Οι νέες προϋποθέσεις εγγραφής ασκουμένων δικηγόρων με πτυχία από την Ε.Ε.


Του Αλέξανδρου Ντάσκα




Με τις διατάξεις του νόμου 4254/2014 «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ Α’85/07.04.2014) επήλθε σημαντική τροποποίηση στους όρους για την αναγνώριση αλλοδαπών πτυχίων Νομικής, καθώς και για τις προϋποθέσεις ασκήσεως της δικηγορίας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ισχύουσα διάταξη:

«1.Πτυχιούχοι ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής μπορούν να πραγματοποιούν άσκηση στην Ελλάδα, εφόσον:
α) είναι πολίτες κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου συμβαλλόμενου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,
β) είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων των ανωτέρω υπό (α) Κρατών.»

Η διάταξη αυτή τροποποίησε το προϊσχύον δίκαιο του άρθρου 15 του ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α’208/27.09.2013 και ΦΕΚ A'242/06.11.2013) και συγκεκριμένα της παραγράφου 1, περιπτώσεως (β), σύμφωνα με την οποία πτυχιούχοι ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής – πολίτες κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου συμβαλλομένου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, προκειμένου να εγγραφούν στα μητρώα ασκουμένων των δικηγορικών συλλόγων έπρεπε να “είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής αναγνωρισμένου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος των ανωτέρω κρατών και το πτυχίο τους έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αντίστοιχο με το απονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων Νομικής Σχολής.»

Όπως δήλωσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης στη Βουλή κατά τη συζήτηση του πολυνομοσχεδίου, η τροποποίηση αυτή επήλθε σε εφαρμογή και συμμόρφωση προς την κοινοτική νομοθεσία. Οι βασικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το προϊσχύον δίκαιο είναι οι ακόλουθες: α) Το πτυχίο πρέπει να προέρχεται από Νομική Σχολή Πανεπιστημιακού Ιδρύματος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και όχι από Νομική Σχολή οποιουδήποτε «αναγνωρισμένου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος» τους. β) Το πτυχίο δεν απαιτείται να έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αντίστοιχο με τα απονεμόμενα από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών Πανεπιστημίων.

Εφόσον, επομένως, οποιοσδήποτε Ευρωπαίος πολίτης πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις, εγγράφεται στο μητρώο ασκουμένων δικηγόρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας χωρίς καμιά άλλη διαδικασία και προσλαμβάνει την ιδιότητα του ασκουμένου δικηγόρου. Μετά την ολοκλήρωση της δεκαοκτάμηνης άσκησης του δικαιούται να μετάσχει στις πανελλήνιες εξετάσεις για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας και μετά την επιτυχία του σε αυτές εγγράφεται στον Δικηγορικό Σύλλογο του Πρωτοδικείου της επιλογής του με την ιδιότητα του δικηγόρου, κατόπιν σχετικής αιτήσεως στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Καίριο επομένως είναι το ζήτημα, ποιά εκπαιδευτικά ιδρύματα των ευρωπαϊκών κρατών πληρούν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στην έννοια του «Πανεπιστημιακού Ιδρύματος» κατά τα ανωτέρω οριζόμενα.

Στην Κύπρο,  το αντίστοιχο ερώτημα απαντάται με τον καταρτισμό επίσημου πίνακα αναγνωρισμένων πτυχίων Νομικών Σχολών αλλοδαπών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων που καταρτίζεται από την αρμόδια Νομική Υπηρεσία της Κύπρου. Με τον τρόπο αυτό αίρεται κάθε αμφιβολία σχετικά με τα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων πτυχίων από την αλλοδαπή και επιλύεται αυθεντικά οποιοδήποτε ζήτημα ανακύπτει.

Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ασκούντες το δικηγορικό επάγγελμα σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δικαίωμα αυτόματης εγγραφής στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους με την ιδιότητα του Κοινοτικού Δικηγόρου, καθίσται εμφανές ότι η Ελλάδα έχει άρει κάθε περιορισμό στους αλλοδαπούς νομικούς τόσο για την έναρξη της άσκησής τους όσο και για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Επομένως, λυδία λίθος προκειμένου να διατηρήσει την επαγγελματική του αξία το πτυχίο μίας ημεδαπής Νομικής Σχολής στα πλαίσια της εν Ελλάδι ασκήσεως δικηγορίας είναι να καθοριστεί με ακρίβεια ποιά εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού είναι «πανεπιστημιακά» κατά την έννοια του νόμου. Σε διαφορετική περίπτωση και εφόσον οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν έχουν την ικανότητα του ΔΟΑΤΑΠ για να προβούν στις αναγκαίες κρίσεις, υφίσταται ο κίνδυνος, είτε να μην επικρατήσουν ενιαία κριτήρια (σε βάρος ή προς όφελος των πτυχιούχων από σχολές της αλλοδαπής) είτε να επέλθει ισοπέδωση του κύρους των πτυχίων ημεδαπών (αποκλειστικώς και υποχρεωτικώς δημοσίων) Πανεπιστημίων, εφόσον θα καταστούν εξισωθέντα με τίτλους σπουδών που δεν θα είναι ισότιμοι ή/και αντίστοιχοι με αυτά.

Με λήψη υπ’ όψιν των παραπάνω επιφυλάξεων, η νομοθέτηση των αλλαγών αποτελεί βήμα προς την θετική κατεύθυνση εντός της λογικής της ενιαίας αγοράς εργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς απλοποιεί τις διαδικασίες και διευκολύνει την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος χωρίς τους φραγμούς των εθνικών συνόρων. Το ερώτημα, κατά πόσον η ενοποίηση της αγοράς εργασίας και εν γένει η ενοποίηση πολιτικών στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επωφελής για την χώρα είναι διαφορετικό ζήτημα. Η Ελλάδα έχει πικρή εμπειρία από την εφαρμογή τους σε άλλες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η οποία ισοπέδωσε την ελληνική γεωργία σε πλήθος αγροτικών προϊόντων, συνετέλεσε στην ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου και αύξησε κατακόρυφα το κόστος παραγωγής στην ελληνική κτηνοτροφία, όπου οι ζωοτροφές κατέστησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου εισαγόμενες. Αλλά και ολόκληρη η χώρα κατέστη περιοχή μειωμένης τροφικής αυτάρκειας, μειωμένης ποιότητας και πλήρως εξαρτώμενης από τις εισαγωγές του εξωτερικού.

Οι σκέψεις αυτές, ωστόσο, μπορούν να διατυπωθούν σε ένα θεωρητικό πλαίσιο που αμφισβητεί τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσο, όμως, η Ελλάδα μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αποδέχεται τις βασικές αρχές της, ιδίως όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί την τελευταία δεκαετία, η προβολή μη αναγκαίων διαδικαστικών δυσχερειών είναι επιζήμια για τη θέση της χώρας εντός των ευρωπαϊκών θεσμών.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply