Διακρίνοντας ποιότητες στον δημόσιο λόγο



Toυ Αλέξανδρου Ντάσκα


Η άρθρωση δημοσίου λόγου, σε κοινωνίες βαθύτατα συντηρητικές όπως η δική μας, αποτελεί ένα από τα κορυφαία σκάνδαλα της Δημοκρατίας. Το δημόσιο βήμα εκλαμβάνεται ως εισβολή σε μία έννοια ιδιωτικότητας που έχει καταπνίξει και ιδιοποιηθεί ο,τιδήποτε δημόσιο. Έχει επομένως στοιχεία αυθάδειας, αλαζονείας, ακόμη κι όταν δεν διεκδικεί την από καθέδρας διδασκαλία, παρά μόνο το δικαίωμα του τελευταίου πολίτη στην Εκκλησία του Δήμου, οποιοσδήποτε τολμήσει να «σφετεριστεί» το δημόσιο βήμα, που έχει αποδοθεί a priori σε έναν κλειστό αριθμό προσώπων, διαφορετικών για τον καθένα μας, της κας Σπυράκη πάντοτε συμπεριλαμβανομένης. Νομιμοποιείται επομένως να το χρησιμοποιεί μόνο εκείνος που εξυπηρετεί τις απολύτως ιδιωτικές μας ανάγκες. Όποιος προσφέρει ασφάλεια, ευφορία, επιβεβαίωση, ίντριγκα, όποιος κολακεύει ιδιοτέλειες και γενικώς ταπεινά ένστικτα, γίνεται ασμένως το αντικείμενο της προσοχής μας.  Άλλωστε, είναι πια γνωστό, δεν είμαστε φιλαλήθεις, και για τον λόγο αυτό καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια να προστατευτούμε και από τα αντικειμενικά δεδομένα και από την κριτική. Ο,τιδήποτε δηλαδή μπορεί να γκρεμίσει τις με κόπο χτισμένες αυταπάτες μας.

Την ίδια στιγμή που διατηρούμε ακλόνητες αυθεντίες δημοσιολογούντων χωρίς έλλογη εκτίμηση του κατά πόσον διατηρούν επαξίως το καθεστώς αυτό, καταναλώνουμε μαζικά και αυτομάτως, χωρίς διαμεσολάβηση συνειδητής αξιολόγησης, κάθε άλλο εξωτερικό ερέθισμα. Ζούμε στη δικτατορία της εικόνας και της φευγαλέας εντύπωσης. Ο χρόνος που αφιερώνουμε στην κριτική πρόσληψη πληροφοριών, ειδικά όσων δεν αφορούν άμεσα την ιδιωτική μας ζωή, είναι ο ελάχιστος δυνατός. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τον ναό του ναρκισσισμού, κυριαρχεί η «γρήγορη ατάκα», η εικόνα, η μεγαλομανής ψευδαίσθηση του προσωπικού μας στάτους ως οιωνεί stars και αντίστοιχα η κατανάλωση -συχνά κανιβαλική- αλλότριων προσωπικοτήτων. Στα μέσα ενημέρωσης, επικρατεί η παρακολούθηση του εύπεπτου, του προσβλητικά απλoϊκού, αν όχι του χυδαίου και του άσχημου. Στις αναγνωστικές μας συνήθειες, αποκλείουμε ο,τιδήποτε προβλέπουμε ότι θα συγκρουστεί με τις άπειρες, επί παντός του επιστητού, βεβαιότητες μας (και όχι απλές γνώμες, που έχουν αφ’ εαυτών την τάση του διαρκούς επανελέγχου τους) χωρίς να δοκιμάσουμε να κρίνουμε, ακόμη και να συνθέσουμε τον προσωπικό μας αντίλογο. Όσο κι αν η ανάγκη εξοικονόμησης χρόνου, ειδικά από τη στιγμή που το οικονομικό μας σύστημα τον απορροφά ακόρεστα, είναι ανθρωπίνως κατανοητή, προκαλεί καταθλιπτική οδύνη το πόσο καθολική είναι η απουσία ποιοτικών κριτηρίων στην καθημερινότητά μας.

Ακριβώς επειδή η παραπάνω λειτουργία επαναλαμβάνεται τόσες φορές όσα και τα άτομα, και επειδή αυτή η ατομικότητα δεν γνωρίζει καμιά περιστολή/τάση προς συνάντηση με άλλες ατομικότητες, το συλλογικό αποτέλεσμα προκαλεί τελικά απέχθεια σε όλους. Αντιστοίχως υποχωρεί και η συλλογική μας ευφυία, η συλλογική μας μόρφωση, το συλλογικό μας ήθος, αρνητικά επηρεάζοντας με τη σειρά τους τα αντίστοιχα ατομικά μεγέθη. Πώς σπάει ο φαύλος κύκλος της ισοπέδωσης, που έχει αφήσει κληρονομιά ένα τυφλό κοινωνικό σύνολο με τυφλούς οδηγούς στον δρόμο για τον γκρεμό;

Μία ιδέα είναι η εγκατάλειψη των ιδεολογικών μας καταφυγίων και η αντίσταση σε ό,τι διεκδικεί την προσοχή με ανήθικο τρόπο. Η συνειδητή άρνηση υποταγής στον καταναλωτισμό του δημόσιου λόγου και της δημόσιας εικόνας σημαίνει διεκδίκηση επίτευξης μίας λεπτής ισορροπίας :να μην προτιμήσω, αλλά και να μην κατασιγάσω ή αποκλείσω εκ των προτέρων όποιον παραβίασε στοιχειώδεις ηθικούς κανόνες για να αποκτήσει δημόσιο λόγο (ακραίο παράδειγμα: οι τζιχαντιστές). Να δίνω περισσότερη σημασία σε όποιον μιλά με ονοματεπώνυμο, χωρίς να καταφρονώ αυτόν που ψευδωνυμεί. Να κρατώ στη μνήμη τις πληροφορίες, χωρίς να τις δέχομαι ως αληθείς πριν τις διασταυρώσω. Όσο ασφαλέστερη η διασταύρωση, τόσο μεγαλύτερος ο βαθμός αποδοχής. Να αφήνω περιθώριο στο ενδεχόμενο να σφάλλω στην εκτίμηση μου. Να εκτίθεμαι συχνά στην αντίθετη άποψη ως αναγνώστης και στην κριτική ως γράφων. Να εθιστώ στην δημοκρατική ιδέα ότι καμιά συζήτηση δεν τελειώνει ολοκληρωτικά. Να εκτιμήσω τη Δημοκρατία για τον αγώνα τελειότητας που μπορεί να είναι, αν θέλω να είναι: η ανθολόγηση, η συναρμογή και η αξιοποίηση των καλύτερων, όχι των χειρότερων, στοιχείων του καθενός μας.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply