Tα μοναδικά Ζαγόρια


Του Αλέξανδρου Ντάσκα


Είναι άραγε τα Ζαγόρια ευλογημένα από την φύση ή έφτιαξαν μόνα τους την ευλογία που είναι τα ίδια; Όσες φορές κι αν τα επισκεφθεί κανείς, δεν μπορεί να αποφασίσει. Το φυσικό τοπίο είναι ανυπέρβλητο. Κορυφές που προκαλούν δέος, κρυστάλλινο νερό που χαϊδεύουν τα κλαδιά της ορεινής βλάστησης, ένας ολόκληρος ορεινός ζωικός κόσμος που ζει μέσα στα πυκνά δέντρα, πότε πράσινα, πότε χρυσαφένια και κόκκινα, πότε λευκά από το χιόνι. Πόσα μέρη στην Ελλάδα, τέλοσπάντων, διαθέτουν Αστράκα, ή φαράγγι του Βίκου; Αλλά, από την άλλη, είναι και τα χωριά. Πετρόχτιστα, αυστηρά, βγαλμένα από σκηνικά που ξετυλίγονται στα διηγήματα εποχής. Άνθρωποι με μεγάλη συνείδηση του πλούτου που διαφυλάσσουν, με άψογη τουριστική παιδεία που προσφέρουν στον επισκέπτη ευκαιρίες και ανέσεις που κανείς δεν θα ανέμενε να βρει στα ελληνικά βουνά. Με αυτόν τον συνδυασμό, πώς μπορούν τα Ζαγόρια να είναι κάτι άλλο από ένα διαρκές success story του ελληνικού τουρισμού;

Όποιος άμαθος από την περιοχή δει φωτογραφίες από τα χιονισμένα Ζαγόρια, χωρίς να έχει δει ποτέ του τον χάρτη, θα πιστέψει ότι βρίσκονται απομακρυνσμένα από τον πολιτισμό, δυσπρόσιτα και προορισμένα μόνο για τους επίμονους διώκτες της ορεινής απομόνωσης. Όμως τα Ζαγόρια είναι δίπλα στα πολύβουα και νεανικά Ιωάννινα. Σε ταξίδι λιγότερο της μισής ώρας με το αυτοκίνητο από την κεντρική τους πλατεία μπορεί να ξεπροβάλλει το πρώτο Ζαγοροχώρι. Στο Κεντρικό και το Δυτικό Ζαγόρι υπάρχουν τα πιο γνωστά από αυτά: Η Βίτσα, το Μονοδένδρι, το Τσεπέλοβο στο Κεντρικό. Η Αρίστη και το Μεγάλο Πάπιγκο (με κοντά του το δίδυμο Μικρό) στο Δυτικό.  Καθένα τους ένα κόσμημα που συναγωνίζεται σε ομορφιά το τοπίο γύρω τους, καλοδιατηρημένα, με σεβασμό στο περιβάλλον και στην παράδοσή τους, καθαρά, περιποιημένα, απρόσμενα φιλόξενα.

Οι Ζαγορίσιοι είναι επαγγελματίες του τουρισμού εδώ και πολλά χρόνια. Τα παλαιότερα καταστήματα μετρούν πάνω από μισό αιώνα ζωής. Έχουν εξοικειωθεί με τους ξένους, αν και στην ορεινή Ήπειρο οι πληθυσμοί, σκληροτράχηλοι και πολεμικοί στην καταγωγή, συνήθως και με ιστορία ανυπότακτου, διεκδικούσαν επίμονα την απομόνωσή τους, έχοντας επιφυλακτικότητα στα όρια της δυσπιστίας απέναντι σε κάθε τι προερχόταν έξω από τα στενά όρια του χωριού τους. Είναι αλήθεια ότι πανέμορφες τοποθεσίες μπορεί κανείς να εντοπίσει και σε άλλες περιοχές των ορεινών όγκων της Ηπείρου. Στις περισσότερες περιοχές όμως ο παραδοσιακός χαρακτήρας έχει χαθεί. Κάτι η φτώχεια, κάτι η έλλειψη εκτίμησης στους θησαυρούς που κρατούσαν, κάτι οι φυσικές καταστροφές (οι σεισμοί είναι χρόνια πληγή στα ηπειρώτικα χωριά) εξαφάνισαν τις μνήμες αλλοτινών καιρών για χάρη του δύσμορφου τσιμέντου και λοιπών πρόχειρων κατασκευασμάτων.

Οι Ζαγορίσιοι όμως όχι μόνο διατήρησαν τα μέρη τους, (από ένα χρονικό σημείο και μετά υποχρεωτικώς, λόγω της ανακήρυξης της περιοχής σε εθνικό πάρκο) αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργήσει υποδομές για να πολλαπλασιάσουν τα δώρα της φύσης και των προγόνων τους. Δίπλα στις χαρακτηριστικές ηπειρώτικες εκκλησίες με τη γκρίζα πέτρα και τα περιστύλιά τους μπορεί κανείς να δει εστιατόρια, ξενοδοχεία, καφενεία που θα πίστευε ότι κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στο κέντρο του Κολωνακίου από πλευράς ποιότητας, αν όχι εκζήτησης -  με απόλυτο πάντοτε σεβασμό στην αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των Ζαγοροχωρίων. Γκουρμέ γεύσεις, ξενώνες πολυτελείας, υπέροχοι κήποι κάτω από αμπέλια, όμορφα τραπεζάκια δίπλα σε βιβλιοθήκες, ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί έχουν σκεφτεί οι επαγγελματίες της περιοχής για να αιχμαλωτίσουν τους επισκέπτες, καθώς αυτοί επιστρέφουν από πεζοπορία στα μονοπάτια βουνών που ξύνουν τον ουρανό. Ευγενείς και χαμογελαστοί ως επί το πλείστον, εξυπηρετούν ταξιδιώτες από όλα τα μέρη του κόσμου, όλο τον χρόνο. Ακόμη και το καλοκαίρι, συνειδητοί λάτρεις των ορεινών από ευρωπαϊκές χώρες και την Αμερική εμφανίζονται κάτω από τους πλατάνους να πίνουν τον καφέ τους ή με τα σακίδια στην πλάτη να εξερευνούν τον δρόμο για κάποιο μοναστήρι χτισμένο στην άκρη ενός βαράθρου. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το επίπεδο τουριστικής παιδείας των Ζαγοροχωρίων μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνο των πιο δημοφιλών νησιωτικών προορισμών του Αιγαίου και του Ιονίου.

Ένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις επιχειρήσεις των Ζαγοροχωρίων που ζουν από τον τουρισμό, είναι η εντοπιότητα των υλικών και η τοπική ταυτότητα που προάγουν σε όλες τις παροχές προς τον επισκέπτη, από τη διατροφή μέχρι τη διαμονή. Στα ορεινά των Ιωαννίνων ευδοκιμούν για παράδειγμα τα μανιτάρια. Είναι δυσχερέστατο να βρει κανείς ένα κατάστημα εστίασης που να μην προσφέρει το συγκεκριμένο έδεσμα σε πολλές και ευφάνταστες παραλλαγές. Υφίσταται μάλιστα και περίπτωση καταστήματος εξειδικευμένου στη μανιταροφαγία (το «Κανέλλα και Γαρύφαλλο» στη Βίτσα) με ιδιοκτήτη έναν περιβαλλοντολόγο-μυκητολόγο και άπειρες νοστιμότατες ποικιλίες και συνδυασμούς μανιταριών.  Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα υπόλοιπα ζωικά και φυτικά προϊόντα, εισάγοντας έτσι τον επισκέπτη σε μία ιδιαίτερη και αυθεντική κουζίνα που θα συναντήσει μόνο στο συγκεκριμένο τόπο.

Δεύτερο στοιχείο της περιοχής είναι η μικρή κλίμακα των επιχειρήσεων. Παρότι δεν λείπουν και τα μεγαλύτερα –υψηλής ποιότητας- ξενοδοχειακά συγκροτήματα (όπως το «Aristi Mountain Resort» στην Αρίστη ή τα «Μονοπάτια» στα Άνω Πεδινά) τα οποία ωστόσο είναι και αυτά πλήρως εναρμονισμένα με το τοπίο και ιδιαίτερα φιλόξενα, χωρίς απρόσωπο, μαζικοποιημένο χαρακτήρα, οι χαρακτηριστικότερες ξενοδοχειακές μονάδες είναι οικογενειακοί ξενώνες που διατηρούν παλιές κατοικίες με την παραδοσιακή ζαγορίσια αρχιτεκτονική. Αρκετοί από αυτούς διατηρούν τους δικούς τους κήπους, άλλοι εξασφαλίζουν κρέας, γάλα και τυρί από βοοειδή και αμνοερίφια εκτρεφόμενα στην περιοχή ή και από τους ίδιους, ή ακόμη και την πασίγνωστη πέστροφα, βασικό διατροφικό είδος των παραποτάμιων ηπειρώτικων περιοχών, άλλοι έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν ή να παρασκευάζουν τοπικά προϊόντα όπως λικέρ, μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού, ενώ διασώζουν και την ιστορία των οικισμών, καθώς οι υπεύθυνοι τους έχουν το μεράκι και τη γνώση να προσφέρουν πληροφόρηση στον επισκέπτη για τη διαδρομή στο χρόνο κάθε χωριού και των κυριότερων οικημάτων. Εν ολίγοις, κατορθώνουν μέσα στην οικογενειακή ατμόσφαιρα τους όχι μόνο να διασώζουν το ήθος της παραδοσιακής ελληνικής φιλοξενίας που έχει χαθεί μέσα στις κτηνώδους μεγέθους μονάδες της τουριστικής βιομηχανίας αλλά και την αυθεντικότητά τους.

Η νοοτροπία αυτή, όπως περιγράφεται παραπάνω, φανερώνει μία αξιοθαύμαστα συνεπή στόχευση στον επισκέπτη με αξιώσεις ποιότητας. Και ακριβώς επειδή στο συγκεκριμένο target group δεν αρκεί μόνο η ποιοτική διατροφή, προσφέρονται επίσης, στο μέτρο του δυνατού, και αρκετές πολιτιστικές ευκαιρίες. Η διοργάνωση εκθέσεων, η λειτουργία βιβλιοθηκών, ακόμη και διαφόρων εναλλακτικών εκδηλώσεων που συνδυάζουν τη φυσική άσκηση με επιστημονικά και άλλα εργαστήρια είναι συνήθης πρακτική των Ζαγορισίων. Επιτυγχάνεται με αυτόν τον τρόπο μία αναπάντεχη ισορροπία ανάμεσα στην απομόνωση, την γαλήνη και την εσωτερικότητα που προσφέρουν οι ορεινοί όγκοι, με την ενεργητικότητα και το ενδιαφέρον της πολιτιστικής ζωής. Άλλωστε, τα Ζαγοροχώρια διαθέτουν μακρά παράδοση. Υπήρξαν αυτόνομη περιοχή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας με ισχυρή αυτοδιοίκηση, η οποία κατόρθωσε να προοδεύσει και να δημιουργήσει πλούτο και πολιτισμό μέσα στην αγριότητα της Πίνδου. Συντελέστηκε εκεί μία ευτυχής σύζευξη της έννοιας της προσωπικής ευθύνης που αναπτύσσεται στις απομονωμένες ορεινές κοινότητες με τις υλικές και πνευματικές δυνατότητες για εξωστρέφεια και κοινωνικότητα που εξασφαλίζει η ελεύθερη αυτοθέσμιση. Αυτοί οι παράγοντες, που επιβιώνουν από γενιά σε γενιά, διαμόρφωσαν το υψηλό επίπεδο συνείδησης που συναντά κανείς στους κατοίκους και επαγγελματίες της περιοχής.

Σε κάθε εποχή του χρόνου, και όχι λιγότερο την άνοιξη που πλησιάζει αξίζει σύστασης η επίσκεψη στα Ζαγοροχώρια και μία ενδελεχή εξερεύνησή τους.  Ξεκινώντας από τα πιο κοντινά στα Ιωάννινα, την Βίτσα και το Μονοδένδρι (όπου θα δοκιμάσετε απαραιτήτως την φημισμένη «κικιτσόπιτα»), στη συνέχεια στο Τσεπέλοβο (δίπλα στο βγαλμένο από ταινία εποχής δημαρχείο του θα βρείτε τον ξενώνα «Μικρή Άρκτος») και στο Καπέσοβο (ένα μικρό αλλά πανέμορφο χωριουδάκι που λειτουργεί ουσιαστικά γύρω από τον ξενώνα του «Θουκυδίδη»). Στα νότια των Ζαγοροχωρίων θα βρείτε την Ελάτη και το Δίκορφο, από όπου θα βρείτε την πιο επιβλητική θέα από τις ακρώρειες του ορεινού όγκου της Τύμφης μέχρι και τα Τζουμέρκα. Μία όμορφη βόλτα θα περνά και από τα Άνω και Κάτω Πεδινά όπου μπορείτε να θαυμάσετε και βυζαντινές εκκλησίες, ενώ συνεχίζοντας τον δρόμο θα φτάσετε στην πάντα ζωντανή Αρίστη, και διαβαίνοντας τον Βοϊδομάτη (όπου αξίζει να κάνετε μία στάση για να θαυμάσετε το χρώμα των παγωμένων νερών του-και να δοκιμάσετε πόση ώρα μπορείτε να κρατήσετε το χέρι σας μέσα σε αυτά) να φτάσετε κάτω από τη σκιά του βράχινου οχυρού της Αστράκας, στο Πάπιγκο, Μεγάλο και Μικρό (με τους ξενώνες Astra και Δία αντίστοιχα).  Το βέβαιο είναι ένα: Αν επισκεφτείτε τα Ζαγόρια μία φορά, αυτή δεν θα είναι η τελευταία.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply