Η μελαγχολική γιορτή της Αθήνας





Του Αλέξανδρου Ντάσκα


Καθώς τα σύννεφα μαζεύονται μέρα με τη μέρα πάνω από τον αττικό ουρανό, σβήνοντας το γενναιόδωρο και ενανθρωπιστικό μπλε της άνοιξης και του καλοκαιριού, η Αθήνα, η εορτάζουσα ανήμερα του πολιούχου της Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη, αποκτά μία όψη γνώριμη και παράδοξη ταυτόχρονα. Η διαδοχή των εποχών του έτους, απροσδόκητα ριζική, φέρνει στο μυαλό την καταιγιστική διαδοχή των ιστορικών εποχών της. Τα κτήρια δραστικώς ποικίλης αισθητικής που αγκαλιάζονταν από το λίγο αλλά άναρχο φύλλωμα των δένδρων και από το χρώμα των “αντιστασιακών” ανθέων της, που επιβιώνουν απέναντι στην αντιφυσική δυναμική της, παίρνουν τώρα ένα ύφος σκοτεινό, σοβαρό. Ο αέρας της καθαρίζει από την σκόνη, η αναζωογονητική μυρωδιά της βροχής αφυπνίζει και επιτρέπει μία εναλλακτική παρατήρησή της, μία βαθύτερη συναίσθηση της, που εκδηλώνεται υπόγεια, κάτω από τον αέναο μάταιο θόρυβο των κατοίκων της.

Η Αθήνα είναι μία πόλη με συναισθηματική δυσκολία. Δεν αγαπιέται εύκολα. Κυρίως γιατί δεν κατανοείται εύκολα. Είναι υπέρμετρα περίπλοκη και απαιτητική, όπως οι τρικυμίες που αντιμετώπισε, σε καιρούς που η ευκολία είναι άτεγκτος νόμος. Οι κάτοικοί της, λοιπόν, ζουν αντιφατικά και αμφίθυμα εντός της. Όλος ο βιοτικός τους κύκλος ξεδιπλώνεται στους κόπλους της, κινούνται καθημερινά στους πολύβουους δρόμους της, διασκεδάζουν, συναλλάσσονται, συζητούν μέσα στο σκηνικό της. Αυτό όμως δεν αρκεί για να τους κάνει Αθηναίους. Δεν γνωρίζονται μαζί της, η ματιά τους παραμένει επιφυλακτική, κινούμενη ανάμεσα σε μία ευγενική απόσταση και μία επιθετική αποδόμηση-οι δύο αυτές διαθέσεις συνυπάρχουν συχνά στον ίδιο άνθρωπο. Το εκκρεμές των αισθημάτων τους έχει κοινή συνισταμένη το ακατανόητο, που προκαλεί ταυτόχρονα τον θαυμασμό και την συντριβή του, τον φθόνο. Την μεταβάλλουν διαρκώς, χωρίς να αποκτούν μετοχή της, βυθισμένοι στην ιδεοληψία του ατομικού συμφέροντος. Η ψυχή της Αθήνας και η ψυχή του κατοίκου της είναι μεταφυσικά ασυντόνιστες. Η προσωπική τους ταυτότητα προβάλλει άμυνες απέναντί της, δοσμένη στις καταγωγικές εστίες.

Μέσα στα δυσοίωνα νέφη που την σκεπάζουν, η Αθήνα κρύβει εκπλήξεις. Το πράσινό της δεν υπήρξε προτεραιότητα στην αστική της σύνθεση, έχει όμως μία απροσδόκητη παρουσία έξω από τακτοποιημένες χωροταξίες που δεν συναντάται σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αφήνοντας το αποτύπωμά του στη φυσιογνωμία κάθε γωνιάς της πόλης. Εκεί ανάμεσα κρύβονται μικροί θησαυροί της ιστορικής της διαδρομής, κιβωτοί μίας ιστορικής άνοιξης, όπου η Αθήνα είχε την αρετή της ελπίδας, την πιο υποτιμημένη από την τριάδα των αρετών (πίστη, αγάπη) κατά τον Τέρι Ίγκλετον. Σε δρόμους γνώριμους, αρκεί μία παύση από τον αναίτιο και αδιάλειπτο αγώνα στίβου της καθημερινότητας για να αντιληφθεί κάποιος ένα νεοκλασσικό, μάρτυρα συμβάντων που άλλαξαν τη μοίρα της πόλης του ή μία νέα οπτική γωνία σε κτήρια πολυφωτογραφημένα και πολυσύχναστα.

Κάπου εκεί συναντιούνται τα νήματα της μνήμης της πόλης και της ζωής  των κατοίκων της. Οι πίκρες, οι χαρές, οι προσδοκίες, οι ελπίδες, οι απογοητεύσεις τους αλληλοπεριχωρούνται με τα στενά πάνω από τη Σόλωνος, με σκαλάκια στην Πλάκα με χαμηλοτάβανα στο Χαλάνδρι, με τις σκληρές ανηφόρες στου Ζωγράφου. Έτσι η πόλη παίρνει το χώρο που της αναλογεί: Καλεί διακριτικά αλλά αποφασιστικά τον παρατηρητή-κάτοικο να της αφιερώσει την προσοχή που της αρμόζει, να την συλλογιστεί ανοιχτόμυαλα, να τη σεβαστεί για αυτό που είναι. Με ενδεχόμενη την υπόρρητη απαίτηση να την αγαπήσει.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply