Ένας αιώνας από την αρμενική γενοκτονία: ένα έγκλημα "μπροστά από την εποχή του"

-->


Του Αλέξανδρου Ντάσκα

Με τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την αρμενική γενοκτονία του 1915, επιστήμονες και ειδικοί έρχονται αντιμέτωποι με το φάσμα της λήθης. Πώς μπορούν να κρατήσουν στη μνήμη ως έγκλημα μοναδικής και πανανθρώπινης σπουδαιότητας το ανοσιούργημα των Οθωμανών να οδηγήσουν 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους σε μαρτυρικό θάνατο στα βάθη της Ανατολίας, τώρα που και οι τελευταίοι επιζώντες του δράματος φεύγουν από την ζωή. Πρόβλημα που θα απασχολήσει με τον ίδιο τρόπο και τους Εβραίους, σε 30 χρόνια από σήμερα.

Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο; Η αρμενική γενοκτονία έχει μία ιδιαιτερότητα. Αποτέλεσε την φρικώδη εφεύρεση των νοσηρών εγκεφάλων που την απεργάστηκαν. Ήταν η πρώτη φορά που ένα κράτος επεχείρησε να αφανίσει μία ολόκληρη εθνότητα και που αξιοποίησε τα βιομηχανοποιημένα μέσα της Νεωτερικότητας για να το επιτύχει. H Shoah, το εβραϊκό ολοκάυτωμα, δεν ήταν παρά η βιομηχανική τελειοποίηση της βαρβαρότητας κατά των Αρμενίων, που πολλαπλασίασε τον αριθμό των θυμάτων. Έξι εκατομμύρια Εβραίοι, τέσσερις φορές περισσότεροι από τους Αρμενίους, οδήγηθηκαν στα τρένα του θανάτου, στους θαλάμους αερίων και στις εκτελέσεις. Όμως, η ναζιστική Γερμανία ηττήθηκε ολοκληρωτικά στον πόλεμο και κατελήφθη από τους εχθρούς της. Ηττήθηκε και ηθικά, καθώς οι δίκες της Νυρεμβέργης υπήρξαν το θεμέλιο μίας νέας διεθνούς έννομης τάξης, δικάζοντας πάντως εκτάκτως και με ad hoc νομοθεσία τους επιζώντες πρωταγωνιστές της ναζιστικής «Τελικής Λύσης».

Αντιθέτως, η Οθωμανική Τουρκία ηττήθηκε μεν, όχι ολοκληρωτικά δε. Σώθηκε από τον διαμελισμό χάρη στο κεμαλικό κράτος που τη διαδέχθηκε. Οι κεμαλιστές είχαν σοβαρές διαφορές από τους Νεοτούρκους, είχαν όμως και πολλά κοινά σημεία. Ένα από αυτά, ήταν και παραμένει η απροθυμία τους να ανεχθούν μειονότητες στο τουρκικό έδαφος, επομένως και να αναγνωρίσουν την αρμενική γενοκτονία.

Το παράδοξο της αρμενικής υπόθεσης δεν έγκειται μόνο στην άρνηση του κράτους και του λαού που την διέπραξε να αναγνωρίσει την τεράστια ιστορική του ευθύνη. Έγκειται κυρίως στην αμφίσημη στάση της διεθνούς κοινότητας απέναντί της. Mολις 20 κράτη διεθνώς έχουν αναγνωρίσει την αρμενική γενοκτονία. Σε απόφασή του τον Δεκέμβριο του 2013, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκανε δεκτή την προσφυγή Τούρκου καθηγητή και πολιτικού κατά της Ελβετίας, όπου είχε αμετακλήτως καταδικαστεί ως αρνητής της αρμενικής γενοκτονίας, με το σκεπτικό ότι δεν υπάρχει διεθνής ομοφωνία ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των γεγονότων, ούτε έχει θεσμοθετηθεί νομική ευθύνη για την άρνησή τους. Ακόμη και το Ισραήλ, το κράτος των Εβραίων, θεματοφύλακας της μνήμης του εβραϊκού Ολοκαυτώματος, δεν έχει αναγνωρίσει επισήμως την γενοκτονία των Αρμενίων, εμμένοντας στη θέση της μοναδικότητας του εγκλήματος κατά των ομοθρήσκων του.

Εντούτοις, ο κορυφαίος ερευνητής γενοκτονιών του Ισραήλ δεν διατηρεί την παραμικρή αμφιβολία για τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος σε βάρος των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως γενοκτονίας, ενώ οι Ισραηλινοί ειδικοί συνεργάζονται σε επιχειρησιακό και συμβουλευτικό επίπεδο με τους Αρμενίους ομολόγους τους στη συγκέντρωση στοιχείων και στην προσπάθεια διεθνούς αναγνώρισης και ευαισθητοποίησης.

Ίσως διότι γνωρίζουν ότι μεταξύ των δύο ολοκαυτωμάτων υφίστανται άμεσοι συσχετισμοί, σε βαθμό ώστε να μην είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι η αρμενική γενοκτονία υπήρξε η πηγή έμπνευσης αλλά και το πεδίο δοκιμής για την επιστήμη θανάτου των Ναζί. Ο Αδόλφος Χίτλερ διατάσσοντας τους στρατηγούς του να προβούν χωρίς δισταγμούς και οίκτο στην εξόντωση των Εβραίων της Πολωνίας, αναδείκνυε ως μόνο δόγμα για τη δικαίωση της φρικαλεότητας που είχε κατά νου την νίκη, επικαλούμενος το παράδειγμα των Αρμενίων: «Ποιός θυμάται σήμερα τους Αρμενίους;» ήταν το ρητορικό του ερώτημα.

Αν θέλαμε να δωσουμε την απάντηση στο ερώτημα του Φύρερ, αυτή θα ήταν: οπωσδήποτε κάποιοι από τους παρισταμένους αξιωματικούς. Χαμηλόβαθμοι Γερμανοί αξιωματικοί ήταν παρόντες ως εκπαιδευτές κατά την οργάνωση των πορειών θανάτου των Αρμενίων, ενώ ορισμένοι ήταν παρόντες και κατά τη διάρκεια της σφαγής τους. Καθόλου τυχαία, η «Τελική Λύση» οργανώθηκε στο ίδιο πρότυπο. Όπως συνέβη και στην περίπτωση των Εβραίων, ανακοινώθηκε αρχικά στους Αρμενίους ότι θα εκτοπίζονταν σε άλλα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι άνδρες χωρίστηκαν από τις γυναίκες, οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και οι ίδιοι μετά από μεγάλες πορείες  ληστεύθηκαν και στη συνέχεια δολοφονήθηκαν με αγριότητα από ειδικές μονάδες του οθωμανικού στρατού με μαχαίρια και τσεκούρια. Ακριβώς όπως συνέβη με τους Einsatzkommandos της Βέρμαχτ στην Ουκρανία και τη Λευκορωσία, μονάδες δηλαδή που είχαν αναλάβει την εξόντωση του τοπικού εβραϊκού πληθυσμού. Οι γυναίκες και τα παιδιά των Αρμενίων ληστεύθηκαν, βιάστηκαν, αφέθηκαν να λιμοκτονήσουν ή δολοφονήθηκαν με την ίδια αγριότητα. Μαρτυρείται μάλιστα από τον Robert Fisk, Βρετανό ερευνητή που διεξήγαγε πλήθος συνεντεύξεων με επιζώντες, ότι οι Οθωμανοί στοίβαζαν σε σωρούς τα βρέφη και τους έβαζαν φωτιά: οι γιαγιάδες παρηγορούσαν τις μητέρες ότι τα σπαρακτικά ουρλιαχτά των βρεφών ήταν οι ψυχές τους που ανέβαιναν στον ουρανό. Οι Οθωμανοί όμως ανακάλυψαν ακόμη και τους θαλάμους αερίων, σε πρωτόγονο επίπεδο. Συνωθούσαν εκατοντάδες Αρμενίους μέσα σε σπήλαια στη βόρεια Συρία και ανάβοντας βεγγαλικά στην είσοδό τους προκαλούσαν ασφυκτικό θάνατο.

Έχοντας αυτές ακριβώς τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις από τη θητεία τους στην οθωμανική Ανατολή κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι τότε χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί είχαν γίνει μέχρι το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υψηλόβαθμοι αξιωματικοί, που στη συνέχεια ανέλαβαν οι ίδιοι το έργο της εξολόθρευσης των Εβραίων. Η ανύπαρκτη τιμωρία για το έγκλημα των Οθωμανών, όχι μόνο δεν απέτρεψε αλλά ενθάρρυνε και εκπαίδευσε τους μιμητές τους να επαναλάβουν και να τελειοποιήσουν το τερατούργημα.

Σήμερα, ωστόσο, το εβραϊκό Ολοκαύτωμα αναγνωρίζεται διεθνώς ως μοναδικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Το έγκλημα που αποτέλεσε τη βάση του, η αρμενική γενοκτονία, όχι. Μόλις πρόσφατα οι Τούρκοι ακαδημαϊκοί άρχισαν να αποδέχονται και να ερευνούν το γεγονός, ενώ αρκετοί Τούρκοι πληροφορούνται ότι αίμα Χριστιανών κυλά στις φλέβες τους, καθώς οι μητέρες και οι γιαγιάδες τους ήταν κορίτσια Αρμενίων που έπεσαν θύματα αρπαγής και πώλησης ως δούλων σε Μουσουλμάνους άνδρες. Παραμένει όμως ακόμη κυρίαρχη η θεώρηση στην Τουρκία ότι η αρμενική γενοκτονία δεν συνέβη ποτέ, και ότι, αν εν πάση περιπτώσει συνέβη, υπάρχει κάποια μορφή υπαιτιότητας των θυμάτων. Η τουρκική πλευρά δικαιολογεί τους θανάτους ως αποτέλεσμα της αδυναμίας του κρατικού μηχανισμού να συνδράμει τους πληθυσμούς που εκτόπισε, ως αποτέλεσμα του χάους του πολέμου, ακόμη και ως σύμμετρη απάντηση στη συνεργασία των Αρμενίων με τους Ρώσους κατά τη διάρκεια του πολέμου, που γέννησε την στρατηγική ανάγκη των Τούρκων όχι μόνο να διώξουν από τις εστίες τους τους Αρμενίους αλλά και να τους θανατώσουν. Καταγγέλλεται μάλιστα ότι οι Αρμένιοι διεξήγαγαν ένοπλο αγώνα για την ανεξαρτησία τους, φονεύοντας μισό εκατομμύριο Μουσουλμάνους και κυρίως Τούρκους. Απωθείται, τέλος, η τουρκική ενοχή προς την πλευρά των Κούρδων, που δήθεν ενήργησαν αυτοβούλως και εξαιτίας του μίσους που είχε αναπτυχθεί ένεκα των εθνοτικών συγκρούσεων (οι Κούρδοι κατοίκουν σήμερα στα εδάφη που ζούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα οι Αρμένιοι).

Πού βρίσκεται η αλήθεια; Η γενοκτονία ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας τοποθετείται σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, αυτό της Νεωτερικότητας. Πριν τη Νεωτερικότητα, είχαν συμβεί πολλές ακόμη περιπτώσεις εξολόθρευσης, ακόμη και ολοσχερούς, λαών και πληθυσμών. Από τους σφαγιασθέντες από τις ορδές του Τζένγκις Χαν μέχρι τους Ουγεννότους, από τους Καρχηδονίους μέχρι τους Ίνκας ή τους Σίου, είναι αμέτρητοι οι αριθμοί των θυμάτων μαζικών σφαγών, επειδή ήταν «άλλοι». Δεν μπορούν όμως να θεωρηθούν γενοκτονίες, με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Και αυτό, διότι δεν τίθενται εντός του νεωτερικού ιστορικού πλαισίου. Το τελευταίο είναι ουσιώδες στοιχείο περισσότερο στο επίπεδο του καταλογισμού, παρά σε εκείνο του αδίκου. Η Νεωτερικότητα προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο επίπεδο πολιτισμικής ανέλιξης. Προϋποθέτει την ανάπτυξη μίας συνειδήσεως καθολικής αποδοχής της αξίας του ανθρώπου, ανεξαρτήτως εθνότητας, θρησκείας, φυλής ή άλλης διακρίσεως. Προϋποθέτει, με άλλα λόγια, την κοινότητα, κατά το παραδοσιακώς λεγόμενο, «πεπολιτισμένων εθνών», από την οποία αναμένεται να θεωρείται πρωταρχικής σημασίας η αξία του ανθρώπου και αδιανόητη η εκμηδένισή της, με αντίστοιχη ευθύνη. Ενώ δηλαδή, η γενοκτονία, ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, μας καλεί να συσχετιστούμε με τα θύματα της, είναι παραδόξως η πολιτισμική σχέση μας προς τους δράστες εκείνη που την οριοθετεί και την χαρακτηρίζει.

Για τον λόγο αυτό, η κατάφαση του χαρακτηρισμού ως γενοκτονίας του εβραϊκού Ολοκαυτώματος είναι πέραν αμφισβήτησης. Η Γερμανία πολύ νωρίτερα από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και σε κάθε περίπτωση από τις αρχές του 20ου αιώνα, είχε από καιρό εισέλθει στην ανώτερη πολιτισμική βαθμίδα της Νεωτερικότητας. Η εξόντωση των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς μπορούσε επομένως να καταλογιστεί πλήρως στη Γερμανία, διότι είχε αναπτύξει πλήρη συνείδηση της ευθύνης της και εν τούτοις λειτούργησε αντίθετα σε αυτήν, αξιοποιώντας τα πλέον προηγμένα μέσα για τον αφανισμό μίας ολόκληρης εθνοτικής ομάδας.

Η αρμενική γενοκτονία δεν διαφέρει παρά ελάχιστα ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή την τεκμηρίωση τους. Οι Νεότουρκοι επεδίωξαν την πλήρη εξαφάνιση των Αρμενίων αρχικώς και στη συνέχεια όλων των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το γεγονός αποδεικνύεται από πλήθος φωτογραφιών, βίντεο, εγγράφων, και άλλων τεκμηρίων. Ο Rudolf Höss, μετέπειτα διοικητής του Άουσβιτς, συμμετείχε στην κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου που έστειλε τους Αρμενίους στον θάνατο. Ο Ναζίμ Μπέη, σε συνάντηση της Επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο, μίας μυστικής οργάνωσης που συμμάχησε με τους Νεοτούρκους είχε ανακοινώσει το πρόγραμμα που το νεοτουρκικό καθεστώς ακολούθησε: «Αν είμαστε ικανοποιημένοι με το είδος των τοπικών σφαγών που έλαβαν χώρα στα Άδανα και αλλού το 1909, [...] αν αυτή η εκκαθάριση δεν είναι τελική, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε προβλήματα. Για το λόγο αυτό είναι απολύτως αναγκαίο να εξολοθρεύσουμε τον αρμενικό πληθυσμό καθ’ ολοκληρίαν, ώστε να μην υπάρχει πλέον Αρμένιος επί γης και η ίδια η έννοια της Αρμενίας να έχει σβηστεί.»

Αν επομένως, ο χαρακτηρισμός της υπόθεσης των Αρμενίων ως γενοκτονίας, με διάφορες προφάσεις που αφορούν περιστάσεις άσχετες με τον φόνο άοπλων ανθρώπων, και μάλιστα όσες προφάσεις αφορούν στην αφοσίωσή τους στο Οθωμανικό κράτος (ως να μην έχει δικαίωμα στην ζωή όποιος δεν δήλωνε υποταγή στο Σουλτάνο), δεν γίνεται αποδεκτός στο σημερινό «πολιτισμένο κόσμο», αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με έναν τρόπο. Όχι με την αμφισβήτηση της ανθρώπινης αξίας ή της αθωότητας των θυμάτων. Ούτε με την αμφισβήτηση των γεγονότων. Αλλά με την άρνηση να συμπεριληφθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην χορεία των «πεπολιτισμένων κρατών». Αλλά όχι μόνο αυτή. Επειδή η ίδια ακριβώς πολιτική συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση μέχρι το 1922 κατά των Αρμενίων, των Ασσυρίων, των Ελλήνων του Πόντου και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, επειδή περαιτέρω η ίδια πολιτική συνεχίστηκε στις δεκαετίες του 1930 και 1940 από την Τουρκική Δημοκρατία κατά όσων πολιτών της Χριστιανών επεβίωναν, επειδη τέλος αυτή ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του 1950 με τα Σεπτεμβριανά (που ενορχηστρώθηκαν από το τουρκικό κράτος) και όσα ακολούθησαν, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Τουρκία δεν συμπεριλαμβανόταν στον πολιτισμένο κόσμο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Παρέμενε δεσποτική, κολλεκτιβιστικού τύπου (κατά την έννοια που δίνει ο Θ. Ζιάκας) κοινωνία - με σιδηροδρόμους και μυδραλλιοβόλα.

Αν η Τουρκία είναι έτοιμη να κάνει αυτή την παραδοχή, αποκηρύσσοντας συνολικά τον κατ' εκείνο τον χρόνο εαυτό της, τότε και μόνο τότε μπορεί να αποφύγει να λογοδοτήσει και να επανορθώσει για τις ιστορικές αδικίες που διέπραξε.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply