Οι λεπτές ισορροπίες της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής κατά την ουκρανική κρίση




Η γερμανική πλευρά διαβλέπει τον κίνδυνο ενός νέου Σιδηρού Παραπετάσματος να πλήττει την ανάπτυξή της. Στη φωτογραφία, η Άνγκελα Μέρκελ με τον Μανουέλ Μπαρόζο (φωτό: dpa)


Του Αλέξανδρου Ντάσκα


Η αποφασιστική και ταχεία κατάληψη της Κριμαίας και η δημιουργία στρατιωτικών τετελεσμένων από την πλευρά της Ρωσίας στην χερσόνησο προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Δύσης. Από την πλευρά Ευρωπαίων και Αμερικανών καταγγέλθηκε καταφανής παραβίαση του διεθνούς δικαίου, όταν βαριά οπλισμένες στρατιωτικές μονάδες χωρίς διακριτικά κατέλαβαν χωρίς τη ρίψη ούτε μίας σφαίρας την περιοχή με έντονο το μειονοτικό ρωσικό στοιχείο, αλλά και στρατηγικό ενδιαφέρον, λόγω και των ναυτικών βάσεων του ρωσικού ναυτικού στη Σεβαστούπολη.

Ωστόσο, η εικόνα ενότητας του δυτικού στρατοπέδου συσκοτίζει τις διαφορές μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της ηγέτιδας δύναμης της Ε.Ε., δηλαδή της Γερμανίας. Η γερμανική κυβέρνηση είναι καταρχήν πολύ λιγότερο πρόθυμη από τους υπερατλαντικούς συμμάχους της να ανοίξει έναν νέο ψυχροπολεμικό κεφάλαιο και να κλιμακώσει την κρίση. Βρίσκεται επομένως σε μία δοκό ισορροπίας, προσπαθώντας να θεραπεύσει δύο αντίρροπες τάσεις. Από τη μία, την προσπάθειά της να ευθυγραμμίζεται με τους νατοϊκούς συμμάχους της και να μην βρίσκεται απέναντί τους στα κορυφαία διεθνή ζητήματα. (Τελευταία φορά συνέβη αυτό κατά την κρίση στη Λιβύη, όπου η Γερμανία απομονώθηκε, αιφνιδιασμένη από την επιβολή της σκληρής γραμμής στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης, με συνέπεια να βρεθεί αποκλεισμένη από την τελική διευθέτηση της.) Από την άλλη, την εξουδετέρωση της εκρηκτικής για τις ευρωρωσικές σχέσεις διάστασης που η ουκρανική κρίση μπορεί να λάβει, διατηρώντας δίαυλο επικοινωνίας με τον Πούτιν και επιχειρώντας να δώσει μία πολιτική λύση στο ζήτημα.

Από την γερμανική οπτική γωνία ήταν άμεσα αντιληπτό ότι δεν υπήρχαν δυνατότητες εξαναγκασμού των ρωσικών δυνάμεων σε απόσυρση από την Κριμαία. Στρατηγική φιλοδοξία της εξωτερικής πολιτικής της ήταν μόνη η επίσημη αποδοχή της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας από τη ρωσική κυβέρνηση, που ωστόσο διαψεύστηκε άμεσα με την προσάρτηση και την ταχύρρυθμη, βίαιη ενσωμάτωση της κριμαϊκής χερσονήσου στη Ρωσική Ομοσπονδία.

Ενόψει αυτών, η Γερμανία αρχικώς δεν είχε, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ του γερμανικού Τύπου, καμιά πρόθεση ξεκάθαρης καταδίκης της ρωσικής επέμβασης στην Κριμαία. Ωθήθηκε σε αυτήν μόνον όταν προσκείμενα στο Κρεμλίνο μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν στα ρεπορτάζ τους υποτιθέμενη συμφωνία μεταξύ της Καγκελαρίου Μέρκελ και του Προέδρου Πούτιν για τις εντός των ορίων της αναλογικότητας και προσφορότητας διαστάσεις των ενεργειών της Ρωσίας. Προκειμένου να αποφύγει κρίση επικίνδυνων διαστάσεων στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, η Καγκελάριος διέψευσε τους ρωσικούς ισχυρισμούς, καταγγέλλοντας πρόδηλη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και ερχόμενη σε άμεση τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ως αντίβαρο στη μάχη των εντυπώσεων, μεταδόθηκε αρχικώς από τους New York Times ότι η Άνγκελα Μέρκελ ανέφερε στην συνομιλία της με τον Μπαράκ Ομπάμα πως ο Πούτιν βρίσκεται «εκτός πραγματικότητας». Όπως ακριβώς και η ρωσική πλευρά, και οι Αμερικανοί συναισθανόμενοι την λεπτή θέση της Γερμανίας, ασκούσαν τις δικές τους πιέσεις προκειμένου να την αναγκάσουν να τοποθετηθεί αποφασιστικά υπέρ τους. Όμως και αυτές οι πληροφορίες διαψεύστηκαν από τη γερμανική πλευρά. Η Μέρκελ στην πραγματικότητα ανέφερε στον Ομπάμα ότι «ο Πούτιν έχει διαφορετική αντίληψη της πραγματικότητας». Ζητούμενο επομένως ήταν η απόκτηση μίας κοινής αντίληψης των δεδομένων επί του πεδίου από όλες τις πλευρές, προς επίτευξη της οποίας προτάθηκε η συγκρότηση μίας αποστολής του ΟΑΣΕ. Σκοπός της θα ήταν η εκτίμηση του κινδύνου που διατρέχει η ρωσική μειονότητα στην περιοχή και το αληθές περιεχόμενο της πολιτικής της ουκρανικής ηγεσίας. Αντιστοίχως, η Γερμανία δέχθηκε μεν να μποϋκοτάρει τη σύνοδο των G-8 στο Σότσι, πλην όμως απρόθυμα και για τον ελάχιστο δυνατό χρόνο.

Προς την oυκρανική ηγεσία και τον τότε επικεφαλής της Γιατσένιουκ, η Γερμανία συνιστούσε αποφυγή κάθε πρόκλησης προς την ρωσική πλευρά, λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου για την προστασία της ρωσικής μειονότητας, του γλωσσικού της καθεστώτος και των τόπων θρησκευτικής λατρείας της, ενώ έφτανε στο σημείο να εγγυηθεί την πληρωμή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου από την Ουκρανία, ώστε να μην δοθεί αφορμή στον Βλάντιμιρ Πούτιν να διακόψει την παροχή του και να κλιμακώσει την κρίση.

Όπως και στην εκκίνηση της ρωσοουκρανικής κρίσης, και σήμερα η Γερμανία επιχειρεί να μετριάσει σε ελεγχόμενο βαθμό, κατά το δυνατόν, τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, χωρίς να διακινδυνεύσει τη σχέση της με τις ΗΠΑ. Εντύπωση προκαλεί εξάλλου το γεγονός ότι και στην Ελλάδα, αρθρογράφοι κορυφαίων εφημερίδων, εξαρχής φιλικοί προς τον γερμανικό χειρισμό της υποθέσεως του ελληνικού Μνημονίου, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου προ μίας νέας διαιρέσεως της ευρωπαϊκής ηπείρου, πολύ μακριά αφιστάμενοι από την κραυγαλέα ρητορική περί «Ρώσων δικτατόρων» και «ψεκασμένων» φίλων τους.

Παρότι η θέση της Γερμανίας εντός του νατοϊκού στρατοπέδου της Δύσης δεν αμφισβητείται, διαφαίνεται μία δειλή αλλά ολοένα εναργέστερη διαμόρφωση διακριτής στρατηγικής από τις Ηνωμένες Πολιτείες, εδραζόμενη στη διαπίστωση ότι η πολιτική της έντασης με τη Ρωσία έχει σαν στόχο όχι μόνο τη Μόσχα αλλά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η τελευταία, στηρίζοντας την κολοσσιαία οικονομική ισχύ της στα πήλινα πόδια της στρατιωτικής της αδυναμίας, δέχεται τα αμερικανικά «φίλια πυρά» ως βέλη στην αχίλλειο πτέρνα της.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply