Ο κανόνας που επιβεβαιώνει την εξαίρεση

Η αντιμνημονιακή τάση θα μπορούσε να έχει πολιτικό πρόσημο. Θα μπορούσε να αφορά σε έναν εναλλακτικό τρόπο διαχείρισης της κρίσης. Θα μπορούσε να αφορά σε έναν διαφορετικό σχέδιο για την ανάπτυξη της οικονομίας, σε πρακτικές προτάσεις για την προστασία των ασθενεστέρων. Τελικά, εξελίχθηκε σε έναν διαγωνισμό συναισθηματικού μικρομεγαλισμού και  τυφλής μισαλλοδοξίας που αντανακλούσε, φυσικώ τω τρόπω, το χαμηλό επίπεδο πολιτικοποίησης πριν από την χρεοκοπία του 2010 ή τις ταπεινές φιλοδοξίες όσων εμπορεύονταν κοινωνική ευαισθησία από στούντιο ή μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να αποκτήσουν φτηνή φήμη ή κομματικό βόλεμα σε κάποια κρατικοδίαιτη θέση.

 Κι όμως, όσο κι αν μία ολόκληρη σχολή σκέψης (;) επιμένει να αρνείται κάθε συζήτηση επ’ αυτού, η Ελλάδα το 2010 χρεοκόπησε. Πριν το Μνημόνιο. Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς, η ποιότητα των θεσμών της, τα αδιέξοδα της νομοθετικής λειτουργίας της. Ακόμα και όταν μία μεταρρύθμιση κατόρθωνε να νομοθετηθεί, η ακύρωσή της καραδοκούσε σε όλα τα στάδια μέχρι την εφαρμογή της. Αρκούσε μία αθόρυβη και αθέατη υπουργική απόφαση για να εισαχθεί μία «αθώα» εξαίρεση στον γενικό κανόνα, έτσι που πια ο γενικός κανόνας να μην είναι τόσο γενικός, όχι όσο θα απαιτούσαν τα οικονομικά της Ελλάδας. Ακόμα και μέσα στο Μνημόνιο, υπό την ασφυκτική αλλοδαπή επιτήρηση, με την υποψία έστω μίας ισχνής ανάκαμψης, η κυβέρνηση δεν δίσταζε να εισαγάγει τις περιβόητες εξαιρέσεις.

Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα της φορολόγησης των εισοδημάτων. Το φορολογικό δίκαιο χαρακτηρίζεται από ασύλληπτη πολυνομία, αποσπασματικότητα και μεταβλητότητα, κάθε άλλο παρά από απλότητα. Και τελικά, ανάμεσα στις πολυδαίδαλες ρυθμίσεις του, χάνεται και η δικαιοσύνη. Μία ορθή καινοτομία των μνημονιακών χρόνων ήταν η φορολογία όλων των εισοδημάτων, ανεξαρτήτως της ονομασίας τους. Ατυχώς, δεν μακροημέρευσε. Με τροπολογίες που λάθρα παρεισέφρυσαν σε άσχετα νομοσχέδια τα τελευταία χρόνια, εισήχθησαν ξανά εξαιρέσεις από την αρχή αυτή. Μεταξύ αυτών, για να κάνουμε την αναγκαία αυτοκριτική  μας ως δικηγορικός κλάδος-από τη φύση του λειτουργήματος μας ταγμένοι στην προώθηση της ευνομίας- η αποζημίωση των δικαστικών αντιπροσώπων στις εκλογές, μάλιστα και σε αναμετρήσεις όπου αυτή ήταν πολύ υψηλότερη από τη σημερινή.

Όμως η αποσπασματικότητα και η παράβαση των θεμελιωδών αρχών με γνώμονα την δυνατότητα πρόσβασης κάθε ενδιαφερομένου στην πολιτική εξουσία, είναι αυτή ακριβώς που δημιουργεί τη λαβυρινθώδη νομοθεσία, της οποίας τα κενά επιτρέπουν παντοειδείς λαθροχειρίες σε βάρος των δημοσίων οικονομικών. Φανερώνει ακόμα περιφρόνηση στο δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς επιχειρείται με τεχνάσματα να αποσπασθεί η έγκριση της Βουλής και ο αποπροσανατολισμός της λαϊκής επαγρύπνησης.


Οι θεσμικές ανησυχίες δεν «πωλούν». Αυτοαναγνωριζόμαστε ίσως στη θέση των ενεργεία ή δυνητικώς «επωφελουμένων» από ανάλογες παρεκκλίσεις. Και για να αποπροσανατολίσουμε από την ενοχή μας, καταφεύγουμε σε δήθεν αγωνιστικούς μαξιμαλισμούς, όπως τα σχέδια ένοπλου αγώνα του Ιφικράτη Αμυρά, παρ’ ολίγον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ή την αντισημιτική συνομωσιολογία του Θ. Καρυπίδη, υποψήφιου περιφερειάρχη Δυτική Μακεδονίας. Αντί για τη δίκαιη κατανομή των βαρών της κρίσης, αρνηθήκαμε την πραγματικότητα της ύπαρξής της. Το έλλειμμα πολιτικού βάθους ευθύνεται τελικά για το αντιμνημονιακό αδιέξοδο.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply