Το πρόβλημα της ελληνικής ΑΟΖ είναι η ελληνικότητά της

Του Αλέξανδρου Ντάσκα




Αν η Ελλάδα επιθυμεί να ανακηρύξει δική της Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, οφείλει να καταθέσει μέχρι τις 11.06.2018 τη σχετική δήλωση με επισυνημμένο τον χάρτη της στην αρμόδια Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών. Μετά την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής, το δικαίωμα αποσβέννυται. Ποιά είναι η προετοιμασία της χώρας για την κίνηση αυτή;

Το εριζόμενο ζήτημα ως προς την ανακήρυξη της ΑΟΖ ενός κράτους είναι συνήθως τα όριά της. Για να κάμψει τις αντιρρήσεις των γειτόνων και να επιτύχει μία εθνικά επωφελή λύση, το κράτος οφείλει να καταστήσει σαφή την έκταση που θεωρεί ότι περιλαμβάνεται εντός των ορίων της και να εκκινήσει μία δημόσια διαβούλευση επί του θέματος. Αυτή είναι η πάγια τακτική σε πλήθος ευρωπαϊκών κρατών, όπου μάλιστα η ΑΟΖ θεωρείται εθνικό σύνορο, αντικείμενο διδασκαλίας στα σχολεία.

Το ελληνικό κράτος και στο θέμα αυτό έχει επιλέξει την οδό της παραδοξότητας και της συσκότισης. Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει δημοσιευθεί ούτε ένας επίσημος χάρτης της ελληνικής ΑΟΖ από τις αρμόδιες αρχές, ώστε να καταστεί αντικείμενο πληροφόρησης και εθνικού διαλόγου για την κατοχύρωση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Αντιθέτως, σε Μέσα Ενημέρωσης και στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί πλήθος χαρτών μικρής ανάλυσης και πρόχειρου υπολογισμού, εμφανιζόντων τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ τους. Μεγάλες περιοχές ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, όπως το λεγόμενο "τουρκικό δόντι" μεταξύ Ρόδου και Καστελλόριζου, αλλά και ο ίδιος ο συνυπολογισμός του Καστελλόριζου στην διαμόρφωση της ελληνικής ΑΟΖ, που με την αναγνώρισή του ενώνει την ελληνική ΑΟΖ με την κυπριακή ποικίλουν από χάρτη σε χάρτη. Συντηρείται επομένως μία συγκεχυμένη και ασαφής εικόνα περί ενός εθνικού συνόρου μείζονος σημασίας για τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Οι χειρισμοί των κυβερνώντων δημιουργούν την αίσθηση αμηχανίας όχι μόνο του πολιτικού προσωπικού αλλά και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης σχετικά με το θέμα της ΑΟΖ. Το ζήτημα πρέπει να μείνει πίσω από κεκλεισμένες θύρες για να επιλυθεί πριν αντιληφθεί ο ελληνικός λαός την σημασία του και τις ακριβείς διαστάσεις του και δημιουργηθεί κοινωνική δυναμική που θα αποτρέψει ασύδοτους χειρισμούς. Η τακτική αυτή οδήγησε σε γνωστά αποτελέσματα, καθώς επανειλημμένως η Ελλάδα έχει παραχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα στην Τουρκία υπό την πίεση, κυρίως, των Αμερικανών. Η επιμονή στην αδιαφάνεια κινεί υποψίες ότι ανάλογες παραχωρήσεις είναι ενδεχόμενο να επαναληφθούν εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, οι οποίες ως είθισται στα διεθνή ζητήματα δεν ανατρέπονται εύκολα, ιδίως από το αδύναμο μέρος, όπως είναι η Ελλάδα απέναντι στην Τουρκία.

Με βάση τις σκέψεις αυτές, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, ίσως και εκ του πονηρού, η πρόταση ορισμένων για τμηματική ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ, ή ακόμη και για κατάθεση της δήλωσης στον ΟΗΕ χωρίς την επισύναψη του χάρτη. Κάτι τέτοιο, πέρα από πρωτοφανές σε παγκόσμιο επίπεδο και ασύμβατο με οποιαδήποτε έννοια εθνικής αξιοπρέπειας, συνιστά ταυτόχρονα επίσημη ομολογία αμφισβήτησης των ορίων της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και μετατροπή τους σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με δυνάμεις που στοχεύουν στη συρρίκνωσή τους. Ιδίως με την Τουρκία, η οποία, πέρα από το πρόσφατο ιστορικό αναίρεσης των ελληνικών θαλασσίων συνόρων με τη συμφωνία Παπανδρέου-Οζάλ και το μνημόνιο Παπούλια-Γιλμάζ, πλήττεται από την ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ καθώς η προς δυσμάς ανάπτυξη της θα ασφυκτιά σε στενά θαλάσσια όρια στην περιοχή του Αιγαίου και της Κύπρου.

Αμφισβητήσεις ορίων της ΑΟΖ είναι δυνατό, ίσως και αναπόφευκτο, να προκύψουν σε περιοχές με σύνθετο γεωγραφικό ανάγλυφο και πληθώρα νησιών κοντά σε ακτές ξένου κράτους, όπως στην ελληνική περίπτωση. Ωστόσο, η Ελλάδα, όπως και τα περισσότερα κράτη του κόσμου, έχει υπογράψει τον Νόμο της Θάλασσας, που αποτελεί το νομικό θεμέλιο για τις αξιώσεις της. Αντιθέτως, η Τουρκία, μαζί με τη Συρία και το Ισραήλ, δεν έχει προσχωρήσει στη σχετική διεθνή νομοθεσία, γεγονός που συνεπάγεται μία επιπλέον δυσχέρεια για τις ελληνικές θέσεις. Η Ελλάδα θα έπρεπε να προετοιμάζεται όχι μόνο για να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της με βάση τον Νόμο της Θάλασσας, αλλά θα πρέπει να υπερασπιστεί απέναντι σε τρίτους την ίδια την ισχύ της διεθνούς νομοθεσίας. Η παράμετρος αυτή αποτελεί έναν ακόμη λόγο που συνηγορεί υπέρ της μονομερούς ανακήρυξης της ΑΟΖ, ταυτόχρονα με μία προσεκτική διπλωματική προετοιμασία που θα εξασφαλίσει την αναχαίτιση οποιασδήποτε μιλιταριστικής ιδέας από την πλευρά της Άγκυρας. Αν η Τουρκία διαφωνεί με τις αξιώσεις που θα προβάλει η Ελλάδα και εφόσον έχει κατασταλεί εν τη γενέσει του οποιοσδήποτε πειρασμός στρατιωτικού καταναγκασμού, η μόνη οδός θα είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Διά της οδού αυτής, η Τουρκία θα «εξαναγκαστεί» να επικυρώσει τον Νόμο της Θάλασσας και να προσχωρήσει στην διεθνή έννομη τάξη και στο συγκεκριμένο θέμα.

Η αντιμετώπιση της στρατιωτικής απειλής, από την άλλη πλευρά, χρειάζεται συνεπή προετοιμασία και εύρεση ερεισμάτων σε δυνάμεις με κοινά συμφέροντα στην παρούσα φάση. Το Ισραήλ είναι περίπτωση κράτους που έχει συμφέρον να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας προς την Ευρώπη, καθώς βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την Τουρκία. Η μόνη θαλάσσια οδός προς την Ευρώπη,με δεδομένες τις προβληματικές έως εχθρικές σχέσεις με τον μουσουλμανικό κόσμο, περνά από τις ΑΟΖ Ελλάδος και Κύπρου. Μάλιστα ακριβώς για τον λόγο αυτό, το Ισραήλ έχει συμφέρον να υιοθετήσει την ελληνική θέση για την ΑΟΖ του Καστελλόριζου, καθώς μόνο δι' αυτής δημιουργείται μία αδιάσπαστη, συνεχής γραμμή ισραηλινής, κυπριακής και ελληνικής ΑΟΖ . Συνεπώς, σε περίπτωση που ταυτοχρόνως τα τρία αυτά κράτη ανακηρύξουν τις ΑΟΖ τους δημιουργείται ένα μέτωπο που μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις τουρκικές απειλές.



Ποιές από όλες αυτές τις κινήσεις έχουν λάβει χώρα μέχρι σήμερα; Δυστυχώς, ελάχιστες. Αντιθέτως, η Ελλάδα δεινώς δοκιμαζόμενη οικονομικά, εμφανίζεται να αδιαφορεί για την ΑΟΖ της ως περιττή πολυτέλεια, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί πια τον ισχυρό οικονομικό παράγοντα της Βαλκανικής, αλλά ένα κράτος υπό διεθνή επιτροπεία. Φυσικά, η ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ θα μπορούσε να αποτελεί το πρώτο βήμα μίας ανάκαμψης. Είναι άλλωστε διαπιστωμένο μετά βεβαιότητος ότι στην περιοχή της περιλαμβάνονται ιδιαίτερα σημαντικά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, ορισμένα σε μη αμφισβητούμενες περιοχές (νοτίως της Πελοποννήσου, μεταξύ Κρήτης και Αιγύπτου, νοτίως των Κυκλάδων, στο βόρειο Αιγαίο), άλλα δε στην ευρύτερη περιοχή της Ρόδου και του Καστελλόριζου, που βρίσκονται στο επίκεντρο του τουρκικού επεκτατισμού.

Η Ελλάδα όμως δεν θα μπορέσει να επωφεληθεί από την ύπαρξή τους αν δεν διασφαλίσει τα δικαιώματά της επί της εκμετάλλευσής τους. Η διατήρηση του αρμόδιου για την εκμετάλλευση νομικού προσώπου υπό κρατικό έλεγχο δεν αποτρέπει την έμμεση εκχώρησή τους στους δανειστές, αφού ο κρατικός προϋπολογισμός επιβαρύνεται με την πληρωμή των δανείων της χώρας. Ένας πιθανός τρόπος για να καταλήξουν τα έσοδα από το ελληνικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο στον ελληνικό λαό και όχι στους τραπεζίτες του εξωτερικού είναι μία ενδεχόμενη νομοθετική πρόβλεψη για την εξαίρεση τους μέσω ειδικού λογαριασμού από την αποπληρωμή των υποχρεώσεων προς τους διεθνείς πιστωτές.

Τέτοια πρόνοια αναμένεται ότι θα συναντούσε την αντίδραση των δανειστών και το πολιτικό προσωπικό της χώρας καμιά εμπιστοσύνη δεν εμπνέει ότι θα μπορούσε να προβάλει αποτελεσματική αντίσταση. Αντιθέτως, οι ταγοί του έθνους σταθερά πλήττουν ή αποτυγχάνουν να υπερασπιστούν με τις αποφάσεις τους τα ελληνικά συμφέροντα. Ακριβέστερα, τα οικονομικά συμφέροντα που ευνοούν είναι εκείνα που έχουν την πλέον απομακρυνσμένη σχέση με την εθνική οικονομία.

Ενδεικτικό παράδειγμα οι εφοπλιστές, των οποίων η συνεισφορά μέσω συνυποσχετικού στην στήριξη της ελληνικής οικονομίας είχε βαφτιστεί από τη Νέα Δημοκρατία κατά την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου το 2012 ως “οικειοθελής”, όρος που αποσύρθηκε την ύστατη ώρα κατόπιν διαπραγματεύσεων με τον κυβερνητικό της εταίρο, το ΠΑΣΟΚ. Την ίδια στιγμή που επιδεικνύει τόση αβρότητα προς την ναυτιλιακή κοινότητα, η κυβέρνηση οδηγεί στον αφανισμό τις συνεπείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν την παραγωγική βάση που έχει απομείνει στην Ελλάδα και στηρίζουν στην πράξη την ελληνική οικονομία. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις επιχειρήσεων στις οποίες το κράτος αποπλήρωσε -με πολυετή καθυστέρηση- τις οφειλές του προς αυτές με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (ομόλογα που οι επιχειρήσεις αυτές μεταβίβασαν στις τράπεζες προς αποπληρωμή δικών τους υποχρεώσεων), μόνο για να “κουρέψει” αργότερα αυτά τα ίδια ομόλογα μέσω του PSI, αφήνοντας εκ νέου εκτεθειμένες τις επιχειρήσεις στους πιστωτές, αφαιμάσσοντας την εναπομείνασα ρευστότητα και υποβάλλοντας αυτές τις υγιείς οικονομικές μονάδες στον φαύλο κύκλο εξοντωτικών προστίμων, μάλιστα για σφάλματα που βαρύνουν συχνότατα τις κρατικές υπηρεσίες και όχι τον φορολογούμενο.

          Αν στο σκηνικό αυτό προσθέσουμε την βαθύτατη αναλγησία στις περικοπές των μισθών και των συντάξεων, καθίσταται εμφανές ότι όποιος έχει την ατυχία να επενδύει εμπράκτως στον τόπο αυτό όχι μόνο δεν επιβραβεύεται αλλά τιμωρείται από το ελληνικό κράτος. Επίσημη κρατική ιδεολογία είναι ο παρασιτισμός της συμμαχίας συμφερόντων που έχουν πρόσβαση στην κυβέρνηση. Όταν επομένως προετοιμάζονται παραχωρήσεις στα εθνικά θέματα εις όφελος τρίτων, αυτό δεν οφείλεται στο “φιλειρηνικό” και “γενναιόδωρο” δήθεν πνεύμα των ελληνικών ηγεσιών αλλά στην οργανική σχέση τους με συμφέροντα που έχουν κέντρο δράσης την αλλοδαπή και όχι την Ελλάδα και στις σχετικές συγκρούσεις συμφερόντων επιλέγουν την οδό που διευκολύνει τις υπερδυνάμεις που τους προστατεύουν - ή έστω αδιαφορούν για μία χώρα που θεωρούν απλώς “ξενιστή”.

           Το ίδιο ισχύει και για όσους συνειδητά και σχεδιασμένα απλώνουν γύρω από τα εθνικά θέματα μία ατμόσφαιρα αποστροφής, επιφύλαξης και αδιαφορίας, προσπαθώντας να μετατρέψουν σε παρωχημένες και ύποπτες αντιλήψεις περιθωριακών κύκλων θεμελιώδεις προβληματισμούς για την επιβίωση του ελληνικού έθνους. Την ίδια στιγμή που κηρύττουν στον ελληνικό λαό την παραίτηση από τα δικαιώματά του και κατακεραυνώνουν τον ελληνικό “εθνικισμό” (μόνο και μόνο για την “αμυντική” εμμονή του στα διεθνώς νόμιμα) δεν έχουν ούτε κουβέντα για τα εθνικά συμφέροντα που εξυπηρετούνται σε βάρος των ελληνικών. Πρόκειται για φοβικές και συμπλεγματικές στην πλέον αθώα των περιπτώσεων ή για ιδιοτελείς στην χειρότερη περίπτωση συμπεριφορές, που κολακεύουν ιδεοληψίες, παρά το οφθαλμοφανές των ταπεινών κινήτρων και των εσωτερικών τους αντινομιών.

     Το πρόβλημα της ελληνικής ΑΟΖ για όλους τους παραπάνω παράγοντες δεν είναι ότι δεν έχει ανακηρυχθεί, ούτε τα όριά της, oύτε η ιταμή στάση όσων κρατών απειλούν με πόλεμο κατά της ίδιας τους της χώρας επειδή ασκεί ένα διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμά της. Είναι απλά η ελληνικότητά της. Και αυτό είναι αμάρτημα που στην Ελλάδα δεν έμεινε ποτέ ατιμώρητο, ακόμη και (ή ίσως, ιδίως) όταν υψώνονταν λάβαρα εθνικοφροσύνης και άλλων σπουδαίων τινών.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply