταξύ 344 και 354, με πιθανότερη ημερομηνία κοντά στο 349. Γονείς του ήταν ο στρατηγός Σεκούνδος και μητέρα του η Ανθούσα. Η μητέρα του μάλιστα χήρεψε μόλις στα 20 της χρόνια, όταν ο Ιωάννης ήταν μόλις λίγων μηνών, ήταν δε γυναίκα που ξεχώριζε για το ζήλο που επεδείκνυε για την ανατροφή του Ιωάννη, ώστε πολλοί αξιοσέβαστοι άνδρες της εποχής, όπως ο Λιβάνιος[1], εξήραν το ήθος της [σημ. του blog μας: για την αγία Ανθούσα δες αναλυτικά εδώ (απόσπασμα μελέτης για τις μητέρες των Τριών Ιεραρχών). Και σχετικό βιβλίο εδώ].
Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε από την ίδια. Εν συνεχεία σπούδασε στη σχολή του Λιβάνιου, δάσκαλου και πολυγραφότατου συγγραφέα, στην Αντιόχεια ρητορική και του Ανδραγαθίου φιλοσοφία. Από την εποχή αυτή μάλιστα διαφάνηκε το ταλέντο της ρητορικής του ικανότητος σε σημείο ο δάσκαλός του Λιβάνιος, να θελήσει να τον κάνει συνεχιστή του έργου του στη σχολή. Η χριστιανική του ανατροφή όμως εμπόδιζε τα σχέδιά του. Επίσης ακολούθησε θεολογικές σπουδές δίπλα στον Καρτέριο και το Διόδωρο Ταρσού, στο λεγόμενοΑσκητήριο, τη μεγάλη θεολογική σχολή της Αντιόχειας, ενώ σπούδασε και ως συνήγορος, εξασκώντας το επάγγελμα για λίγους μήνες. Εν τέλει εγκατέλειψε την δικηγορία και βαπτίστηκε Χριστιανός και σύντομα, όταν έφυγε από τη ζωή η μητέρα του (372 μ.Χ.), αποφάσισε να αποσυρθεί από την κοσμική ζωή ακολουθώντας το μοναχισμό.

Το έργο του στην Αντιόχεια

 



H Αντιόχεια. Χάρτης του 1135 μ.Χ.

Ο Χρυσόστομος το 371 χειροθετήθηκε αναγνώστης, ξεκινώντας διδακτικό και κατηχητικό έργο, το οποίο μας δείχνει τη γνώση που ήδη είχε πάνω στις γραφές. Εν συνεχεία θα διάγει έξι χρόνια μοναστικής ζωής στην Αντιόχεια και συγκεκριμένα στην περιοχή του Σιλπίου (4 δίπλα σε γέροντα ασκητή και 2 μόνος του, σε σπήλαιο), όπου θα μυηθεί στο μοναχικό ιδεώδες και τη νηπτική ζωή, πριν επιστρέψει και πάλι στην πόλη της Αντιόχειας. Η ζωή του αυτή την εποχή χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τον Παλλάδιο, από σκληρή άσκηση. Τρεφόταν και κοιμόταν ελάχιστα, σκληραγωγείτο, ζώντας βίο φιλοπονίας[2], προσευχόμενος και μελετώντας κάτω από αντίξοες συνθήκες, με αποτέλεσμα να κλονιστεί σοβαρά η υγεία του[3]. Κατά την επιστροφή του, το 381, χειροτονείται διάκονοςαπό τον αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο και το 386 πρεσβύτερος από το διάδοχό του, Φλαβιανό, μέχρι και το 397, όταν και του προτάθηκε η θέση του επισκόπου. Η φήμη για το ζήλο και την ευγλωττία του, τον έκανε γρήγορα γνωστό στην Αυτοκρατορία, φθάνοντας μέχρι και την Αυλή του αυτοκράτορα, γεγονός που τον οδήγησε τελικά και στη θέση του ΑρχιεπισκόπουΚωνσταντινουπόλεως.
Ως πρεσβύτερος ήδη αρχίζει να αναπτύσσει έντονη συγγραφική και ποιμαντική δράση, με σκοπό να καταπολεμήσει τους αιρετικούς της εποχής (Αρειανούς, ευνομοιανούς), τους Ιουδαίους οι οποίοι προσεταιρίζονταν τους Χριστιανούς, τους πλούσιους και τους φορείς που ήταν υπεύθυνοι για την ηθική παρακμή της πόλεως. Ιδρύει επίσης ευαγή ιδρύματα, όπως πτωχοκομεία και γηροκομεία και καθιερώνει συσσίτιο. Η φήμη για την ρητορική και ποιμαντική του ικανότητα εκτοξεύεται το 387[4], όταν μετά από στάση των Αντιόχεων κατά του βασιλέως, επιτυγχάνει να οδηγήσει τον Αρκάδιο σε ήπια αντίδραση κατά των στασιαστών και του λαού της περιοχής. Η αγάπη και ο σεβασμός μάλιστα προς το πρόσωπο του Χρυσοστόμου ήταν τόση, ώστε όταν προτάθηκε για την επισκοπή στηνΚωνσταντινούπολη, προετοιμάστηκε κατάλληλο σχέδιο ώστε να μην προκληθούν αντιδράσεις από το λαό της Αντιόχειας[5].

 

Εκλογή στον επισκοπικό θρόνο


Το έργο που ανέπτυξε ήταν πολυσχιδές και περιελάμβανε έντονη κηρυκτική, αντιαιρετική, φιλανθρωπική, συγγραφική και κοινωνική δράση. Η ρητορική του δεινότητα σαγηνεύει τα πλήθη, χριστιανούς και μη, ενώ η φήμη του φθάνει ως τα αυτιά της Αυτοκρατορικής αυλής. Το 397, οπότε και πεθαίνει ο ΑρχιεπίσκοποςΚωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος, οι άνθρωποι της Αυλής τον φέρνουν στην Κωνσταντινούπολη για να διαδεχθεί το Νεκτάριο. Μάλιστα την υποψηφιότητά του την στήριξε ο ίδιος ο αυτοκράτορας, μετά από υπόδειξη του πανίσχυρου και σκανδαλοποιού ευνούχου Ευτροπίου, ο οποίος τον είχε γνωρίσει και είχε εντυπωσιαστεί από τις ικανότητές του. Έτσι το Φεβρουάριο του 398, με σύμφωνη γνώμη κλήρου και λαού, χειροτονείται Αρχιεπίσκοπος από τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας, παρότι ο ίδιος διατίθετο εχθρικά σε βάρος του Ιωάννη, καθότι ήθελε να επιβάλει δικό του επίσκοπο[6].

 

Το έργο του στην Κωνσταντινούπολη


Από τη νέα θέση ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναπτύσσει ευρύτατο ποιμαντικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο. Κύριο μέλημα του είναι η ηθική καλλιέργεια του ποιμνίου, όμως δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό, αλλά ιδρύει και σειρά ευαγών ιδρυμάτων με σκοπό την ανακούφιση των φτωχών, ορφανών, ξένων και αρρώστων. Οργανώνει ημερήσιο συσσίτιο με το οποίο θρέφει 7000 απόρους της Πόλης. Καταργεί κάθε πολυτέλεια στην εκκλησία, περιορίζει στο ελάχιστο τα έξοδα διατροφής του κλήρου, εκποιεί διάφορα πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή που δεν ήταν απαραίτητα και δίνει τα χρήματα σε έργα αγάπης. Επιπρόσθετα ως γνήσιος διάδοχος των Αποστόλων και ως άριστος πνευματικός επιτελάρχης οργάνωσε ιεραποστολές στην Περσία, την Κελτική, την Φοινίκη,τη Σκυθία και την Γοτθία.
Αυτό όμως που αποτελεί μεγάλο του προσόν, είναι το άφθαστο χάρισμα του λόγου. Στο πρόσωπο του η χριστιανική ρητορική τέχνη επρόκειτο να βρει τον μεγαλύτερο θεράποντα της. Μιλάει στις περίφημες ομιλίες του για το λόγο του Ευαγγελίου, τη μετάνοια, τη μεταστροφή στο Θεό. Θεολογεί, εμβαθύνει στα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και στα καθημερινά προβλήματα της κοινωνίας. Κοινωνιολογεί, ψυχολογεί και ηθικολογεί. Στηλιτεύει την ανηθικότητα και τη διαφθορά, καταγγέλλει την κοινωνική αδικία, στιγματίζει τη σπατάλη, την επίδειξη των πλουσίων και των αρχόντων, καταδικάζει τις αυθαιρεσίες του πολιτικού συστήματος, στρέφεται σε βάρος του διεφθαρμένου κλήρου, πάντα με παρρησία και χωρίς να κατονομάζει ώστε να μην κηλιδώνονται προσωπικότητες αλλά να στιγματίζονται οι πράξεις. Στέκεται δίπλα στους αδυνάτους, τους ταπεινούς, τους αδικημένους, τους απλούς καθημερινούς ανώνυμους συνανθρώπους του, που η υπεροψία και η αδικία των δυνατών συχνά καταδυνάστευε.
Ο ίδιος υπήρξε θερμός ζηλωτής της Χριστιανικής πίστεως, αυστηρός ασκητής στην προσωπική του ζωή, υπόδειγμα θυσίας και αυταπαρνήσεων. Αυτό ήταν που τον οδήγησε στο να μη δύναται να ανεχθεί παρουσία ιδιοτελών ανθρώπων στην Εκκλησία και σκανδαλοποιών κληρικών. Αυτό ήταν που τον έφερε σε ρήξη και με μεγάλο μέρος του κλήρου, που δεν άντεχε την σκληρή κριτική του μεγάλου αυτού άνδρα. Ο Ιωάννης αγωνίστηκε για την εξυγίανση των εκκλησιαστικών πραγμάτων που βρισκόταν τότε σε μεγάλη κατάπτωση και διαφθορά. 
Έλαβε δραστικά μέτρα εναντίον: α) των «βαλαντιοσκόπων», των κληρικών δηλαδή εκείνων που πλούτιζαν από την ιερατική τους ιδιότητα, β) των «κολάκων και παρασίτων», όσων κληρικών δηλαδή απολάμβαναν την κοσμική ζωή, γ) των «κοιλιοδούλων», όσων δηλαδή ζούσαν αργόσχολα, με έμφαση στις απολαύσεις και δ) εκείνων που ζούσαν με «συνεισάκτους», δηλαδή τους μοναχούς ή επισκόπους που συζούσαν με τις θεωρούμενες «αδελφές» τους. Έλαβε μέτρα, επίσης, για την ηθική κάθαρση των ταγμάτων των χηρών και των διακονισσών. Έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην καθαρότητα του βίου και ήταν αμείλικτος με τους ιερείς, διακόνους και μοναχούς που αποδεικνύονταν ανάξιοι, ενώ τους αδιόρθωτους τους απέβαλε παντελώς από τις τάξεις του κλήρου. Μάλιστα, δεν δίστασε να καταργήσει 13 επισκόπους ως «σιμωνιακούς» και ανάξιους και να τους αντικαταστήσει με ικανούς και ευσεβείς, υποστηρίζοντας ότι «εάν ο κλήρος που είναι το άλας της γης, παρουσιάζει έκλυτο βίο, πώς θα ζητήσουμε από το ποίμνιο να ζει άγιο και κατά Χριστόν βίο;»

 

Οι διωγμοί του Χρυσοστόμου


Μπορεί να κατέκτησε τις καρδιές του λαού, σύντομα όμως προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων εκ μέρους εκείνων που θίγονταν από το ελεγκτικό του κήρυγμα. Έτσι δημιουργήθηκε ένα έντονο και ασφυκτικό αντι-Χρυσοστομικό κλίμα. Ιδιαίτερα δε, εξόργισε το περιβάλλον της Αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Το αποκορύφωμα ώστε να ανάψει η θρυαλλίδα της συσσωρευμένης αντιπάθειας σε βάρος του, τόσο εκ μέρους των αρχόντων και πολιτικών, όσο και των εκκλησιαστικών παραγόντων της εποχής, ήταν ο έλεγχος στην Αυτοκράτειρα Ευδοξία, η οποία παρανόμως οικειοποιήθηκε το χωράφι μιας φτωχής χήρας[7]. Επιπρόσθετα διάφορες τάξεις οι οποίες θίγονταν από το κήρυγμά του, έψαχναν αφορμές, διαρκώς να συκοφαντήσουν τον επίσκοπο, αλλά και να διατυμπανίζουν στην Αυλή, αυτή την υποβόσκουσα δυσαρέσκεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του γεγονότος αυτού ήταν η ανέγερση ενός λεπροκομείου και η επίθεση που δέχτηκε από τη νομενκλατούρα της Πόλεως, εξαιτίας της οικονομικής ζημίας που θα απολάμβαναν τα κτήματά τους[8]. Επίσης πολλοί ήταν εκείνοι που αποσκοπούσαν στο θρόνο του. Πρωτεργάτες της δυσαρέσκειας υπήρξαν οΕυτρόπιος και ο Γάιος που ήταν αρχηγός των Γότθων στην Κωνσταντινούπολη, ενώ από εκκλησιαστικής πλευράς, ο Σεβηριανός Γαβάλων, ο Ακάκιος Βεροίας και ο Αντίοχος Πτολεμαΐδας.
Ο κορυφαίος όμως διώκτης του Αγίου ο οποίος συνύφανε τις σαθρές κατηγορίες σε βάρος του και συνήσπισε τους αντιχρυσοστομιστές για να τον αποπέμψουν, ήταν ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας. Ο Θεόφιλος ήταν αυτός ο οποίος κατάφερε να πείσει την Αυτοκράτειρα, ότι όταν ο Ιωάννης αναφερόταν σε ομιλίες στην Ιεζάβελ, φωτογράφιζε αυτή, κάτι που συνεπάγετο ενοχή για εσχάτη προδοσία[9]. Δηλαδή είχε ως στόχο, όχι μόνο την απομάκρυνσή του αλλά και την εξόντωσή του. Τελικά συνήλθε σύνοδος παρωδία[10], στην οποία παρευρέθησαν οι μισοί Επίσκοποι και τον εξόρισαν. Ο ίδιος μάλιστα δεν παρέστη, ενώ ανάμεσα στους κατηγόρους, ήταν και κληρικοί που είχαν αποπεμφθεί λόγω σιμωνίας. Προεξάρχων ήταν ο Θεόφιλος, κατηγορούμενος επίσης για αντιεκκλησιαστική συμπεριφορά[11], για την οποία ποτέ δεν δικάσθηκε.
Σύντομα, όμως, ο Ιωάννης επανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο λόγω του φόβου που προκάλεσε στην αυλή η αντίδραση του λαού, ενός μεγάλου κακού στο οικογενειακό περιβάλλον της Ευδοξίας και συνάμα ενός σεισμού, που συνέβη, ενώ ο Ιωάννης ταξίδευε για τη εξορία, που εξελήφθη ως θεϊκό σημείο. Μετά από λίγο ήρθε και η ώρα της δεύτερης και μόνιμης εξορίας, του Αγίου. Αυτό συνέβη διότι ο Ιωάννης και πάλι δεν έπαψε το φλογερό κήρυγμα του. Υπήρξε ασυμβίβαστος προς τη ανηθικότητα, την ειδωλολατρεία, τον κοσμικό έκλυτο βίο. Αποκορύφωμα υπήρξε η νέα δριμεία κριτική που άσκησε ο Χρυσόστομος στην Ευδοξία για ένα άγαλμα της, το οποίο ανήγειρε στον περίβολο του ναού της Αγίας Σοφίας, στο οποίο τελούνταν και διάφορες Διονυσιακού τύπου εκδηλώσεις. Αυτή τη φορά, πάλι σύμφωνα με τους αντιπάλους του, εκφώνησε λόγους όπου αποκαλούσε την Ευδοξία Ηρωδιάδα[12], κάτι που τον έθεσε άμεσα στο στόχαστρο της αυτοκράτειρας, που τον εξόρισε οριστικά, με τη βοήθεια της συνόδου. Ο Ιωάννης όμως αρνήθηκε να φύγει παρά τη θέλησή του Αρκαδίου. Μάλιστα τις παραμονές της οριστικής του εξορίας, αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν δύο φορές[13]. Όμως ούτε και τότε τελείωσε ο διωγμός του. Αυτό φάνηκε από τα γεγονότα του Πάσχα του 404, όταν το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου μετά από ψευδή καταγγελία του Θεοφίλου στον Αρκάδιο, οι στρατιώτες του αυτοκράτορα επιτέθηκαν την ώρα της Λειτουργίας στο συναχθέν πλήθος, με την αιτιολογία ότι ήταν σύναξη οπαδών του Χρυσοστόμου. Ακολούθησαν βαρβαρότητες εκείνη την νύχτα καθώς και την επόμενη ημέρα από το στρατό και τους υπερασπιστές του Ιωάννη, που αποκλήθηκαν Ιωαννίται.

 

Η εξορία και το τέλος της ζωής του

 

Ο Ιερός Χρυσόστομος το μόνο που πάντα ζητούσε ήταν να ακροασθεί από Οικουμενική σύνοδο. Αυτό όμως προσέκρουε στα συμφέροντα των αντιπάλων του, οι οποίοι γνώριζαν τη αντικανονικότητα της Εν Δρύ συνόδου, με αποτέλεσμα να μην δέχονται το αίτημά του[14]. Το βαρύ αυτό κλίμα τον υποχρέωσε σε εγκλεισμό στο επισκοπείο του για δύο μήνες. Όμως αυτό δεν αρκούσε στους αντιπάλους του, ήθελαν πάση θυσία το διωγμό του. Έτσι ο ανώτερος κλήρος με επικεφαλής τον Ακάκιο, άσκησαν έντονη πίεση στον Αρκάδιο και τον έθεσαν προ των ευθυνών του σε περίπτωση ταραχών. Εν τέλει εκδίδεται διάταγμα εξορίας του Ιωάννη, περί τις 20 Ιουνίου. Το κλίμα ήταν βαρύ. Οι υποστηρικτές του ήταν έτοιμοι να τον υπερασπιστούν, ενώ στρατιώτες είχαν εντολές να τον συλλάβουν και αν υπάρξουν αντιδράσεις, να κατασταλούν άμεσα. Τελικά παραδίδεται αφού εμφανίζεται στους υποστηρικτές του επισκόπους, ώστε με ειρηνικό τρόπο να τους αποχαιρετίσει και να εξέλθει κρυφά, ώστε να μην προκληθούν νέες αιματοχυσίες. Η διαθήκη του ήταν να διατηρήσουν ενωμένη την εκκλησία ώστε να μην προκληθεί σχίσμα.
Ο εξόριστος επίσκοπος φτάνει στη Νίκαια της Βιθυνίας και εν συνεχεία οδηγήθηκε στο χωριό Κουκουσός, στα σύνορα Καππαδοκίας και Αρμενίας. Από εκεί συνεχίζει το ποιμαντικό του έργο. Γράφει πλήθος επιστολών, συμβουλεύει, κατευθύνει, ενισχύει, παρηγορεί και τονώνει πολλούς Χριστιανούς. Όπως μαθαίνουμε από το πλήθος επιστολών του, είναι ένα ταξίδι θριάμβου, πόνου, απογοητεύσεων και διωγμών. Όπου εμφανίζεται, πλήθος λαού και κλήρου τον υποδέχεται με θέρμη. Αντιθέτως σε πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς δέχεται επιθέσεις από φιλο-Θεοκλητικούς και αντι-Χρυσοστομικούς επισκόπους. Κάθε μέρα περπατεί πολλά χιλιόμετρα περνώντας πλήθος κακουχιών. Οι συνοδοί του είχαν εντολή πως αν πέθαινε θα έπαιρναν και πρόσθετο μισθό γι'αυτό του φέρονταν πολλές φορές βάναυσα. Στην Κουκουσό φθάνει μετά από ταξίδι επτά μηνών, σχεδόν ημιθανής.
Αφού συνήλθε, το μέρος της εξορίας του γίνεται πόλος έλξης πολλών πιστών. Αυτό το γεγονός όμως εξοργίζει περισσότερο το περιβάλλον του Αυτοκράτορα, το οποίο έβλεπε να αναπτύσσεται ένα ευρύτατο ενδιαφέρον υπέρ του εξορίστου επισκόπου. Ο Αρκάδιος -η Ευδοξία είχε πεθάνει- αποφασίζει περαιτέρω απομάκρυνση του στη Πιτυούντα, παρά τις προσπάθειες του Πάπα Ιννοκέντιου να επιστρέψει πίσω ώστε να ακροασθεί από σύνοδο. Οδοιπορεί για τρεις μήνες προς τον τόπο της εξορίας του, υπό αυστηρή επιτήρηση, αλλά τελικά ποτέ δεν θα φθάσει, γιατί θα τον προλάβει ο θάνατος. Κουρασμένος από τις πολλές κακουχίες, την έντονη ασκητική ζωή και βαριά άρρωστος εκοιμήθη στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ στα Κόμανα του Πόντου.
Ο Άγιος παρέμεινε όμως ιδιαίτερα δημοφιλής και μετά το πέρας της ζωής του. Έτσι όταν το 434 Πατριάρχης εξελέγη ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος, παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 438 η λάρνακα με το λείψανο του αγίου μεταφέρθηκε με λαμπρή και συγκινητική πομπή στην βασιλεύουσα και τοποθετήθηκε στο Άγιο Βήμα του ναού των Αγίων Αποστόλων, ενώ ο λαός έμπλεος χαράς αναβοούσε: «Απόλαβε του θρόνου σου Άγιε»[15].



  1. 1. Ο Λιβάνιος στο λόγο Προς νεωτέρα χειρεύουσα (PG 48,601) αναφέρει για την Ανθούσα «Οίαι γυναίκες παρά Χριστιανοίς εισί»
  2. Άλμα πάνω
    2.↑ (Παλλάδιος Ελενοπόλεως, Διάλογος, Ε΄ PG 47,18) «...Κακεί διατρίψας τρις οκτώ μήνας, άυπνος διετέλει το πλείστον, εκμανθάνον τα του Χριστού Διαθήκας προς εξοστρακισμόν της άγνοιας. Μη αναπεσών δε τον διετίας χρόνο, μη νύκτωρ, μη μεθ'ημέραν, νεκρούται τα υπό γαστέρα πληγείς από του κρύους τας περι τους νεφρούς δυνάμεις.»
  3. Άλμα πάνω
    3.↑ Σοβαρή ασθένεια των νεφρών
  4. Άλμα πάνω
    4.↑ Με τις ομιλίες του Εις Αδριάντας
  5. Άλμα πάνω
    5.↑ O Ευτρόπιος οργάνωσε το πως θα αποσπασθεί από την Αντιόχεια ώστε να προκληθούν, οι λιγότερες δυνατές αντιδράσεις
  6. Άλμα πάνω
    6.↑ Σύμφωνα με το Σοζωμενό (Εκκλ.Ιστορία,7,2) ο Θεόφιλος αντέδρασε στην εκλογή του Χρυσοστόμου « Ως δε εκ πόλει αφίκετο (Χρυσόστομος) και οι κληθένετς ιερείς συνεληλύθησαν, εμποδών εγένετο τη χειροτονία Θεόφιλος, Ισιδώρω σπουδάζων...Τελευταίον συνένησε τοις επι Ιωάννη δεδογμένοις...»
    Κατά το ιστορικό Σωκράτη (Εκκλ.Ιστορία,7,2)ο Θεόφιλος «σπουδήν ετίθετο διασύραι μεν την Ιωάννου δόξαν, Ισίδωρον δε υπ'αυτόν πρεσβύτερον προς την επισκοπήν προχειρίσασθαι»
    Κατά τον Παλλάδιο Ελενοπόλεως υπήρχε εξ'αρχής εχθρότητα κατά του Ιωάννη (Διάλογος, 5 P.G.47,19) «απ'αρχής ουν ο Θεόφιλος...,προσχών αυτή τη καταστάση τω ανεπιλήπτω της παρρησίας ηψυχώθει προς την χειροτονίαν»
  7. Άλμα πάνω
    7.↑ O Χρυσόστομος παρακάλεσε επιμονετικά την αυτοκράτειρα να επιστρέψει το κτήμα ή έστω να δώσει κάποια αποζημίωση καθώς αποτελούσε το μοναδικό έσοδο της χήρας. Η ίδια όμως αρνήθηκε (Marc le diacre, Vie de Pophyre, eveque de Gazza.AB97[1979] 131-147)
  8. Άλμα πάνω
    8.↑ (Ψευδό Μαρτύριος ΑΒ [1979] 149-153,95[1977] 396-398)
  9. Άλμα πάνω
    9.↑ Η απόκληση ως Ιεζάβελ συνιστούσε έγκλημα καθοσιώσεως με βάση τον συσχετισμό της ιστορίας με την ασεβή βασίλισσα. Μάλιστα κρίθηκε ένοχος αλλά η ποινή εξ αιτίας των αντιδράσεων, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. (Παλλάδιος Ελενοπόλεως PG 47,30)
  10. Άλμα πάνω
    10.↑ Περίληψη της «επί Δρυν» συνόδου διέσωσε ο Ιερός Φώτιος (P.G. 103,105-113) όπως και οι Σωκράτης (Εκκλ. Ιστορία 6,15 κεξ), Σοζωμενός (Εκκλ.Ιστορία 8,17κεξ), Παλλάδιος Ελενοπόλεως (P.G. 47,48 κεξ) όπου διαφαίνεται η αντικανονικότητα της συνόδου αλλά και της λήψης αποφάσεων. Αναφέρουν ότι παραβρέθηκαν μόλις 36 επίσκοποι, ενώ οι υπόλοιποι 40 αρνήθηκαν να μετάσχουν σε αυτή. Ο Ιννοκέντιος Α΄πάπας Ρώμης αποδοκίμασε αυτή την απόφαση θεωρώντας τη άκυρη και διακόπτοντας κοινωνία με τις εκκλησίες που δέχθηκαν την απόφαση
  11. Άλμα πάνω
    11.↑ O Θεόφιλος κατηγορείτο για ξυλοδαρμό και ίσως τη δολοφονία «μακρών μοναχών» οι οποίοι δεν απέδιδαν σε αυτόν τα χρήματα που έβγαζαν αλλά τα έδιναν σε φιλανθρωπίες.(Παλλαδίου Διάλογος ΣΤ΄ PG 47,22-23). Τότε αυτοί κατέφυγαν στον Χρυσόστομο, που όμως δεν είχε καμιά δικαιοδοσία στο ζήτημα(PG 47,23-24). Ο Θεόφιλος το εξέλαβε αρνητικά. Οι μακροί μοναχοί απευθύνθηκαν και ζήτησαν διευθέτηση από τον Αυτοκράτορα. Ο ίδιος όμως έχρισε το Θεόφιλο υπόδικο του Χρυσοστόμου(PG 47,26). Καταλαβαίνοντας ότι με τις ήδη υπάρχουσες συνθήκες θα καθαιρεθεί (συκοφαντίες κατά Χρυσοστόμου, κατηγορίες μοναχών), εξύφανε κατηγορίες και οργάνωσε σχέδιο σε βάρος του Χρυσοστόμου, περνώντας σε δεύτερη μοίρα την δίκη του. Μάλιστα εν συνεχεία αφού πέθανε ο ηγούμενος Ισίδωρος, το ζήτημα διευθετήθηκε χωρίς καμία επίπτωση για το Θεόφιλο.
  12. Άλμα πάνω
    12.↑ Ο λόγος που φέρεται να εκφώνησε ο Χρυσόστομος διασώθηκε από τον Ιστορικό Σωκράτη (Εκκλ. Ιστορία, Η΄ 20, 1-5 ή PG 59,485-490) « Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ορχείται, πάλιν Ιωάννου την κεφαλήν επί πίνακος σπουδάζει». Η ιστορική έρευνα όμως από τον 19ο αιώνα θεωρεί το κείμενο νόθο. Μάλιστα σύγχρονοι μελετητές θεωρούν πως εσκεμμένα χαλκεύτηκε (Αldama No 381),ώστε να εξυπηρετηθούν σκοπιμότητες από τους αντιπάλους του Χρυσοστόμου. Από την ίδια έρευνα προέκυψε ότι οι πρώτοι ιστορικοί που περιέγραψαν το γεγονός δεν αναφέρουν κανενός είδους τέτοια ομιλία, με αποτέλεσμα να θεωρείται μεταγενέστερη.
  13. Άλμα πάνω
    13.↑ (Παλλάδιος Ελενοπόλεως (Κ΄PG 47,72) και Σοζωμενός (Εκκλ.Ιστορία Η΄ 21-5-8))
  14. Άλμα πάνω
    14.↑ Αυτό τελικά είχε ως αποτέλεσμα να συμβεί Σχίσμα στο εκκλησιαστικό σώμα της Εκκλησίας, όταν ο Ιννοκέντιος Α΄ θεώρησε αντικανονική την απόφαση και διέκοψε κοινωνία με τις εκκλησίες που δέχθηκαν την απόφαση. Η αποκατάσταση συνέβη επίΚυρίλλου Αλεξανδρείας όταν και δέχθηκε την επανεγγραφή του Χρυσοστόμου στα δίπτυχα της Εκκλησίας
  15. Άλμα πάνω15.↑ (Σωκράτους Εκκ.Ιστορία Ζ, 25)
ΠΗΓΗ: WIKIPEDIA
-----------------------------------------------

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας


Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
Βίος και Πολιτεία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου  

Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας. 
Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν  ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν  χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους.  Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του  φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές  και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα - πρότυπο.
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου.  Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας...». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ' αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητος»
Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και Θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή  και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας  του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο:
την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),
τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,
τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,
την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Λίγα θαυμαστά γεγονότα από τον βίο του Αγίου
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης,  ο ασεβής και διώκτης των Χριστιανών, θέλησε να πάει στην Περσία να πολεμήσει πέρασε κοντά από την Καισαρεία. Ο Άγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τον από την Αθήνα όπου ήταν συμφοιτητές πήγε μαζί με τον λαό να τον τιμήσει. Ο Ιουλιανός απαίτησε να του δωρίσει, αφού ο Άγιος δεν είχε τίποτε άλλο, τρεις από τους κριθαρένιους άρτους του. Ο Άγιος το έκανε και ο Ιουλιανός διέταξε τους υπηρέτες να ανταμείψουν τη δωρεά και να δώσουν χόρτο από το λειβάδι. Ο Άγιος Βασίλειος βλέποντας την καταφρόνηση του βασιλιά του είπε «εμείς, βασιλιά ότι μας ζήτησες από κείνο που τρώμε σου το προσφέραμε κι εσύ μας αντάμειψες από κείνο που τρως». Τότε ο Ιουλιανός θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε, ότι όταν θα επιστρέψει από την Περσία νικητής, θα κάψει την πόλη και τον λαό θα τους πάρει δούλους. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο θα τον ανταμείψει όπως πρέπει.
Ο Άγιος Βασίλειος όταν πήγε στην πόλη ζήτησε από το λαό να μαζέψουν ότι πολύτιμο είχαν και να το αποθηκεύσουν κάπου έως ότου επιστρέψει ο φιλοχρήματος Ιουλιανός για να του το προσφέρουν. Ίσως κι έτσι κατευνάσουν την οργή του.
Όταν έμαθε ότι επιστρέφει ο άφρων βασιλιάς, ο Άγιος Βασίλειος ζήτησε από τους πολίτες  να προσευχηθούν και να νηστεύσουν τρεις μέρες. Μετά όλοι μαζί ανέβηκαν στο δίδυμον όρος της Καισαρείας όπου στη μια από τις δύο κορυφές ήταν ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί προσευχόμενος ο Άγιος είδε σε οπτασία, μια μεγάλη ουράνια στρατιά, να κυκλώνει το όρος και στη μέση να κάθεται σε θρόνο μια γυναίκα (η Παναγία) και να δοξάζεται, η οποία γυναίκα είπε στους αγγέλους να της φέρουν τον Μερκούριο για να φονεύσει τον Ιουλιανό, τον εχθρό του υιού της. Έπειτα είδε τον Μάρτυρα Μερκούριο να φθάνει οπλισμένος μπροστά στην βασίλισσα των Αγγέλων κι όταν εκείνη τον πρόσταξε αυτός να φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του έδωσε ένα βιβλίο που ήταν γραμμένη όλη η δημιουργία της κτίσεως κι έπειτα του ανθρώπου. Στην αρχή του βιβλίου ήταν η επιγραφή «Είπε» και στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου ήταν η επιγραφή «Τέλος». Μόλις είδε την οπτασία αυτή ο Άγιος ξύπνησε.
Το νόημα της οπτασίας του βιβλίου, ήταν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε, όντως, ερμηνεία στην Εξαήμερον του Μωϋσέως στην οποία διηγείται, πως ο Θεός εποίησε τον ουρανό, την γη, τον ήλιο, την σελήνη, τη θάλασσα, τα ζώα και όλα τα αισθητά κτίσματα. Όταν όμως, έμελλε να γράψει και για την έβδομη ημέρα κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, τότε ο Μέγας αυτός Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στη γη και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει τον Κύριον του που με δύναμη  αγάπησε και που γι' Αυτόν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα που έζησε έπραξε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα. Το έργο του συμπλήρωσε κατόπιν ο αδελφός του ο Άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Νύσσης, που έγραψε για την έβδομη ημέρα της πλάσεως του ανθρώπου.
Όταν ο Άγιος είδε την οπτασία, πήγε στην πόλη με μερικούς κληρικούς, στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου μη βρίσκοντας το λείψανο του Αγίου και τα όπλα του που φυλάσσονταν στον Ναό έναν αιώνα αφότου μαρτύρησε επί της βασιλείας του Βαλεριανού και Βαλερίου, κατάλαβε τι είχε συμβεί κι έτρεξε αμέσως στο λαό να τους ειδοποιήσει ότι ο άφρων Ιουλιανός φονεύθηκε.
Βλέποντας το θαύμα οι Χριστιανοί και την παρρησία του Αγίου Βασιλείου δεν θέλησαν να πάρουν πίσω την περιουσία που είχαν αποθηκεύσει για τον τύραννο Ιουλιανό. Ο Άγιος όμως αφού τους επαίνεσε για την πράξη τους, το ένα τρίτο του ποσού τους το έδωσε και τα υπόλοιπο ποσό το διέθεσε για να κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία.

Ουάλης
Μετά τον Ιουλιανό τον παραβάτη, βασίλευσε ο θεοσεβής Ιοβιανός μόνο για ένα χρόνο και κατόπιν τη βασιλεία παρέλαβαν ο Ουαλεντιανός και ο αδελφός του Ουάλης που ήταν αιρετικός, οπαδός του Αρειανισμού και διώκτης των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ο Ουάλης αφού πήρε με το μέρος του όλους τους επισκόπους, θέλησε να κάμψει και τον Μέγα Βασίλειο που έμαθε ότι ήταν ανένδοτος. Έστειλε δύο δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι με απειλές προσπάθησαν να αποδεχθεί ο Άγιος τις αιρετικές και βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Ο ένας, μάλιστα ο άρχοντας Μόδεστος αφού γύρισε άπραγος στον βασιλιά του είπε ότι, ευκολότερο είναι να μαλακώσει κανείς το σίδηρο παρά την γνώμη του Βασιλείου. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς Ουάλης θέλησε να πάει ο ίδιος στον Μέγα Βασίλειο. Αυτό και έκανε. Ήταν η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, όταν έφθασε ο βασιλιάς στον Ναό. Εκεί είδε την τάξη και την ησυχία των Χριστιανών που παρακολουθούσαν, τον Άγιο Βασίλειο να τους διδάσκει, σεμνός, απέριττος, με λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο βασιλιάς έδειξε να μετανιώνει κι αφού μίλησε με τον Άγιο, έφυγε.
Οι Αρειανοί Αρχιερείς, όμως και πάλι μετέβαλαν τη γνώμη του βασιλιά και τον έπεισαν να εξορίσει τον Άγιο. Όρισε τότε ο βασιλιάς να συντάξουν ένα κείμενο με την απόφαση της εξορίας του Αγίου. ‘Ομως, βλέποντας ότι το χέρι εκείνου που θα έγραφε την απόφαση της εξορίας, ξεράθηκε και το ίδιο του το παιδί αρρώστησε βαριά, κάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί. Και κείνος μόνο που είδε το παιδί το ίασε. Και τον Μόδεστο, ακόμη γιάτρευσε που και κείνος κινδύνευε  να πεθάνει. Αυτά είδε ο βασιλιάς και γύρισε στο θρόνο του.
Ο βασιλιάς Ουάλης αργότερα, θέλησε να χωρίσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες, με έδρα την Καισάρεια στη μία και τα Τύανα στην άλλη. Οι επίσκοποι αιρετικοί όπως ήταν βρήκαν ευκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικούσαν με τον Άγιο Βασίλειο να χωρίσουν και τις Μητροπόλεις σε δύο, ορίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στα Τύανα. Τότε ο Άγιος με ταπείνωση τους είπε ότι η Εκκλησία δεν έχει υποχρέωση να ακολουθεί την βασιλεία, αλλά η βασιλεία την Εκκλησία, ούτε είναι πρέπον να χωρίζουν οι Μητροπολίτες, οι μιμητές του Χριστού επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Δεν τον άκουσαν όμως οι επίσκοποι και όρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Άνθιμον. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έκλεψαν και κάποια κτήματα του Ναού του Αγίου Ορέστου που ήταν στη δικαιοδοσία του Αγίου Βασιλείου. Ο Άγιος ως μιμητής Χριστού, ειρήνευσε και αρκέσθηκε στην επαρχία της Καισαρείας. Βλέποντας ο Θεός την υπομονή του, σύντομα τιμώρησε τον Μητροπολίτη Τυάνων  Άνθιμον και ενώθηκαν και πάλι οι επαρχίες. Τότε είναι καθώς λένε ότι χειροτόνησε ο Άγιος Βασίλειος τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο Επίσκοπο στα Σάσιμα.
Αργότερα πάλι, με περίσσιο θράσος οι Αρειανοί επίσκοποι και με την άδεια του βασιλιά Ουάλη εκδίωξαν τον Ορθόδοξο Αρχιερέα της Νίκαιας και τους Χριστιανούς της πόλης και κατέλαβαν τον Μητροπολιτικό Ναό. Τότε έδρασε γι' άλλη μια φορά ο Μέγας αυτός Άγιος της Εκκλησίας μας και αφού πήρε την άδεια του βασιλιά να διευθετήσει όπως αυτός ήθελε με τον τρόπο του, αρκεί να είναι δίκαιος και για τα δύο μέρη, έφθασε στη Νίκαια και είπε να σφραγίσουν τον Ναό και οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί και αφού προσευχηθούν πρώτα οι οπαδοί του Αρείου, εάν ανοίξουν οι πύλες να πάρουν αυτοί τον Ναό, εάν όμως όχι να προσευχηθούν οι Ορθόδοξοι και εάν ανοίξουν οι πύλες να τους δοθεί και πάλι ο Ναός εάν όχι να πάει στους Αρειανούς. Συμφώνησαν όλοι και περισσότερο οι Αρειανοί αφού πλεονεκτούσαν στη περίπτωση που δεν άνοιγαν οι πύλες. Έτσι κι έγινε. Προσευχήθηκαν πρώτα οι Αρειανοί, για τρεις ημέρες. Πώς να τους ακούσει ο Υιός του Θεού, όταν αυτοί τον υβρίζουν; Οι πύλες και βέβαια έμειναν κλειστές. Μετά προσευχήθηκαν οι Ορθόδοξοι με τον Άγιο Βασίλειο στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, που ήταν κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος με όλο το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών πήγαν στο Μητροπολιτικό Ναό και όταν ακούσθηκε  ο Μέγας Βασίλειος να λέει «Ευλογητός ο Θεός των Χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», έσπασαν οι μοχλοί και οι κλειδαριές και οι πύλες άνοιξαν. Μετά από αυτό το θαύμα ο Ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους και πολλοί από τους πιστούς του Αρείου έγιναν Ορθόδοξοι.

Οσιος Εφραίμ ο Σύρος
  Μαθαίνοντας ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος είναι ο Άγιος. Είδε τότε στήλη πυρός που έφθανε μέχρι τον ουρανό και άκουσε μια φωνή να λέει «Εφραίμ, Εφραίμ, καθώς την πυρίνην ταύτην στήλην, τοιούτος είναι ο Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα έφυγε από την έρημο παίρνοντας μαζί του ένα διερμηνέα που να μιλάει την Ελληνική και Συριακή γλώσσα και πήγε να βρει τον Άγιο Βασίλειο. Έφθασε την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων, όταν την ώρα εκείνη λειτουργούσε ο Μέγας Βασίλειος και βλέποντας ο Όσιος Εφραίμ τα λαμπρά και πολύτιμα άμφια τα οποία φορούσε ο Άγιος Βασίλειος, θέλησε να φύγει γιατί νόμιζε ότι μάταια πήγε. Τότε έστειλε, ο Άγιος Βασίλειος ένα διάκονο να βρει στη δυτική πύλη τον Όσιο Εφραίμ και να τον φέρει στο ιερό. Ο Όσιος δεν θέλησε να πάει λέγοντας στον διάκονο, ότι μάλλον πλανήθηκε ο Αρχιερέας, γιατί αυτοί είναι ξένοι. Έστειλε πάλι τον διάκονο ο Άγιος Βασίλειος λέγοντας του να του πει «Κύριε Εφραίμ, ελθέ εις το Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε έτσι ο Όσιος ότι στήλη πυρός ήταν ο Μέγας Βασίλειος και πήγε στο Άγιο Βήμα και αφού τον ασπάσθηκε συνομίλησε μαζί του για πνευματικά θέματα και θεία νοήματα.
Μια χάρη σου ζητώ, Άγιε Δέσποτα του είπε μέσω του διερμηνέα του ο Όσιος εφραίμ, να προσευχηθείς στον Κύριο μας να μου χαρίσει το Πανάγιο Πνεύμα την δύναμη να μιλήσω Ελληνικά. Προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος μαζί με τον Όσιο Εφραίμ και να το θαύμα. Ο Όσιος πραγματικά μίλησε Ελληνικά. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος εχειροτόνησε τον Όσιο Εφραίμ Ιερέα και τον διερμηνέα του Διάκονο.

Μιμητής Χριστού
Όταν κάποτε παρατήρησε τον τοπικό άρχοντα για μία αδικία που έκανε σε μια χήρα γυναίκα, κι αφού ο άρχοντας δεν συμμορφώθηκε, αναγκάσθηκε ο Άγιος να του πει, ότι όπως έμενε ασυγκίνητος στις εκκλήσεις αυτής της αδικημένης γυναίκας έτσι κάποιοι θα μένουν ασυγκίνητοι όταν αυτός ο ίδιος θα έχει την ανάγκη τους. Έτσι έγινε όταν ο βασιλιάς του έδειξε την οργή του, οδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οι στρατιώτες του στις πόλεις για να πληρώσει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε κατάλαβε την πρόρρηση του αγίου και παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και  τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο αμνησίκακος Άγιος προσευχόμενος στον Θεό και μόνο με την ευχή του ηρέμησε το βασιλιά και μετά από έξι μέρες αφ' ότου ο δυστυχής άρχοντας παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο έφθασε γράμμα από το βασιλιά όπου τον ελευθέρωνε. Μ' αυτό τον τρόπο συνετίσθηκε ο άρχοντας κι αναγνώρισε την καλωσύνη του Αγίου τον οποίο κι ευχαρίσθησε. Και στη γυναίκα που είχε αδικήσει έδωσε διπλάσιο το ποσό.
     Προς το τέλος της επίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στην Εκκλησία, μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ρίχνοντας ένα γράμμα στο οποίο έγραψε τις αμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν η ίδια να τις ξεστομίσει και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το διαβάσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Ο Άγιος την παρηγόρησε, και είπε ότι μόνο ο Κύριος συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, όπως ήταν, κρατούσε το γράμμα σ' όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος κάλεσε τη γυναίκα και της επέστρεψε το γράμμα. Εκείνη μόλις το άνοιξε δεν βρήκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ένα σημείο όπου αναφέρει ένα θανάσιμο αμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τον παρακαλούσε να την λυπηθεί και να προσευχηθεί και πάλι στο Θεό να τη συγχωρήσει. Ο Άγιος Βασίλειος τότε της είπε να πάει αμέσως στην έρημο να βρει τον Όσιο Εφραίμ και να δεηθεί αυτός, στον Θεό για το αμάρτημα της. Η γυναίκα χωρίς να χρονοτριβήσει με την ευχή του Αγίου πήγε αμέσως στην έρημο. Εκεί βρήκε τον Όσιο Εφραίμ κι αφού του διηγήθηκε την ιστορία της, τον παρακάλεσε θερμά.
     Ο Όσιος όμως της αρνήθηκε, λέγοντας της να πάει στον Άγιο Βασίλειο όπου οι δικές του δεήσεις έσβησαν τις αμαρτίες της έτσι αυτός πάλι μπορεί να δεηθεί στον Κύριο και για τη μία αμαρτία που έμεινε. Να το κάνει σύντομα όμως γιατί ο Άγιος σε λίγο πεθαίνει. Εκείνη μόλις το άκουσε έφυγε τρέχοντας να προλάβει ζωντανό τον Άγιο. Όταν έφθασε, όμως η δύστυχη βρήκε το φέρετρο του και πλήθος κόσμου πάνω του. Έκλαιγε και φώναζε, ρίχνοντας το γράμμα στα πόδια του Αγίου είπε σε όλους την ιστορία. Κλαίγοντας έλεγε ότι ο Άγιος μπορούσε να δεηθεί και γι' αυτή την αμαρτία αλλά την έστειλε σε άλλον. Ένας Ιερέας τότε θέλησε να δει στο γράμμα για ποια αμαρτία μιλούσε η γυναίκα. Και τότε να το θαύμα. Δεν υπήρχε στο γράμμα τίποτε γραμμένο.
     Κατά την τελευταία μέρα πάλι της ζωής του ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος έκανε Χριστιανό τον Εβραίο γιατρό και φίλο του Ιωσήφ καθώς και όλη του την οικογένεια  με θαυμαστό τρόπο. Αφού ο γιατρός τον επισκέφθηκε, ρώτησε ο Άγιος να του πει πόσες ώρες του μένουν. Αυτός πιάνοντας τον σφυγμό του, του είπε ότι μένουν λίγες ώρες, κι ότι στη δύση του ηλίου θα πεθάνει. Ο Άγιος τότε του είπε ότι αν ζήσει μέχρι την επόμενη ημέρα τι θα κάνει. Ο Ιωσήφ του είπε ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο να πεθάνει ο ίδιος. Καλά το λες του είπε ο Άγιος να πεθάνεις την αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ. Δέχθηκε ο Ιωσήφ γιατί ήταν αδύνατο με τους φυσικούς νόμους να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν έφυγε ο Εβραίος, προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος στον Θεό να του παρατείνει τη ζωή και για να δώσει την πραγματική ζωή στο φίλο του Ιωσήφ και στην οικογένεια του και για να προλάβει να έρθει εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα, που έστειλε στην έρημο στον Όσιο Εφραίμ. Ο Θεός άκουσε τη δέηση του αγαπημένου δούλου του. Την επόμενη ημέρα το πρωΐ ζήτησε να του φέρουν τον Εβραίο γιατρό. Εκείνος αμέσως πήγε στο σπίτι του Αγίου νομίζοντας ότι θα τον βρει νεκρό. Βλέποντας όμως ότι ο Άγιος Βασίλειος ήταν ζωντανός χωρίς καν σφυγμό και ζωή στις φλέβες του έπεσε στα πόδια του κι αναγνώρισε τον αληθινό Θεό και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σε λίγο ο ίδιος ο Άγιος βάπτισε τον Ιωσήφ με το όνομα Ιωάννη και όλη του την οικογένεια.
     Γύρω στις δέκα ρώτησε πάλι ο Άγιος τον φίλο του «Κύριε Ιωάννη πότε θα πεθάνω;» κι εκείνος του απάντησε «όταν ορίσεις εσύ Δέσποτα»

Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
Κατανοώντας ο Άγιος Βασίλειος τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και στον κλήρο και στο λαό, να παρακολουθήσουν την μακρά Θεία Λειτουργία και τις ευχές προς τον Θεό, στην όλη ακολουθία του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, παρακάλεσε τον Κύριο με νηστεία και προσευχή να του φανερώσει τον τρόπο να βοηθήσει τους πιστούς. Ο τρόπος, θαυμαστός, όπως μόνο σε έναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα και Άγιο της Εκκλησίας θα ταίριαζε. Σε οπτασία, λοιπόν, είδε ο Άγιος, ο σοφότατος  Βασίλειος, τον Κύριο με τους Αποστόλους, να τελεί την Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τις ευχές όχι όπως ακριβώς είναι γραμμένες στη Θεία λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά συντετμημένες με τέτοιο τρόπο, όπως τις συνέθεσε κατόπιν ο Άγιος στη Θεία Λειτουργία του.



---------------------






















Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Η ιστοσελίδα μας δημιουργήθηκε το 2008.
Δείτε τους συντελεστές και την ταυτότητα της προσπάθειας. Επικοινωνήστε μαζί μας εδώ .

κανένα σχόλιο

Leave a Reply