Το ζήτημα του «Κράτους δικαίου και Ρατσισμός» κατά την εκδήλωση στον ΔΣΑ την 31-10-2013.

Την 31-10-2013 και στις 19:00 το απόγευμα πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του ΔΣΑ εκδήλωση με θέμα «Κράτος Δικαίου και Ρατσισμός- Επαρκεί το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την καταπολέμηση των ρατσιστικών φαινομένων;». Την εκδήλωση οργάνωσαν η Ένωση Ελλήνων Νομικών «e-Θέμις», ο ΔΣΑ και η ΕΑΝΔΑ και οι ο ομιλητές υπήρξαν δύο νομικοί από τον χώρο της πολιτικής – στελέχη της ΔΗΜΑΡ (κ. Αντώνης Ρουπακιώτης και κ. Γιάννης Πανούσης) και δύο νομικοί από τον καθαρά νομικό χώρο (κ. Λάμπρος Κοτσίρης καθηγητής ΑΠΘ και κ. Δημήτρης Γκύζης – εισαγγελέας Πρωτοδικών).


Ήδη από την εναρκτήρια ομιλία του Προέδρου του ΔΣΑ κ. Γιάννη Αδαμόπουλου, φάνηκε στον μέσο ακροατή ότι επρόκειτο για μία εκδήλωση που ξέφευγε από τα στενά όρια του Δικαίου και έμπαινε στα «χωράφια» της πολιτικής. Ο κ. Αδαμόπουλος, μεταξύ άλλων, έδωσε έμφαση στην ομιλία του στην ναζιστική απειλή που αντιπροσωπεύει η Χρυσή Αυγή, σπεύδοντας όμως ταυτόχρονα να διευκρινίσει ότι οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές και ότι οι ψηφοφόροι της ΧΑ ωθήθηκαν από κοινωνικά και όχι ρατσιστικά αίτια στην υποστήριξή της.
Αυτόματα όμως η παραδοχή ότι οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές θέτει στον απλό ακροατή το εξής σοβαρό ερώτημα: αν οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές τότε γιατί υπάρχει ανάγκη για αντιρατσιστικό νόμο..;; Η απάντηση ότι ο αντιρατσιστικός νόμος πρέπει να θεσπιστεί για να τιμωρηθεί-περιοριστεί η «ναζιστική» ΧΑ, αντί να δίνει απάντηση, δημιουργεί επιπλέον απορίες με κυριότερη την εξής: αφού το πρόβλημα είναι η «ναζιστική» ΧΑ γιατί να μην θεσπιστεί νόμος για την ποινικοποίηση του ναζισμού στην Ελλάδα ώστε να μην καταφύγουμε σε αοριστολογίες περί ρατσισμού..;; Μήπως η θέση εκτός νόμου του Ναζισμού ανοίγει τον δρόμο για την θέση εκτός νόμου και του Μαρξισμού-Σταλινισμού (ΚΚΕ) όπως έγινε στην Γερμανία, οπότε γι’ αυτό πρέπει να επιστρατευτεί η «αόριστη» έννοια του ρατσισμού..;;
Αποτελεί θεμελιώδες αξίωμα της νομικής επιστήμης ότι ένας νόμος πρέπει να απευθύνεται προς όλους (erga omnes) και να μην θεσπίζεται «φωτογραφικά» εις βάρος κάποιου, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτός ο «κάποιος» είναι πολιτικός αντίπαλος, γιατί τότε ανοίγεται ο ασκός του Αιόλου με την εκάστοτε πλειοψηφία να «ποινικοποιεί» την εκάστοτε μειοψηφία. Επίσης θεμελιώδης κανόνας του ποινικού δικαίου είναι και η αρχή του σαφούς νόμου (lex certa) και επομένως τίθεται το ερώτημα για το πώς θα θεσπιστεί ένας «αντιρατσιστικός» νόμος όταν η έννοια του ρατσισμού δεν είναι σαφής και γενικά αποδεκτή από όλους καθώς μπλέκεται με στοιχεία ψυχολογικά, ιστορικά και βιωματικά.
Τον ανωτέρω προβληματισμό του κ. Αδαμόπουλου προσπάθησε να ξεδιαλύνει ο κ. Ρουπακιώτης, ο οποίος θέλησε να δώσει στο όλο θέμα ευρωπαϊκές προεκτάσεις. Όμως από την ομιλία του φάνηκε το τι παθαίνει ένας εξαίρετος νομικός επιστήμονας όταν εμπλέκεται με την πολιτική: η θεώρηση του δικαίου και της πραγματικότητας, καθώς και η πρόταξη των άρθρων γίνεται …επιλεκτικά. Μεταξύ άλλων παρέθεσε «αγωνιωδώς» τις κίτρινες κάρτες του Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της ΕΕ Μούιζνιεκς για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα από επιθέσεις εις βάρος μεταναστών, «ξεχνώντας» όμως την ίδια στιγμή ότι η ίδια η ΕΕ έχει ήδη κατάφωρα καταπατήσει το θεμελιώδες δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών με την υπαγόρευση μισθών πείνας, κάτι για το οποίο το ίδιο του το κόμμα αποχώρησε από την Συγκυβέρνηση.
 Όσον αφορά το ισχύον νομικό καθεστώς στην χώρα, ο κ. Ρουπακιώτης επεσήμανε σωστά ότι τα ατομικά – ανθρώπινα δικαιώματα απολαμβάνονται από όλους όσους βρίσκονται στην Ελλάδα (είτε νόμιμα, είτε παράνομα) και ότι οι υπάρχουσες ποινικές διατάξεις είναι επαρκείς όσον αφορά την εξακρίβωση των δραστών από ρατσιστικές επιθέσεις, αλλά ανεπαρκείς όσον αφορά την τιμώρηση των δραστών, χωρίς όμως να παραθέσει κάτι συγκεκριμένο. Παρά τον χειμαρρώδη λόγο του, δεν κατάφερε να καταστήσει σαφές το γιατί πρέπει «οπωσδήποτε» να θεσπιστεί «αντιρατσιστικός» νόμος στην χώρα, με αποτέλεσμα να υπερισχύσει η «πολιτική» του ιδιότητα έναντι αυτής του νομικού και να δοθεί η εντύπωση ότι μάλλον το όλο πρόβλημα είναι πολιτικό (αντιμετώπιση πολιτικών αντιπάλων) και όχι νομικό.
Στη συνέχεια τον λόγο πήραν οι δύο «καθαρά» νομικοί  εκ των ομιλητών, οι κ. Κοτσίρης και Γκύζης οι οποίοι ως σωστοί νομικοί προσπάθησαν πρώτα απ’ όλα να εξακριβώσουν το «σαφές» που πρέπει να έχει η έννοια του ρατσισμού πριν από οποιαδήποτε θέσπιση νόμου. Ο κ. Κοτσίρης έκανε πολύ σωστά την διάκριση ανάμεσα στον ρατσισμό ως θεωρία (οι ιδεολογίες δεν διώκονται ποινικά) και τον ρατσισμό ως πράξη, και μάλιστα όπως η ρατσιστική πράξη κλιμακώνεται από μία απλή γκετοποίηση του διαφορετικού, μέχρι την λεκτική βία, το πογκρόμ και την γενοκτονία. Προσέφερε επίσης στην όλη συζήτηση την διαπίστωση ότι ο ρατσισμός έχει να κάνει με την υποτιμητική αντιμετώπιση του «διαφορετικού» οποιαδήποτε μορφή και αν αυτό έχει και δεν περιορίζεται μόνο σε θέματα «φυλής». Επρόκειτο για μια σωστή νομική προσέγγιση του όλου ζητήματος όσον αφορά το νομικό αξίωμα για θέσπιση νόμου «erga omnes», ο οποίος δεν θα είναι φωτογραφικός για την ΧΑ.  
Από την άλλη μεριά, ο κ. Γκύζης παρουσίασε την νομική πραγματικότητα στην χώρα όσον αφορά την ύπαρξη ποινικής πρόβλεψης περί γνησίου εγκλήματος μίσους στον ν. 927/79, αλλά και την απουσία πρόβλεψης για μη γνήσια εγκλήματα μίσους, τα οποία πρέπει να προβλεφθούν. Πρότεινε δηλαδή την θέσπιση συγκεκριμένων στοιχείων πράξης τα οποία θα καθιστούν ένα έγκλημα ρατσιστικό και τα οποία μάλιστα θα πρέπει να διακρίνει – καταγράφει ο εκάστοτε ανακριτικός υπάλληλος ήδη από την τέλεση της πράξης ώστε να μην περάσουν μήνες, χαθούν τα αποδεικτικά στοιχεία και βρεθεί ο εκάστοτε Δικαστής να δικάσει ένα ρατσιστικό έγκλημα χωρίς στοιχεία.
Επίσης, επεσημανε τα ήδη υπάρχοντα άρθρα του ΠΚ: αρ. 361Α, 308Α, 382 παρ. 1, καθώς και το αρ. 79 παρ. 3δ όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής (τέλεση πράξης με κίνητρο το μίσος εθνικό, φυλετικό, θρησκευτικό, ή λόγω διαφορετικού γενετήσιου προσανατολισμού), ωστόσο, ως κατ’ εξοχήν ασχολούμενος με ποινικές υποθέσεις διέκρινε το σοβαρό πρόβλημα που ενυπάρχει στην διείσδυση στον ψυχικό κόσμο ενός δράστη, ώστε να «αποκαλυφθούν» τα όποια ρατσιστικά κίνητρα.
Παρέθεσε ακόμα παραδείγματα για το πώς κάποιος από θύμα ρατσιστικής επίθεσης μπορεί να γίνει και θύτης ρατσιστικής επίθεσης (αντίποινα) και το πώς προθέσεις και πράξεις εμπλέκονται σοβαρότατα όταν αυτές τελούνται όχι απλά από ένα μεμονωμένο άτομο κατά άλλου, αλλά από ομάδες ατόμων κατά άλλων ομάδων ατόμων. Άλλα κίνητρα μπορεί να έχει ο ένας στην ομάδα που ενεπλάκη σε επίθεση (πχ μίσος εθνικό) και άλλα ο σύντροφός του που τον ακολούθησε στην συμπλοκή (πχ πήρε εντολή, πήγε να προστατέψει τον αρχηγό-τον φίλο του).
Την συζήτηση έκλεισε ο κ. Πανούσης, ο οποίος μεταξύ άλλων τόνισε τα κοινωνικά αίτια που οδήγησαν πλήθος κόσμου να υποστηρίξει την Χρυσή Αυγή και επικέντρωσε τον προβληματισμό του στην θέσπιση «αντιρατσιστικού νόμου» για την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής η οποία «εκμεταλλεύεται» τον θυμό της κοινωνίας από την οικονομική κρίση, για να αυξήσει την εκλογική της επιρροή. Προχώρησε μάλιστα και σε «προσωπική» ερμηνεία της έννοιας του ρατσισμού: κατά τον κ. Πανούση ρατσιστής (και επομένως τιμωρητέος υπό του ετοιμαζόμενου νόμου) είναι μόνο αυτός που πιστεύει σε ανώτερες και κατώτερες φυλές, φωτογραφίζοντας και αυτός (όπως και ο κ. Ρουπακιώτης) την Χρυσή Αυγή. Κατά τον κ. Πανούση ρατσίστρια δεν είναι η κ. Μέρκελ η οποία εξυβρίζει όλους τους Έλληνες ως τεμπέληδες γιατί κάνει απλά μία …διάκριση. Κατά τον εν λόγω ομιλητή άλλο διάκριση και… άλλο ρατσισμός. Όποιος κατάλαβε κάτι από αυτό να το εξηγήσει και σε εμάς... 
Εν κατακλείδι η όλη συζήτηση υπήρξε επιτυχημένη γιατί εκτός της μεγάλης προσέλευσης του κόσμου (ιδίως νέων νομικών και φοιτητών νομικής) φανερώθηκε η σύγχρονη προβληματική του «αντιρατσισμού» σε όλο της το μεγαλείο:
α) οι «καθαρά» νομικοί εκ των ομιλητών (κ. Κοτσίρης και κ. Γκύζης)  προσπάθησαν να βρουν το «σαφές» του αντιρατσισμού και να το αποτυπώσουν σε συγκεκριμένες άδικες πράξεις «erga omnes»,χωρίς ωστόσο να τα καταφέρουν παρά τις ειλικρινείς αναλύσεις τους (δεν βρέθηκε ούτε το ξεχωριστό έννομο αγαθό που προσβάλει η ρατσιστική πράξη σε σχέση με τα ήδη προστατευόμενα έννομα αγαθά από τον ΠΚ, δηλαδή της τιμής, της ζωής και της ελευθερίας του ανθρώπου).
β) την ίδια στιγμή οι νομικοί - πολιτικοί εκ των ομιλητών (κ. Ρουπακιώτης και κ. Πανούσης) προσπάθησαν να βρουν νομικό άλλοθι για ένα «φωτογραφικό» νόμο κατά της Χρυσής Αυγής.
Ίσως οι ανωτέρω νομικοί - πολιτικοί εκ των ομιλητών να προσπαθούν να συσπειρώσουν τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της ΔΗΜΑΡ, καθώς φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις ότι το εν λόγω κόμμα δύσκολα θα μπει ξανά στην Βουλή. Ίσως επιδιώκουν με την πρωτοβουλία για έναν νόμο κατά της Χρυσής Αυγής να επαναπροσεγγίσουν την λεγόμενη «αριστερή» δεξαμενή ψηφοφόρων που πλέον ρέπει ανοιχτά προς τον ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάζοντας μία νομική επιτυχία (εξουδετέρωση της ΧΑ) ως αντιστάθμισμα στην πολιτική-οικονομική απήχηση του κ. Τσίπρα, ο οποίος πηγαίνει πολιτικά καλά από άποψη αντιπαράθεσης με το μνημόνιο και δεν έχει ανάγκη από νομικές ακροβασίες που πολώνουν την κοινωνία για να "ανακατευτεί η τράπουλα", κατά το κοινώς λεγόμενο. Το μέλλον θα αποκαλύψει τις προθέσεις του καθενός.
Το σίγουρο όμως είναι, ότι η ιδιότητα του νομικού (σε όποιον την έχει) πρέπει πάντα να προηγείται αυτής του πολιτικού, γιατί αν προηγηθεί η ιδιότητα του πολιτικού έναντι του νομικού τότε η νομική επιστήμη αλλοιώνεται και εξαφανίζεται όσο εξαιρετικός νομικός επιστήμονας και να είναι κάποιος. Ο δε νομικός όταν σκέφτεται και δρα, λειτουργεί πάντα «erga omnes» και όχι με φωτογραφικές διαθέσεις. Όταν υπάρχουν «φωτογραφικές» διαθέσεις τότε προκύπτει σαφής καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, δηλαδή άσκηση δικαιώματος για σκοπό άλλον από αυτόν για τον οποίο θεσπίστηκε το δικαίωμα, και στην περίπτωση της Χ.Α, για εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων.
Το ΠΚ αρ. 79 παρ. 3δ εδ.β ως προς την επιμέτρηση της ποινής των γνωστών προβλεπόμενων στον ΠΚ άδικων πράξεων όταν αυτές γίνονται από μίσος εθνικό, φυλετικό, θρησκευτικό, ή λόγω διαφορετικού γενετήσιου προσανατολισμού είναι συνεπές και ως προς το ανωτέρω «erga omnes» και ως προς το ζήτημα του «σαφούς» του νόμου. Η τυχόν θέσπιση νόμου που να τιμωρεί μόνο το εθνικό – φυλετικό μίσος (στοχοποιώντας συγκεκριμένο πολιτικό χώρο)  είναι όχι απλά εκ του πονηρού, αλλά και εκ περισσού. 

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Νίκος Παπαγεώργης είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συντελεστές της διαδικτυακής ομάδας του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply