Πώς δικαιολογείται ο μη διορισμός υπηρεσιακών Υπουργών σε «εκλογικά ευαίσθητα» Υπουργεία από την Κυβέρνηση Παπαδήμου;



του
Ελευθέριου Δικαίου
Με βάση το ελληνικό Σύνταγμα (βλ. άρθρο 41 παρ.1 Σ) η Κυβέρνηση πλειοψηφίας που βρίσκεται στην εξουσία αναλαμβάνει τη διεξαγωγή των εκλογών. Γίνεται γενικά παραδεκτό ότι δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση της Κυβέρνησης πλειοψηφίας χωρίς τη θέλησή της, προκειμένου να διεξαχθούν εκλογές. Ωστόσο στη νεότερη συνταγματική ιστορία της Ελλάδας, ιδιαίτερα κατά τη Μεταπολιτευτική περίοδο, έχει επικρατήσει εθιμικός συνταγματικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο: Η εκάστοτε  Κυβέρνηση πλειοψηφίας δύο ή τρεις ημέρες μετά την προκήρυξη γενικών εκλογών είθισται να διορίζει σε «εκλογικά ευαίσθητα» Υπουργεία υπηρεσιακούς Υπουργούς. Η Κυβέρνηση πλειοψηφίας προβαίνει δηλ. σε έναν περιορισμένο ανασχηματισμό, χωρίς να μεταβάλλεται καθολικά η στελέχωση των υπουργικών θώκων. Ο δε Πρωθυπουργός της χώρας παραμένει κατά κανόνα στη θέση του, ανεξάρτητα, αν είναι ή δεν είναι αρχηγός κόμματος που μετέχει στις εκάστοτε γενικές εκλογές. Απώτερος σκοπός αυτής της πρακτικής είναι να παρασχεθούν, κατά την προεκλογική περίοδο, πρόσθετες εγγυήσεις για την αδιάβλητη λειτουργία των βασικών τομέων της κρατικής μηχανής, προκειμένου να διασφαλιστεί κατά το δυνατό πληρέστερα η ελεύθερη και ανόθευτη εκφραση της λαϊκής βούλησης.
Τα Υπουργεία στα οποία διορίζονται υπηρεσιακοί Υπουργοί είναι παραδοσιακά το Υπουργείο  Εσωτερικών, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, αλλά και οι εκάστοτε κυβερνητικές υπηρεσίες Τύπου και Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας. Στα κρίσιμα αυτά «εκλογικά» Υπουργεία διορίζονται κατά κανόνα επιφανείς προσωπικότητες της δημόσιας ζωής του τόπου, που όμως δεν έχουν ενεργή ανάμειξη στις εξελίξεις των κομματικών παρατάξεων. Αποκλείονται, δηλαδή από το διορισμό στις ανωτέρω υπουργικές θέσεις, τόσο τα μέλη της Βουλής όσο και εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα που μετέχουν με οποιονδήποτε τρόπο στην κομματική αντιπαράθεση.
Αξίζει να επισημανθεί, ότι και ο θεσμός της συγκρότησης υπηρεσιακής Κυβέρνησης για τη διεξαγωγή γενικών εκλογών, από τον οποίο πηγάζει και η ανωτέρω περιγραφόμενη πρακτική διορισμού υπηρεσιακών Υπουργών σε υπουργικούς θώκους που έχουν βαρύνουσα σημασία για την διεξαγωγή των γενικών εκλογών, θεωρείται ότι επίσης συνιστά ελληνικό συνταγματικό εθιμικό κανόνα. Οι ρίζες του συγκεκριμένου θεσμού στην ελληνική συνταγματική ιστορία ξεκινούν από την περίοδο εγκαθίδρυσης του πολιτεύματος της βασιλευόμενης δημοκρατίας στην Ελλάδα, μετά την εκδίωξη του βασιλιά Όθωνα από τη χώρα.
Συγκεκριμένα, η πρώτη υπηρεσιακή Κυβέρνηση στην ελληνική συνταγματική ιστορία, που σχηματίστηκε, ειδικά για την προετοιμασία διεξαγωγής γενικών εκλογών, υπήρξε η Κυβέρνηση του Αριστείδη Μωραϊτίνη. Η υπηρεσιακή αυτή Κυβέρνηση, μετά την παραίτηση της Κυβέρνησης πλειοψηφίας του Αλ. Κουμουνδούρου, βρέθηκε στην εξουσία για περιορισμένο χρονικό διάστημα (από τις 20 Δεκεμβρίου 1867 έως τις 25 Ιανουαρίου 1868). Από τότε έως και το έτος 1952, η πρακτική του διορισμού υπηρεσιακών κυβερνήσεων με αποκλειστικό σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών σχεδόν ατόνησε. Είναι ενδεικτικό ότι έως το έτος 1952 είχε διοριστεί μόνο μία υπηρεσιακή Κυβέρνηση (η Κυβέρνηση του Δ. Βάλβη, με θητεία από τις 30.04.1886 έως τις 09.05.1886).
Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά την μεταπολεμική περίοδο ισχύος και εφαρμογής του Συντάγματος του 1952 έως την κατάλυση της δημοκρατίας από τη Χούντα των Συνταγματαρχών, το έτος 1967, όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις διεξήχθησαν από υπηρεσιακές εκλογικές Κυβερνήσεις, αφού είχε προηγηθεί η παραίτηση των εκάστοτε Πρωθυπουργών και των Κυβερνήσεων τους, που προηγουμένως κατείχαν την εξουσία. Μοναδική εξαίρεση της περιόδου αυτής ως προς το διορισμό υπηρεσιακών εκλογικών Κυβερνήσεων, αποτέλεσαν οι εκλογές της 19.02.1956, τις οποίες διεξήγαγε η κοινοβουλευτική Κυβέρνηση του μακαρίτη Κων/νου Καραμανλή. Στις εκλογές αυτές πάντως, μπορεί να μην αντικαταστάθηκε το σύνολο της Κυβέρνησης από υπηρεσιακή Κυβέρνηση, ωστόσο  διορίστηκαν υπηρεσιακοί Υπουργοί στα κρίσιμα εκλογικά Υπουργεία Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας και Βορείου Ελλάδας.
Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα, το έτος 1974, εξαιτίας του ότι διαμορφώθηκε ένα σταθερότερο πολιτικό και πολιτειακό κλίμα, δεν συνεχίστηκε η πρακτική διορισμού υπηρεσιακών Κυβερνήσεων για την διεξαγωγή εκλογών, όπως είχε επικρατήσει κατά τη 15ετία 1952-1967. Αντί αυτού, κατά την περίοδο όλων των εκλογικών αναμετρήσεων της Μεταπολιτευτικής περιόδου, ναι μεν οι εκάστοτε κοινοβουλευτικές Κυβερνήσεις αναλάμβαναν τη διεξαγωγή των γενικών βουλευτικών εκλογών,  ωστόσο, κατά τις προεκλογικές περιόδους, στα κρίσιμα Υπουργεία, που ήταν κυρίως αρμόδια για την αδιάβλητη διεξαγωγή των εκλογικών αναμετρήσεων, διορίζονταν ως υπηρεσιακοί Υπουργοί, αναγνωρισμένα πρόσωπα της δημόσιας ζωής, που δεν συνδέονταν με κομματικά συμφέροντα και αντιπαραθέσεις.
Πρέπει να σημειωθεί με αφορμή τα παραπάνω, ότι εν όψει των επικείμενων εκλογών της 6ης Μαΐου 2012, η παρούσα Κυβέρνηση του Λ. Παπαδήμου παραβλέπει τον συνταγματικό εθιμικό κανόνα διορισμού υπηρεσιακών Υπουργών στα κρίσμα “εκλογικά” Υπουργεία. Η Κυβέρνηση του Λ. Παπαδήμου αποτελεί συπεπώς εξαίρεση στην εν λόγω πρακτική που ακολουθήθηκε από τις μεταπολιτευτικές Κυβερνήσεις. Εύλογα εγείρονται ποικίλα ερωτήματα, σχετικά με τους λόγους που η Κυβέρνηση επιλέγει αυτή την πρακτική.
Λαμβάνοντας υπόψη, ότι το επίπεδο αξιοπιστίας του σύγχρονου ελληνικού πολιτικού συστήματος και ιδιαίτερα της σημερινής Κυβέρνησης, βρίσκεται σε ιστορικά πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα, είναι δύσκολο να εξηγηθεί, για ποιόν ακριβώς λόγο η ελληνική Κυβέρνηση δεν ακολούθησε την παραπάνω συνήθη συνταγματική πρακτική. Θα ήταν σκόπιμο, χάριν της δημοκρατίας και της διαφάνειας, έστω και στην τελική ευθεία προ της διεξαγωγής των εκλογών, η ελληνική Κυβέρνηση να εξηγήσει πειστικά και με σαφήνεια στον ελληνικό λαό, για ποίο λόγο αποκλίνει από τη συνήθη συνταγματική πρακτική, κατά την παρούσα κρίσιμη προεκλογική περίοδο.
Έτσι, η Κυβέρνηση θα μπορούσε ευχερώς να διαλύσει το πέπλο ανησυχίας που πλανάται σε μερίδα πολιτών της χώρας, αλλά και σε μερίδα των ΜΜΕ, που διερωτώνται, αν υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να διασφαλιστεί αποτελεσματικά η αδιαβλητότητα των εκλογικών αποτελεσμάτων των εκλογών της 6ης Μαΐου, αλλά και η σταθερότητα της χώρας την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Εκ του αποτελέσματος όμως, φαίνεται, ότι η απερχόμενη Κυβέρνηση Παπαδήμου επιμένει έως και την τελευταία ημέρα αποχώρησής της από την εξουσία στη συντήρηση – και όχι στην άμβλυνση – ενός κλίματος σύγχυσης, φόβου, αμφιβολίας και πολιτικής καχυποψίας, που κάθε άλλο παρά συμβάλλει στην κοινωνική ειρήνη και την πολιτειακή φερεγγυότητα.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
- Β. Βολουδάκης, Επικαιρικά Συνταγματικά Ζητήματα (1983-1994), τ. Β΄, Αθήνα-Κομοτηνή, 1994
- Α. Δημητρόπουλος, Η Γένεση του Κοινοβουλευτικού Συστήματος και η Ανάδειξη της Κυβέρνησης, Αθήνα-Κομοτηνή, 1990
- ο ίδιος, Οργάνωση και Λειτουργία του Κράτους, τ. Β’, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2009
- Α. Μάνεσης, Συνταγματική θεωρία και πράξη, τ. Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1980
- Μ. Πικραμένος, Ο θεσμός της υπηρεσιακής-εκλογικής κυβέρνησης», Αθήνα-Κομοτηνή, 1987

κανένα σχόλιο

Leave a Reply