Ο Λατινοαμερικανός Θερβάντες δεν κυνηγούσε ανεμόμυλους


Του Αλέξανδρου Ντάσκα


Το να δημιουργήσεις γεγονότα ιστορικά απαιτεί μίας τάξεως πολιτικές και στρατηγικές ικανότητες. Το να συνθέσεις ένα ιστορικό αφήγημα που να παραμένει ακλόνητο διαχρονικά – αυτό είναι δουλειά ενός πνευματικού ανθρώπου. Και το έργο ενός πνευματικού ανθρώπου μπορεί κάλλιστα να είναι ιστορικό γεγονός, ικανό να συνθέσει ταυτότητα. Διά της πλατωνικής γραφίδας βεβαιούται κατηγορηματικά ότι η ίδια η Ελλάδα είναι δημιούργημα ενός λογοτέχνη, του Ομήρου: “Όμηρος την Ελλάδα πεπαίδευκεν”. Στη σημερινή εποχή της εγγράματης αμορφωσιάς, κάτι τέτοιο αποβαίνει δυσχερέστερο. Όπως όμως αποδεικνύει η περίπτωση του περίφημου Κολομβιανού συγγραφέα Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες, η πένα δεν έχει γράψει ακόμη την τελευταία της λέξη στην Ιστορία.

Ως γνωστόν, ο Μάρκες εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο πλήρης ημερών, στα 87 του χρόνια, την προηγούμενη άνοιξη. Μανιώδης καπνιστής, έπασχε από καρκίνο των λεμφαδένων ήδη από το 1999, γεγονός που του στοίχισε μία μακρόχρονη βασανιστική περίοδο νοσηλείας και εν τέλει την ίδια του την ζωή. Η ανακοίνωση του θανάτου του, στις 17 Απριλίου 2014, προκάλεσε κύμα συγκίνησης τόσο στην πατρίδα του, την Κολομβία, όσο και στο Μεξικό όπου είχε εγκατασταθεί ήδη από το 1961. Ο πρόεδρος της Κολομβίας Χουάν Μανουέλ Σάντος έσπευσε όχι μόνο να εκφράσει τη θλίψη του στον  προσωπικό του λογαριασμό στο Twitter για τον θάνατο του «σπουδαιότερου Κολομβιανού όλων των εποχών», αλλά να απευθύνει και τηλεοπτικό διάγγελμα στον λαό της Κολομβίας, κηρύσσοντας τριήμερο εθνικό πένθος, με την εντολή να κυματίζουν μεσίστιες όλες οι σημαίες στα δημόσια κτήρια της χώρας.

Στο διάγγελμά του, ο Σάντος χαρακτήρισε τον βραβευμένο με το Νόμπελ Λογοτεχνίας από το 1982 συγγραφέα ως τον «πιο αγαπητό και αξιοθαύμαστο συμπατριώτη μας. Υπήρξε, και δεν υπερβάλλω, ο Κολομβιανός ο οποίος σε ολόκληρη την ιστορία της χώρας μας μετέφερε πιο μακριά και πιο ψηλά το όνομα της πατρίδας μας.»

Τα πράγματα επιβεβαιώνουν τον προεδρικό ισχυρισμό. Τα μυθιστορήματα του «Γκάμπο», όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά οι θαυμαστές του, μεταφράστηκαν σε δεκάδες γλώσσες και πωλήθηκαν σε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλον τον κόσμο, χαρίζοντας του τεράστια αναγνώριση και βάζοντας την Κολομβία στον ψυχικό χάρτη απλών ανθρώπων που ενδεχομένως δεν θα την είχαν ποτέ ακούσει διαφορετικά. Ο Μάρκες ήταν ο κορυφαίος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος του «μαγικού ρεαλισμού», του χαρακτηριστικά λατινοαμερικανικού είδους που γνώρισε άνθηση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ιδίως τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του περιλαμβάνονται διηγήματα όπως «Ο Συνταγματάρχης Δεν Έχει Κανέναν Να Του Γράψει», το περίφημο «Εκατό Χρόνια Μοναξιά» (το οποίο είχε χαρακτηριστεί από τον Κάρλος Φουέντες ως «ο λατινοαμερικανός Δον Κιχώτης»), το «Φθινόπωρο ενός Πατριάρχη», το «Χρονικό Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου» και ο «Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας».

Το έργο του συνέθετε υπερφυσικά συμβάντα με τις κωμικοτραγικές κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες μίας εξαιρετικά ταραγμένης περιόδου της λατινοαμερικανικής ιστορίας αλλά και της ιδιαίτερης πατρίδας του. Η κανονικοποίηση του χάους και οι σχεδόν σουρρεαλιστικές καταστάσεις που εκτυλίσσονταν στην Κολομβία και στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική άφησαν βαθύ σημάδι στη λογοτεχνία του, διαπλεκόμενες με τις καθημερινές λεπτομέρειες της ζωής.

Πόσο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ένας κάθε άλλο παρά ουδέτερος πολιτικά συγγραφέας σε μία καθημαγμένη από την εμφύλια σύρραξη χώρα καταλήγει να γίνει το εθνικό της σύμβολο; Ο Μάρκες, ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών ακόμη συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής, ήταν έντονα πολιτικοποιημένος, προσεγγίζοντας τις κομμουνιστικές αντιλήψεις. Συνδέθηκε με  προσωπική φιλία με τον Φιντέλ Κάστρο (όπως συνέβη πολλές δεκαετίες μετά και με τον Μπιλ Κλίντον...), ταξιδεύοντας στην Κούβα μετά την επικράτηση της Επανάστασής του, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες του απαγόρευσαν επί μία δεκαετία να ταξιδέψει στο έδαφός τους, αφότου βοήθησε στην ίδρυση του κρατικού κουβανικού πρακτορείου ειδήσεων στη Νέα Υόρκη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν διαχρονικά στόχος της έντονης κριτικής του, πλέον πρόσφατα και για τον περίφημο «Πόλεμο εναντίον των Ναρκωτικών» τον οποίο ο Μάρκες στηλίτευσε ως ένα εργαλείο ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική. Από τα πυρά του ελέγχου του φυσικά δεν ξέφυγαν ούτε οι πολιτικοί ηγέτες της χώρας του. Από την πλευρά της, η Ουάσινγκτον είχε κατηγορήσει τον Μάρκες ότι χρηματοδοτούσε τους αριστερούς αντάρτες στον πολύχρονο εμφύλιο πόλεμο της Κολομβίας, ενώ αρκετοί εκ των συμπατριωτών του τον μέμφονταν για το ότι δεν συνέβαλε στον τερματισμό της εμφύλιας διαμάχης, προτιμώντας να εγκαταλείψει την χώρα. Ο Μάρκες ζούσε από το 1961 κατά κύριο λόγο στην Πόλη του Μεξικού, και κατά περιόδους στην Καρταχένα της Κολομβίας, στην Αβάνα και στην Βαρκελώνη, από όπου ωστόσο παρέμενε πάντοτε ενεργός στα πολιτικά πράγματα της πατρίδας του. Την μνήμη του τίμησε και το Μεξικό διά στόματος του Προέδρου της χώρας Ενρίκε Πένια Νιέτο, καθώς ο «Γκάμπο» πέρασε σχεδόν μισό αιώνα στη χώρα.

Αναπόφευκτα, δεν έχουν ξεχάσει όλοι οι αντίπαλοί του στην Κολομβία το μίσος που διαίρεσε τη χώρα, προκαλώντας αφόρητο πόνο στον λαό της. Πώς έγινε λοιπόν δυνατό να μετατραπεί σε σύμβολο εθνικής ενότητας μία εν ζωή βαθύτατα πολωτική προσωπικότητα; Η προφανής απάντηση, όπως μπορούμε ως Έλληνες να κατανοήσουμε παραλληλίζοντας με αντίστοιχα δικά μας παραδείγματα, βρίσκεται στο αίσθημα υπερηφάνειας που διακατέχει μία χώρα για τη διεθνή καταξίωση ενός από τέκνα της και την «νίκη» που αντανακλά σε εθνικό επίπεδο με την «κατάκτηση» ενός Νόμπελ. Δεν αρκεί όμως για την περίοπτη θέση ως κορυφαίας προσωπικότητας της Κολομβίας διαχρονικά.

 Μία δεύτερη και προσεκτικότερη ανάγνωση σχετίζεται με τις ευαισθησίες που αντανακλούν στις σελίδες του. Ευαισθησίες που του πρόσφεραν ψυχικό σύνδεσμο με δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον κόσμο και οι οποίες ανάγονται στην κοινή ανθρώπινη φύση και στην ικανότητα του Μάρκες να την γοητεύει. Τα βιβλία του πραγματεύονται πανανθρώπινες καταστάσεις. Ο πόνος, η χαρά, ο έρωτας, η μοναξιά, η θλίψη, η εύθραυστη φύση του ανθρώπου απευθύνονται στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όμως και αυτή ακόμη η διάσταση της διεθνούς απήχησης του έργου του δεν είναι αρκετή για να εξηγήσει την έντονη ταύτιση μίας χώρας με ένα πρόσωπο τόσο αμφιλεγόμενο. Η τρίτη ματιά δεν μπορεί παρά να αφορά τη βαθιά λατινοαμερικανική έμπνευση του Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες, όπως την εξήρε ο Φιντέλ Κάστρο, την έντονη όσο και αβίαστη εκπροσώπηση του βιώματος της χώρας του αλλά και ολόκληρης της ηπείρου του. Οι επιρροές του άλλωστε διακρίνονταν από τον αμερικανοκεντρισμό τους. Εκτός της Μεταμόρφωσης του Κάφκα, το έργο του επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τον Αργεντινό Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τον Μεξικανό Χουάν Ρούλφο και ιδίως από τον Αμερικανό Ουίλιαμ Φώκνερ. Τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας στην αγροτική Κολομβία εύρισκαν διέξοδο στην γραφίδα του. Γεννημένος το 1927 στην πόλη Αρακατάκα της επαρχίας Μαγκνταλένα, όπου οι μπανανοφυτείες ήταν το κυριότερο μέσο επιβίωσης για χιλιάδες ανθρώπους, χρησιμοποίησε την πνιγηρή ατμόσφαιρά της για να περιγράψει το Μακόντο, το φανταστικό χωριό που υπήρξε το σκηνικό του έργου του «Εκατό Χρόνια Μοναξιά». Το ίδιο το όνομά του το δανείστηκε ο Μάρκες ακριβώς από μία μπανανοφυτεία στην περιοχή της Αρακατάκα. Ο ίδιος ο Μάρκες αναφέρει ότι η εξιστόρησή του επηρεάστηκε ιδιαίτερα από την γιαγιά του και το ανέκφραστο, σαν από πέτρα πρόσωπό της, καθώς διηγείτο το πιο απίστευτα πράγματα. Ο «μαγικός ρεαλισμός» του έμελλε να χρησιμοποιήσει συνειδητά ως πρότυπο ακριβώς αυτή την τεχνική του πρώτου «παραμυθά» που γνώρισε στην ζωή του.

Κυρίως όμως ο Μάρκες αντανακλούσε με φυσικό τρόπο τα πιο βαθιά  αισθήματα που μοιράζονταν οι Κολομβιανοί βιώνοντας τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που λάμβαναν χώρα. Στο διάγγελμά του, ο πρόεδρος Σάντος δεν δίστασε να εκτιμήσει ότι είναι η ίδια η Κολομβία εκείνη που εκπροσωπεί τον μαγικό ρεαλισμό. Αντλώντας αβίαστα από τις ρίζες της συλλογικής ψυχής, ο Μάρκες κατόρθωσε να συνδεθεί με τον πνευματικό βάθος της χώρας του και να το εκπροσωπήσει επαξίως στο διεθνές στερέωμα. Κατόρθωσε, κυρίως, να διατηρήσει τη γνησιότητά του στη γραφή, να οικοδομήσει μία στέρεη συγγραφική ταυτότητα και με αυτή να ανοιχτεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Η προσωπική του ταυτότητα δεν θα είχε αυτή τη στερεότητα χωρίς το αποθησαύρισμα της συλλογικής πείρας της πατρίδας του, που τον σημάδεψε βαθύτατα, ώστε να οικοδομήσει έναν υγιή διεθνισμό στη σκέψη και τη δράση του.

Εν τέλει, η έντονη πολιτική του δράση, ο αιχμηρός του λόγος, η περιφρόνησή του προς την ασφάλεια της ουδετερότητας προέρχονταν από τις έντονες ευαισθησίες που χαρακτήριζαν το έργο του. Πηγή τους ήταν η δίψα για δικαιοσύνη, για ελευθερία, για νόημα ζωής. Η σύγκρουση ήταν το αναγκαίο τίμημα για την επικράτηση των ιδεών που είχε οδηγό στην ζωή του. Δεν προτίμησε τον εγωκεντρισμό και την αυταρέσκεια, ούτε βολεύτηκε με τα κατά συνθήκην ψεύδη που καθησυχάζουν τις συνειδήσεις των ουσιωδώς αποτυχημένων. Τόλμησε, σε έναν τόπο και σε έναν χρόνο όπου ήταν απαγορευμένο να τολμάς. Όλη αυτή η ζωτικότητα γέννησε μία υψηλή συγγραφική παραγωγή, με πίστη και σεβασμό στην παράδοση που κληρονόμησε, με συναισθηματική εντιμότητα απέναντι στους αναγνώστες του, με την ελευθερία και την ευρυχωρία του ανήσυχου πνεύματος, με την εργατικότητα και την οραματική συνέπεια ενός αγωνιστή, με τα σφάλματα ενός αληθινού ανθρώπου.

Η Κολομβία δικαίως καυχάται για τον Μάρκες, όταν η χώρα μας έχει σήμερα να αντιπαρατάξει απέναντί του το συγγραφικό έργο από μετριότητες μεχρι το μέγεθος του... Κουφοντίνα. Στερούμενη πια και ρεαλισμού και μαγείας, η Ελλάδα δεν είναι -καν- η Κολομβία των Βαλκανίων. Τις συνέπειες αυτής της πνευματικής στειρότητας, της έλλειψης μίας διανόησης με εμβέλεια πέρα από τα αλληλοσυγχαρητήρια των ημετέρων και της αδιαφορίας -αν όχι καταφρόνησης- του ελληνικού λαού προς τα γράμματα, η χώρα μας τις βιώνει με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν να της γράψει. Αδυνατεί να ονειρευτεί, και γι' αυτό δεν μπορεί να σταθεί στην πραγματικότητα. Ο κατά Φουέντες Λατινοαμερικανός Θερβάντες είχε τη γενναιότητα να ονειρευτεί, αλλά και να κατασκευάσει όνειρα για άλλους. Και η ζωή του τα επέστρεψε απλόχερα.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply