Ο καμουφλαρισμένος ελληνικός μονοκομματισμός

 Toυ Αλέξανδρου Ντάσκα

Όσο κατακερματισμένο σε μικρά ή μεσαία κόμματα κι αν είναι το πολιτικό σκηνικό, η ελληνική κοινωνία παραμένει στην πραγματικότητα ιδεολογικά συνεκτική. Οι υποτιθέμενες ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές δεν ανταποκρίνονται σε ουσιώδεις διαφοροποιήσεις.

Η άποψη αυτή φαντάζει παράδοξη, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν την οξυμμένη πολιτική πόλωση, συχνά και το μίσος ανάμεσα σε αντιμαχόμενες πολιτικές παρατάξεις. Ωστόσο, το μίσος δεν έχει θετικό χαρακτήρα, είναι καθαρή άρνηση, δεν συνεπάγεται επομένως θετική πολιτική υπόσταση. Πολύ περισσότερο, το μίσος δεν σχηματίζεται επί τη βάσει αρχών, δηλαδή αξιών που καθοδηγούν το άτομο ανεξαρτήτως των συνεπειών που προκύπτουν από την εμμονή του σε αυτές. Είναι μάλλον αποτέλεσμα ατομικών ανταγωνισμών, εμπαθειών, ιδεοληψιών και πολυποίκιλων συμπλεγμάτων που καθιστούν την ελληνική κοινωνία πεδίο ενδιαφέρουσας ψυχιατρικής αποτίμησης.

Πολίτευμα της χώρας είναι ο ελληνικός μονοκομματισμός και βασική κατευθυντήρια αρχή του ο ατομοκεντρισμός. Όσες φορές κι αν κάποιο κόμμα διαδεχθεί ένα άλλο, οι ατομοκεντρικές δομές θα διαιωνιστούν, αφού κυριαρχούν σε ολόκληρο το πολιτικό φασμα. Από μικρό παιδί άλλωστε ο Έλληνας γαλουχείται με μία αντεστραμμένη οπτική του παραδοσιακού «φιλότιμου»: πρέπει να επιδιώκει την αναγνώριση από τον «κοινωνικό περίγυρο» (που αντικατέστησε την πάλαι ποτέ κοινότητα βιοτικού νοήματος) επί τη βάσει της μοναδικής του ευφυίας, που δεν του επιτρέπει να υστερεί σε σχέση με όσους άλλους παρακάμπτουν τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής. Έτσι επιτυγχάνει και τα υλικά αγαθά να νέμεται και την αναγνώριση από τους συγκοινωνούς να αποσπά ως  «καταφερτζής» και «μάγκας». Win-win, σε άψογα νέα ελληνικά.

Κατ’ ανάλογο τρόπο, και τα κόμματα δεν ανταποκρίνονται σε ιδεολογικές αρχές, καθώς μπορούν να μεταβάλουν θέσεις απροβλημάτιστα ανάλογα με τη συγκυρία (π.χ. από αντιμνημόνιο σε μνημόνιο και αντιστρόφως), διατηρώντας την υποστήριξη από τους ίδιους ανθρώπους που τα ψήφιζαν και νωρίτερα, με τα ακριβώς αντίθετα συνθήματα. Περισσότερο έχουν το χαρακτήρα «ομάδων πίεσης». Ο οπαδός αισθάνεται ασφαλής στον κομματικό περίγυρο ώστε να εισπράξει αναγνώριση και προνόμια, σε περίπτωση κατάληψης της εξουσίας. Το εθνικό ή κοινωνικό συμφέρον δεν υφίσταται παρά μόνο ως άλλοθι, ως ευφημισμός κυνικού εγωκεντρισμού.

Η διάσπαση επομένως του πολιτικού σκηνικού εξυπηρετεί απλώς συγκυριακές ιδιοτελείς στοχεύσεις και διαγκωνισμούς για την κατάληψη εξουσίας. Όπως την θλιβερή Επταετία που αρκετοί ανεγκέφαλοι νοσταλγούν, δεν υπήρξε ουσιαστική αντίσταση, διότι σχεδόν κανείς δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την ζωή του ή την βολή του, έτσι και σήμερα, αν κάποια στιγμή η ισχύς του Συντάγματος «ανεστέλλετο», δεν θα υπήρχει καμιά ουσιαστική αντίδραση, παρά μόνο κάποιοι αναστεναγμοί ανακούφισης από τους παραπάνω ανεγκέφαλους. Ελάχιστοι μόνο θα επιχειρούσαν απλά να αρθρώσουν κάποια κριτική ή να εκφράσουν συνθηματολογικά την αντίδραση προς το καθεστώς, με συνέπεια την περιθωριοποίηση και την κατάπνιξη των φωνών τους, χωρίς φυσικά να εξαντλήσουν «όλα τα μέσα» του ακροτελεύτιου άρθρου του Συντάγματος.

Είναι τόσο εδραίος ο εγωισμός στην Ελλάδα, τόσο στέραιη η αντίληψη ότι το άτομό μας αποτελεί το επίκεντρο του σύμπαντος, ώστε ο μόνος τρόπος να επιτευχθούν συναινέσεις ή συμπορεύσεις είναι η διανομή των λαφύρων της εξουσίας ή ο φόβος απέναντι στην καταλυτική ισχύ ενός τυρράνου. Σε καθεστώς «ελευθερίας», κανείς δεν είναι διατεθειμένος να παραιτηθεί από το ναρκισσισμό των ορθών ιδεών, που μόνο εκείνος κατέχει, ούτε κατ’ ελάχιστον, ούτε στο παραμικρό ζήτημα. Πολιτικά κόμματα ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, αυτοϊκανοποιούμενα στον μικρόκοσμό τους, ηδονιζόμενα να προτάσσουν τις διαφορές τους πάνω από οποιονδήποτε κοινό τόπο για να «πορώνουν» τους οπαδούς τους, συγκροτώντας έτσι ισχυρές ταυτότητες σχεδόν μικρο-πολιτισμικού χαρακτήρα. Όσο μικρότερες επαφές με τους "εκτός", τόσο πιο «καθαροί» και «ανόθευτοι» αισθάνονται.

Ούτε βέβαια πτοούνται οι αρχηγίσκοι από το ότι νομοτελειακά οι προοπτικές των πολιτικών τους ή και άλλων σχημάτων είναι καταδικασμένα να παραμείνουν ες αεί περιορισμένης απήχησης και κλίμακας. Σημασία έχει ότι είναι δικά τους. «Κάλλιο πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη»: Παροιμία που ίσως δεν απαντάται σε άλλες γλώσσες.

Το φαινόμενο της ατομολαγνικής πολυδιάσπασης, χωρίς ουσιώδες πολιτικό υπόβαθρο, είναι ιδιαίτερα έντονο στους ιδεολογικούς χώρους που συγκροτούνται από ένθερμους θιασώτες της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» και των «ατομικών δικαιώματων» (αυστηρότατα ατομικών...), χωρίς να έχουν υποψιαστεί έστω μία μορφή κριτικής προς τον προβληματικό σύγχρονο ανθρωπολογικό τύπο της διογκωμένης ατομικότητας. Ουδεμία έκπληξη. Οι κεντρο-φιλελεύθεροι και οι συγγενείς τους κεντροαριστεροί και κεντροδεξιοί έχουν επιδοθεί στην ανηλεή ίδρυση κομμάτων, ων ουκ έστι αριθμός, σαν άλλα μαρξιστικά γκρουπούσκουλα στα τέλη του ’70, με αποτέλεσμα να μένουν εκτός Κοινοβουλίου ή σταδιακά να περιθωριοποιούνται, χάριν των μεγαλύτερων σχηματισμών, της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ - και της ναζιστικής συμμορίας.

Με τη σειρά τους, οι δύο μεγαλύτεροι χώροι είναι συγκροτημένοι πάνω στη βάση της αντιπαλότητας προς τον απέναντι πόλο εξουσίας, εγγενώς ανίκανοι να υπερβούν τις παραδοσιακές τους θέσεις για να επιτύχουν ευρύτερες συναινέσεις, πολύ περισσότερο για να συγκροτήσουν παν-εθνικά οράματα, ικανά να συνεγείρουν μία ολόκληρη κοινωνία. Βαυκαλιζόμενοι ότι κάποια στιγμή θα κυβερνήσουν αυτοδύναμα, ρίχνουν νερό στο μύλο της μισαλλοδοξίας που πιστεύουν ότι θα ευνοήσει τον νέο διπολισμό τους. Ανίκανοι ή σκανδαλιζόμενοι να σκεφτούν εθνικά.

«Πάσα βασιλεία διαμερισθείσα εφ' εαυτήν ερημούται και οίκος επί οίκον πίπτει.» Ας δούμε για μιά στιγμή τα πράγματα με τα μάτια των ξένων: Θα εμπιστευόσασταν ένα κοινωνικό σύνολο που αντλεί νόημα ζωής από την αυτοκαταστροφή του;

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply