Aν δεν σωθούν όλοι, δεν έχει σωθεί κανείς


Του Αλέξανδρου Ντάσκα


Η φτώχεια τείνει να αναπαράγεται αυτομάτως, αφ’ εαυτής. Παιδιά ανέργων γονέων, αποκλεισμένα από ποιοτική εκπαίδευση, παιδιά που πεινούν κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, αδυνατούν κατά κανόνα να προσλάβουν τα αναγκαία προσόντα και πνευματικά εφόδια, με αποτέλεσμα να καταλήξουν άνεργοι ή χαμηλόμισθοι ως ενήλικες, διαιωνίζοντας την φτώχεια που κληρονόμησαν. Και αυτά τα παιδιά δεν είναι λίγα. Το 2013, ένας στους επτά Έλληνες αδυνατούσε να εξασφαλίσει τα αναγκαία χωρίς δανεισμό ή “στάση πληρωμών” άλλων υποχρεώσεών του. Το 2009, ήταν μόλις ένας στους πενήντα. Συνολικά χάθηκαν 950.000 θέσεις εργασίας σε μία πενταετία, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων σε ηλικίες κάτω των 44 ετών.

Η δημιουργία μίας κοινωνικής τάξης απόκληρων, κατά πλειοψηφία κατοικούντων στις πόλεις, είναι βόμβα στα θεμέλια του κοινωνικού ιστού και αποτελεί την εύφλεκτη ύλη ικανή να καταστρέψει κάθε έννοια ανάπτυξης και πολιτικής σταθερότητας, εφόσον η ανάπτυξη και οι θεσμοί απλά δεν λειτουργούν και για λογαριασμό τους. Η απόγνωση, η στέρηση πνευματικών οριζόντων, το αίσθημα αποκλεισμού πυροδοτούν αντικοινωνικές συμπεριφορές και πολιτικό εξτρεμισμό με το πλέον αταβιστικό πρόσημο, κατά συνέπεια αμφισβητούν τα πλαίσια «κανονικότητας» του πολιτικού συστήματος. Το αδιάφορο κούνημα των ώμων μπροστά στην ύπαρξή τους, ως να πρόκειται για το “αναπόφευκτο τίμημα” της δημοσιονομικής προσαρμογής ή της μνημονιακής βαρβαρότητας ή άλλων “λογικώς προτέρων” σημαίνει ότι λείπει η συνειδητοποίηση αφενός μεν πως χωρίς άμεση επίλυση του ζητήματός τους δεν είναι εφικτή η οικοδόμηση μίας βιώσιμης κοινωνίας οποιασδήποτε μορφής, αφετέρου δε ότι η αντιμετώπισή του είναι όντως εφικτή ακόμη και στα λιτά οικονομικά πλαίσια που η Ελλάδα είναι εφεξής υποχρεωμένη να τηρεί, είτε με μνημόνιο, είτε χωρίς.

Βασική μέριμνα της Πολιτείας οφείλει να είναι η ταχύτατη δημιουργία θέσεων εργασίας για το σύνολο των ανέργων, οι οποίοι όσο μένουν εκτός παραγωγικής διαδικασίας, επιτείνουν το πρόβλημα και το οξύνουν, καθόσον μάλιστα ο αριθμός τους θα αυξάνεται σε κάθε περίπτωση ανωμαλίας. Η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν είναι αναγκαίο να λαμβάνει την μορφή “κεϋνσιανής αναθέρμανσης” (έτσι κι αλλιώς δυνατής μόνο σε ευρωπαϊκό και όχι σε εθνικό επίπεδο) με τη δημιουργία πολυδάπανων αναπτυξιακών σχεδίων. Άλλωστε τεράστιοι κρατικοί πόροι και κοινοτικά κονδύλια προορισμένα για ανάλογα σχέδια χάθηκαν στις μαύρες τρύπες της διαπλοκής στο παρελθόν, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα για τη χώρα. Ούτε φυσικά αποτελεί επιλογή η απορρόφησή τους από τον δημόσιο τομέα, εφόσον το εύκολο χρήμα των δανεικών τελείωσε για το ελληνικό κράτος, όσο κι αν είναι αναγκαία μία ανακατεύθυνση ανθρωπίνου δυναμικού και οικονομικών μεγεθών από αντιπαραγωγικές δομές του Δημοσίου με πλεονάζον προσωπικό προς κρατικές δομές κρίσιμες για την κοινωνική ευημερία που υπολειτουργούν στερούμενες εργαζομένων και πόρων.

Μόνη λύση είναι η ενθάρρυνση και απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας και η εξασφάλιση της δυνατότητάς τους να προοδεύσουν με την απομάκρυνση όλων των εμποδίων που θέτουν η φαυλότητα και ο ανορθολογισμός της δημόσιας διοίκησης. Η δημιουργία νέων επιχειρήσεων με τολμηρές και καινοτόμες ιδέες και η μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας όσων υπάρχουν. Η συγκρότηση ενός νέου παραγωγικού ιστού απαλλαγμένου από τις παθογένειες του πελατειακού κράτους, που επιβάλλει το πρότυπό του και το διαχέει στο κοινωνικό σύνολο. Όσο το σύστημα που επικρατεί στη χώρα είναι η διαπλοκή πολιτικής και επιχειρηματικών συμφερόντων, δημιουργείται και επεκτείνεται από τα πάνω προς τα κάτω ένας μηχανισμός κοινωνίας “κολλητών” όπου το μέτρο για την επιτυχία είναι η πρόσβαση στις γνωριμίες και τα “μέσα”. Αν σε αυτό προσθέσουμε τον παραλογισμό της φορολογικής πολιτικής, την φαυλότητα, την ακαμψία και την γραφειοκρατική παράνοια της δημόσιας διοίκησης που μπορεί να καταστρέψει ανά πάσα στιγμή οποιονδήποτε επαγγελματία, ακόμη και αν είναι απολύτως επιμελής και συνεπής στις υποχρεώσεις του, την καταστροφή της ελεύθερης αγοράς από πάσης φύσεως καρτέλ και την αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος να εξασφαλίζει απορρόφηση από την αγορά εργασίας και αξιοποίηση των κεκτημένων ακαδημαϊκών προσόντων, καθίσταται προφανές ότι καμιά οικονομική δραστηριότητα πέρα από τις παρασιτικές και διαπλεκόμενες δεν θα βρει έδαφος πρόσφορο για να στεριώσει.

Η οικονομική δραστηριότητα είναι επομένως απολύτως ελεγχόμενη από το σύστημα εξουσίας, κάθε άλλο παρά ελεύθερη. Ακόμη και όσοι προσκαίρως κατορθώνουν να γλυτώσουν από τη μέγγενη της φαυλότητας, διατρέχουν πάντα τον κίνδυνο να πέσουν θύμα της, αν ο παρασιτισμός απλώσει τα πλοκάμια του στο πεδίο δράσης τους. Αλλά και οι εκτός συστήματος δεν διαθέτουν τους απαιτούμενους μοχλούς πίεσης ώστε να διεκδικήσουν τον χώρο που τους αναλογεί. Το αποτέλεσμα είναι να καλύπτονται δυσανάλογα οι διαμαρτυρίες για τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης από σύνολα εργαζομένων που δεν συμπεριλαμβάνονται στα πραγματικά θύματα της κρίσης, όπως τα περιγράψαμε νωρίτερα, διαθέτουν όμως πρόσβαση στο σύστημα εξουσίας και σημαντική πολιτική επιρροή. Αντίθετα, οι εκατοντάδες χιλιάδες των ανέργων παραμένουν χωρίς φωνή και χωρίς ουσιαστική προστασία από οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Οι μηχανισμοί συλλογικής εκπροσώπησης, από τα κόμματα μέχρι τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, από τους εργοδότες μέχρι τα μέσα ενημέρωσης έχουν επιδοθεί στο αγαπημένο άθλημα της διαμάχης για την εξουσία χωρίς να τους έχει απασχολήσει η εξεύρεση συναινετικών λύσεων για την δίκαιη κατανομή του κόστους της κρίσης. Η μονομέρεια των δράσεών τους παράγει συγκρούσεις που μετατρέπονται σε αυτοσκοπούς, χωρίς να επιφέρουν ουσιαστικές βελτιώσεις στη συνολική λειτουργία του συστήματος, παρά μόνο στις σταδιοδρομίες των ηγετών και των εκλεκτών τους. Ακριβώς αυτή η συνεκτική λειτουργία του συστήματος, όπου οι εσωτερικές του αντιφάσεις δεν είναι αρκετές για να κλονίσουν την συνολική υπόστασή του, προκαλεί ακραίες αντιδράσεις και εξάρσεις αντιδημοκρατικού, σοβινιστικού και αντιθεσμικού χαρακτήρα από όσους παραμένουν αποκλεισμένοι από το “κράτος για λίγους”.

Συνεπώς, η συζήτηση για ποιοτικότερους θεσμούς, περισσότερη διαφάνεια, βαθύτερη δημοκρατία και παγίωση κανόνων αξιοκρατίας δεν μπορεί να αναβάλλεται με την πρόφαση των “εκτάκτων συνθηκών” και του μη χείρονος, διότι έχει η ίδια απτό εκτόπισμα στα οικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη, στην απασχόληση και στην κοινωνική συνοχή. Η μόνη έξοδος από τις “έκτακτες συνθήκες” της οικονομίας είναι η δημιουργία δημοκρατικού κράτους δικαίου. Η αυταπάτη ότι η Ελλάδα μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς αυτό θα επαναλάβει την κρίση, η οποία ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα προκάλεσε ύφεση της τάξεως του 23% σε έξι χρόνια και φθάνει στο τέλος της όχι διότι δόθηκε λύση αλλά μόνο διότι δεν υπάρχει πλέον άλλο κοινωνικό έδαφος για περαιτέρω διάβρωση. Αν όχι τώρα, τότε ποτέ.

Η θραύση των δικτύων διαπλοκής και σχηματισμού διοίκησης από ανθρώπους άξιους και ικανούς να εφαρμόσουν τους βασικούς κανόνες της λογικής στο ελληνικό κράτος, προϋποθέτει ότι το φαυλοκρατικό σύστημα θα απωλέσει το μονοπώλιό του στην πολιτική εξουσία. Για να συμβεί όμως αυτό, χρειάζεται ενεργοποίηση και δραστηριοποίηση των υγιών δυνάμεων της χώρας στον πολιτικό στίβο, ειδικά μάλιστα των νέων που δεν έχουν προλάβει να ενσωματωθούν στην διακεχυμένη διαφθορά. Χωρίς αυτούς, οποιαδήποτε αλλαγή θα παραμένει στη σφαίρα του ευχολογίου και της θεωρητικής αναζήτησης.

Προϋπόθεση για αυτό είναι να κατανικηθεί η πάγια αποστροφή για την πολιτική, που στο νου πολλών ταυτίζεται με τις πελατειακές λογικές, την υποκρισία του πολιτικαντισμού και τη διαφθορά. Οι “εκτός” πρέπει να επανανακαλύψουν την αληθινή πολιτική ως τέχνη της “πόλεως”. Να ανασυγκροτήσουν τον χαμένο γιαννάρειο “πολιτισμό του δημοσίου συμφέροντος” και να οικοδομήσουν μία Ελλάδα που να ανταποκρίνεται στα όνειρα και τις προσδοκίες τους.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply