Συναπόφαση και "λευκές νύχτες"


Tου Αλέξανδρου Ντάσκα


Για τις νεότερες γενιές Αθηναίων (ή διαβιούντων στην Αθήνα) οι πιο διάσημες “νύχτες” που μπορούσε να ζήσει κανείς στους δρόμους της πόλης ήταν οι “Νύχτες Πρεμιέρας”, το διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου της. Φοιτητές, εργαζόμενοι μερικής ή πλήρους απασχολήσεως, άνεργοι (για τους οποίους υπήρχαν δωρεάν εισιτήρια) είχαν την σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσουν ταινίες από όλο τον κόσμο, να προβληματιστούν, να ονειρευτούν, να συγκινηθούν. Μετά το τέλος τους, η νυχτερινή Αθήνα έμοιαζε όσο ζωντανή θα την ήθελαν. Πάντα άγρυπνη και  φιλόξενη, χωρίς όμως τη βαρβαρότητα της εργασιακής αιχμής.

   Εδώ και αρκετούς μήνες μπήκαν στην ζωή μας νέες “νύχτες”, οι λευκές. Τα καταστήματα παραμένουν ανοιχτά και το βράδυ για να ικανοποιήσουν τα καταναλωτικά ένστικτα του αθηναϊκού πλήθους και να προσθέσουν μερικές ακόμη εισπράξεις στα (συχνά άδεια) ταμεία των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με μερικές μαρτυρίες, στις λευκές νύχτες των Χριστουγέννων του 2013 ο αριθμός των καταναλωτών που περιφέρονταν ανάμεσα στις φωτεινές βιτρίνες γεμάτοι περιέργεια για το πρωτοφανές του μέτρου αλλά και εορταστική ευωχία έφτασε το μισό εκατομμύριο. Στις λευκές νύχτες προστίθενται ακόμη Κυριακές και άλλες αργίες που καταργούνται στο βωμό της εξασφάλισης της πολυπόθητης ρευστότητας. Οι έκτακτες περίοδοι απαιτούν έκτακτα μέτρα, και η Ελλάδα ζει από τετραετίας σε μία μόνιμη περίοδο έκτακτης ανάγκης, χωρίς ορατό τέλος.

  Υποδούλωση της εργατικής τάξης ή αναγκαία ευελιξία για τη θραύση του φαύλου υφεσιακού κύκλου; Το νου του μέσου πολίτη υποκύπτει συχνά στον πειρασμό της αναγωγής ατομικών του εμπειριών σχετικής αξίας σε απόλυτα θέσφατα. Αν έχει εργαστεί κανείς υπό συνθήκες τρόμου και δουλείας, χωρίς ανάπαυση και δικαιώματα, μόνο και μόνο για να επωμιστεί τις δυσχέρειες της επιχείρησης όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά ή για να εξασφαλίσει πλούσιες διακοπές του εργοδότη σε εξωτικά νησιά όταν τα πράγματα πάνε “πολύ καλά”, σχεδόν αυτόματα εκλαμβάνει ότι κάθε υποχώρηση στις εργοδοτικές απαιτήσεις συνιστά εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης. Από την άλλη, άνθρωποι που έχουν εργαστεί σε φιλικότερο περιβάλλον, έχοντας βιώσει τις αγωνίες αλλά και έχοντας μετάσχει υλικά και ηθικά στις επιτυχίες ή έστω έχουν εικόνα των αντικειμενικών οικονομικών δυσκολιών, τείνουν να πιστέψουν ότι κάθε μέτρο εργασιακής “ευελιξίας” είναι μία αυτονόητη και αναγκαία απάντηση στην κρίση.

   Τέτοιου είδους αναγωγές και συνειρμικά συναγόμενες παραστάσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι αξιοποιούνται για να χτιστούν από τη μία μεγάλες καπιταλιστικές περιουσίες, από την άλλη συνδικαλιστικές καρριέρες, είτε θεμιτά είτε καταχρηστικά. Το κίνητρο για να παρουσιάσει κανείς μία βολική “γενικότητα”, ανεξαρτήτως της εφαρμοσιμότητας των συμπερασμάτων της στην εκάστοτε μεμονωμένη περίπτωση είναι αναντίρρητο. Πώς μπορεί να εξευρεθεί η κοινώς αποδεκτή “χρυσή τομή” μέσα σε όλη αυτή την ετερογένεια των σκοπών;

  Δύο μέθοδοι υπάρχουν για την επίλυση των διαφορών: η συναίνεση και η σύγκρουση. Η συναίνεση απαιτεί πειθώ, στην καθαρότερη μορφή της. Χωρίς παραπλάνηση, χωρίς απειλή, χωρίς προσπάθεια αθέμιτου επηρεασμού της βούλησης. Η σύγκρουση, από την άλλη, οφείλεται στο ότι τουλάχιστον μία από τις εμπλεκόμενες πλευρές αρνείται να αναγνωρίσει το θεμιτό της άποψης της άλλης πλευράς. Η συναίνεση βασίζεται σε από κοινού καλόπιστη εκτίμηση αντικειμενικών δεδομένων, τουλάχιστον σε σημαντικό βαθμό. Η σύγκρουση βασίζεται στον απλό υπολογισμό της διαφοράς ισχύος που θα εξασφαλίσει τη “νίκη”. Έχει όμως πάντα το τίμημα της, καθώς οφείλει να συνυπολογίσει, αν θέλει να παραμείνει στα πλαίσια του ρεαλισμού, τα πάσης φύσεως αντίποινα.

     Πέρα από ψυχολογικές προδιαθέσεις, αυθαίρετες ερμηνείες και αναγωγές, ιδεολογικές φορτίσεις, υπάρχει πράγματι αναγκαιότητα λειτουργίας των επιχειρήσεων τις Κυριακές και τις λευκές νύχτες; Είναι η παράταση του εργασιακού χρόνου το ηπιότερο και προσφορότερο μέτρο; Πώς μπορεί κανείς να αποφανθεί επί του παραπάνω ερωτήματος χωρίς στοιχειώδη γνώση των οικονομικών στοιχείων της κάθε επιχείρησης; Υπάρχει θετική επίδραση στην αύξηση της απασχόλησης από τα παραπάνω έσοδα, που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί διαφορετικά; Και ποιός πρέπει να επωμιστεί το κόστος της καταπολέμησης της ανεργίας;

    Οι υποστηρικτές της κυβέρνησης εθελοτυφλούν όταν μέμφονται τις κοινωνικές συγκρούσεις ή τα βίαια επεισόδια για την οικονομική κατάρρευση. Ακόμα και αν τα παραπάνω συνεισφέρουν στο αδιέξοδο, αποτελούν με τη σειρά τους παράγωγο και όχι αιτία. Αυτή θα πρέπει να αναζητηθεί στον αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης και ρύθμισης και των εργασιακών καταστάσεων, που αν και ενυπάρχει και στις δύο πλευρές του φάσματος, βαρύνει πάντα περισσότερο την πλευρά που διαχειρίζεται κυριαρχικά τα πράγματα. Αν υπήρχαν μηχανισμοί συναινετικοί, μηχανισμοί διαβούλευσης και συναπόφασης τόσο σε επίπεδο επιχειρήσεως, όσο και σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο, οι αποφάσεις θα είχαν περισσότερο κύρος, οι αντιδράσεις θα περιορίζονταν απαξιωμένες, οι απόψεις θα σχηματίζονταν με συνειδητότητα και όχι τυφλό (κ)οπαδισμό, οι υπέρμετρες και θρασείες αξιώσεις θα υποχωρούσαν μέσα σε καταισχύνη. Επειδή, όμως η ισχύς βρίσκεται ως επί το πλείστον στην εργοδοτική-κυβερνητική πλευρά, το ίδιο βαραίνει σε βάρος της και η πλάστιγγα της ευθύνης για το κοινωνικό ρήγμα που δημιουργείται.

    Η εκλογίκευση στη διαδικασία της απόφασης είναι ζήτημα δημοκρατίας. Και με τη σειρά της, η δημοκρατία είναι ζήτημα ευτυχίας. Κανείς δεν θα περιχαρακωνόταν πίσω από δικαιώματά του, αν ήταν πεπεισμένος ότι είναι συμφέρουσα η πρόσκαιρη θυσία τους. Αλλά και είναι τυφλό το “αφεντικό” που νομίζει ότι μπορεί να ζει ευτυχισμένο σε μία κοινωνία που στενάζει στα δεσμά της “δουλειάς” και αναμένει τον χρόνο της (τυφλής;) εκδίκησης. 

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply