Χρυσή Αυγή: Νόμιμο πολιτικό κόμμα ή εγκληματική οργάνωση;


Tου Αλέξανδρου Ντάσκα



Το ερώτημα, κατά πόσον οι ποινικές διώξεις κατά βουλευτών και μελών της Χρυσής Αυγής είναι σύμφωνες με το Ποινικό Δίκαιο ή αποτελούν πολιτική δίωξη χωρίς έρεισμα στη νομοθεσία έχει απασχολήσει έντονα την κοινή γνώμη και έχει απαντηθεί συχνότερα από όσο πρέπει με υπερβολική βεβαιότητα, χωρίς γνώση των στοιχείων της δικογραφίας. Άλλωστε είναι πολλοί εκείνοι που καίτοι διάκεινται εχθρικά προς το εν λόγω νεοναζιστικό μόρφωμα, υποπτεύονται ότι η δίωξη έχει αποκλειστικώς πολιτικά κίνητρα και ασθενή νομική τεκμηρίωση. Σκοπός του παρόντος δεν είναι να δώσει άλλη μία απάντηση επί του ερωτήματος, όχι μόνο λόγω του τεκμηρίου αθωότητας αλλά κυρίως διότι λείπει η γνώση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων. Αποπειράται μόνο να σχολιάσει από νομική σκοπιά επιμέρους στοιχεία που έχουν δει το φως τη δημοσιότητας και να απαντήσει στο ερώτημα αν και υπό ποιούς όρους ένα οποιοδήποτε κόμμα και εν προκειμένω η Χρυσή Αυγή μπορεί να θεωρηθεί εγκληματική οργάνωση.

Α) Τι απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης;

Με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ, αναγκαίος όρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος είναι η συγκρότηση ή ένταξη σε ομάδα δομημένη και με διαρκή δράση τριών ή και περισσοτέρων ατόμων. Στοιχείο της (υπερχειλούς) υποκειμενικής υποστάσεως είναι η επιδίωξη διάπραξης ενός ή περισσοτέρων από τα απαριθμούμενα στο άρθρο εγκλήματα, μεταξύ των οποίων η ανθρωποκτονία και η βαριά σωματική βλάβη. Σημαντικό για την κατανόηση του εγκλήματος είναι το γεγονός ότι υφίσταται αυτοτελώς σε σχέση με τα εγκλήματα που σκοπούνται. Αξιόποινη συμπεριφορά είναι η ένταξη και η συγκρότηση της ομάδας καθ’ αυτή. Για δε την τιμώρηση των φυσικών προσώπων δεν απαιτείται η συμμετοχή τους σε ένα έκαστο από τα αδικήματα αλλά η με εγκληματικό σκοπό συγκρότηση ή ένταξη στην συγκεκριμένη ομάδα.

B) Συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις στην περίπτωση των διώξεων της Χρυσής Αυγής;

Στο παραπεμπτικό πόρισμα των ειδικών Εφετών-Ανακριτριών δυνάμει του οποίου η δικογραφία διαβιβάστηκε στη Βουλή για την άρση της ασυλίας των εμπλεκομένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής αναφέρονται τα εξής: «Στα εκτιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, κατασχεθέντα πειστήρια κ.λπ.) οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής φέρονται, όχι μόνον ως επίσημοι εκφραστές των αρχών της οργάνωσης αυτής, αλλά και υποστηρικτές των θέσεων και των "δράσεων" των μελών της, που διοργανώνονται τόσον στην εκλογική τους περιφέρεια όσον και σε όλη την ελληνική επικράτεια. Φέρονται δηλονότι, ως εντεταλμένοι και διευθύνοντες την οργάνωση αυτή, δίνοντας εντολές, ασκώντας έλεγχο και εποπτεία, με καθετοποιημένη διαδικασία, κατευθύνοντας και καθοδηγώντας ή ακόμα εγκρίνοντας, εκ των υστέρων, βίαιες και εγκληματικές ενέργειες των μελών και στελεχών της, τόσο σε τοπικό επίπεδο, όσο και ανά την Επικράτεια, οι οποίες (εγκληματικές ενέργειες) σκοπούν στη διά της βίας επικράτηση των αρχών και θέσεών τους».

Είναι προδήλως αδύνατη οποιαδήποτε εκτίμηση περί του κατά πόσον είναι τεκμηριωμένο το συμπέρασμα των δύο δικαστικών λειτουργών χωρίς πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό. Αν υποθέσουμε ότι αποδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας δομής, όπως περιγράφεται, τότε η δομή αυτή αντιστοιχεί απόλυτα στη δομή μίας εγκληματικής οργάνωσης. Διαθέτει διάρκεια και όχι συγκυριακό χαρακτήρα, καθώς σκοπεύει στην τελική επικράτηση των ιδεών της. Είναι δομημένη με συγκεκριμένη οργάνωση και ιεραρχία, η οποία συντονίζει, διευθύνει και εγκρίνει τις εγκληματικές ενέργειες. Στα εγκλήματα δε που σκοπούνται, περιλαμβάνονται η, διά ασκήσεως φυσικής βίας ακόμη και θανατηφόρου, αντιμετώπισης οποιουδήποτε είναι αντίθετος στην εν λόγω οργάνωση. Πάντα με την προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό υλικό επαρκεί για να τεκμηριώσει τα παραπάνω, μπορεί πράγματι να καταγνωσθεί η ύπαρξη εγκληματικής οργανώσεως.

Γ) Αν αποδειχθούν οι κατηγορίες αυτές, πρέπει να τεθεί το κόμμα της Χρυσής Αυγής εκτός νόμου ως εγκληματική οργάνωση;

Βάσει του ισχύοντος Συντάγματος και της νομοθεσίας, δεν υπάρχει καμιά απολύτως διαδικασία για τη θέση εκτός νόμου (απαγόρευση συμμετοχών σε εκλογές, απαγόρευση χρήσης επωνυμίας ή συμβόλων κτλ.) ενός κόμματος. Εξάλλου, η ποινική ευθύνη απονέμεται μόνο σε φυσικά πρόσωπα. Η εγκληματική οργάνωση «Χρυσή Αυγή» (αυθαίρετη ονομασία για εύκολη κατανόηση) και το κόμμα «Χρυσή Αυγή» είναι δύο πλήρως διακριτές έννοιες. Η πρώτη μπορεί να περιλαμβάνει κάποια ή ακόμη και όλα τα μέλη του δευτέρου ή και άτομα εκτός του δευτέρου. Το νομικό καθεστώς του κόμματος και των μελών του που δεν αποδεικνύεται εξατομικευμένα ότι μετείχαν στην εγκληματική οργάνωση παραμένει αλώβητο από τις εν λόγω διώξεις. Δυστυχώς, η εν λόγω διάκριση της ποινικής έννοιας από την συνταγματική/αστική δεν αποσαφηνίζεται στο ως άνω πόρισμα, όπου γίνεται λόγος για «καταχρηστική άσκηση δικαιώματος» ως προς την ίδρυση του κόμματος και άρση των συνταγματικών εγγυήσεων για την οργάνωση που λειτουργεί «υπό τον μανδύα πολιτικού κόμματος».

Δ) Διώκονται οι Χρυσαυγίτες για τα φρονήματά τους; Διαδραματίζει κάποιο ρόλο η εθνικοσοσιαλιστική τους ιδεολογία στον σχηματισμό της κατηγορίας περί εγκληματικής οργάνωσης;

Η ποινική δίωξη αφορά το έγκλημα της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη συγκεκριμένων εγκλημάτων, κανένα από τα οποία δεν αφορά σε έκφραση γνώμης. Αντιθέτως, πρόκειται για βαρύτατα εγκλήματα, όπως η ανθρωποκτονία και η βαριά σωματική βλάβη. Δεν πρόκειται για πολιτική δράση ή έκφραση ιδεολογίας, οσονδήποτε απεχθούς και αν θεωρηθεί, αλλά για προσβολή υψίστων εννόμων αγαθών άλλων ατόμων. Δεν διώκεται κανείς Χρυσαυγίτης απλώς και μόνο επειδή είναι ναζί, αλλά επειδή φέρεται ότι συνέστησε ομάδα με σκοπό να σκοτώσει ή να προκαλέσει βλάβες της υγείας σε άλλους ανθρώπους.

Ωστόσο, η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία παρουσιάζει ενδιαφέρον, προκειμένου να καταδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή ο δόλος και η απαιτούμενη διαρκής και οργανωμένη επιδίωξη διάπραξης αδικημάτων. Οι ομιλίες των στελεχών, οι ιδεολογικές αναφορές της οργάνωσης και οι προφορικές και γραπτές απειλές συσχετίζονται όχι με τον πολιτικό σκοπό της οργάνωσης αλλά με τα μέσα που η οργάνωση επιστρατεύει προς επίτευξη του σκοπού της. Εφόσον η αναφορά στον εθνικοσοσιαλισμό δεν γίνεται ως απλή ιδεολογική επίκληση αλλά ως κατευθυντήρια αρχή της δράσης της οργάνωσης ως προς τα μέσα με τα οποία επιδιώκει hic et nunc να επιβάλει τις ιδέες της, δηλαδή μιμούμενη εδώ και τώρα το πρόγραμμα φόνων και βιαίων επεισοδίων με τα οποία το NSDAP επέβαλε το καθεστώς του στη μεσοπολεμική Γερμανία, τότε οι παραπάνω εξωτερικεύσεις σκέψεων και προθέσεων συνιστούν συμπεριφορές ποινικά αξιολογήσιμες, διότι απαντούν στο ερώτημα της οργανωτικής μορφής της εγκληματικής ομάδας, περιλαμβανομένου και του ακριβούς καθορισμού των μελών της, της διάρκειας/πρόθεσης επανάληψης των εγκληματικών πράξεων και την ταύτιση των πράξεων αυτών ως σκοπών της εγκληματικής ομάδας και όχι απλώς ως συγκυριακών ή μεμονωμένων περιστατικών εκ μέρους κομματικών μελών.

Αποσπάσματα όπως: «Τσακίστε με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, ό,τι και αν χρειαστεί, τον κάθε βλάκα που θα τολμήσει να αμφισβητήσει εσάς και τις ιδέες σας. Κάντε τους να μετανιώσουν για τις εκλογές τους» (από άρθρο του Γ.Μ. στην εφημερίδα της Χ.Α.) και «Όποιος έχει καταστήσει τον εαυτό του σκώληκα, δεν πρέπει να παραπονιέται όταν τον πατούν. Την ημέρα της κρίσης, θα κλείσουμε τους λογαριασμούς μας οριστικά και αμετάκλητα και με όλους όσους παρίσταναν τους επιτήδειους ουδέτερους.  Τότε δεν θα τους ρωτήσουμε αν ταλατευόντουσαν προς τα δεξιά ή τα αριστερά, γιατί απλούστατα θα ταλαντεύονται από τον κρεμασμένο τους λαιμό» (από ομιλία του Γ.Μ. σε δόκιμα μέλη της Χ.Α. στις 23/7/2011) σαφώς εμπίπτουν στην παραπάνω ποινικώς ενδιαφέρουσα κατηγορία.

Τούτου λεχθέντος, δεν αρκεί η απλή ιδιότητα κάποιου ως μέλους ή στελέχους ή βουλευτή του κόμματος της Χρυσής Αυγής για να κατηγορηθεί ως μέλος της εγκληματικής οργάνωσης. Η ποινική ενοχή δεν τεκμαίρεται. Πρέπει να αποδεικνύεται εξατομικευμένα για κάθε έναν κατηγορούμενο.

Ε) Είναι πολιτικά τα κίνητρα της δίωξης;

Η πρωτοφανής ταχύτητα με την οποία κινήθηκαν οι μηχανισμοί της Δικαιοσύνης μετά τη δολοφονία Φύσσα, εντελώς αντίθετη με την χρόνια αδράνεια της σε παρόμοια περιστατικά του παρελθόντος από τον ίδιο χώρο, αλλά και παράξενες συμπτώσεις (;) παρεμβάσεων εξωγενών παραγόντων στην ελληνική κυβέρνηση, καθώς και κυβερνητικές πιέσεις στη Δικαιοσύνη, δημιουργούν μία εικόνα που επιδέχεται πολλών ερμηνειών, ακόμη και συνωμοσιολογικών. Ωστόσο, το αν και κατά πόσον ευσταθούν οι κατηγορίες είναι εντελώς ανεξάρτητο θέμα με το γιατί εν τέλει κινήθηκαν οι μηχανισμοί. Ως νομικούς αλλά και ως πολίτες, όταν εξετάζουμε τη συγκεκριμένη υπόθεση, πρέπει να μας απασχολεί μόνο το ερώτημα: «Είναι αλήθεια όσα καταμαρτυρούνται;» και όχι γιατί αποφάσισαν να τα αποκαλύψουν. Το τελευταίο, βεβαίως, παρουσιάζει ενδιαφέρον σε άλλο επίπεδο, εκείνο της αξιολόγησης της κυβερνητικής και της δικαιοδοτικής λειτουργίας.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply