Να εθνικοποιήσουμε την αναπτυξιακή στρατηγική μας;




Του Αλέξανδρου Ντάσκα*

  Στον δημόσιο διάλογο πληθαίνουν εσχάτως οι τοποθετήσεις υπέρ της σύνθεσης ενός εθνικού σχεδίου για την οικονομική ανάπτυξη, και μάλιστα όχι πάντα από απολύτως αναμενόμενες πηγές. Ακόμα και οι πλέον ένθερμοι ευρωπαϊστές φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι ο κύριος εθνικός στόχος οφείλει να είναι κάτι περισσότερο από την επιδίωξη «να βρισκόμαστε εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, όταν θα δοθεί συνολική ευρωπαϊκή λύση».

   Oι προφανείς λόγοι της «επανατοποθέτησης» είναι δύο. Αφενός καθίσταται οδυνηρά σαφές ότι το ελληνικό πρόβλημα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διαθέτει και βρίσκεται στην αιχμή από την άποψη της οξύτητας του συνολικού προβλήματος του ευρωπαϊκού Νότου. Αφετέρου, οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης απογοήτευσαν όσους αισιόδοξους ευρωπαϊστές προσδοκούσαν διορθωτικές κινήσεις προς φεντεραλιστικές κατευθύνσεις. Η επαγγελία ενός ευρωπαϊκού Σχεδίου Μάρσαλ από τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες (οσονδήποτε ειλικρινής κι αν ήταν) προσέκρουσε στη νίκη του μερκελικού εθνολαϊκισμού στις πρόσφατες γερμανικές εθνικές εκλογές. Στην επικράτηση του συντηρητισμού στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ως προς το ελληνικό πρόβλημα συμβάλλει οπωσδήποτε και η εθνική έλλειψη προσανατολισμού, που υπονομεύει τη συλλογική μας αξιοπιστία. 

    Αλλά και όποτε ακόμα η γερμανική πολιτική επεχείρησε την επιβράδυνση της χειραγώγησης της οικονομίας από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, αναχαιτίστηκε από το αγγλικό χρηματοπιστωτικό καθεστώς. Ενδεικτική η αποτυχία επιβολής του φόρου Τόμπιν (επί χρηματοπιστωτικών προϊόντων, μετοχών, ομολόγων, δανεισμών τίτλων κτλ.) σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μετά από την αρνητική γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Ε.Ε., που δικαίωσε τις αντιρρήσεις τις Μ. Βρετανίας απέναντι στην συμπαράταξη Γερμανίας, Γαλλίας και άλλων χωρών (μεταξύ τους και η Ελλάδα). Αποδεικνύεται επομένως ότι, ανεξαρτήτως προθέσεων, ο οικονομικός σχεδιασμός που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ελληνικής οικονομίας οφείλει να γίνει καταρχήν σε εθνικό επίπεδο.

    Ο εθνικός οικονομικός σχεδιασμός έχει να αντιμετωπίσει επίσης έναν ιδιαίτερα οξυμμένο ιδεολογικό δογματισμό. Όσο εύκολα αναπαράγονται τα κλισέ περί «καθ’ ημάς Σοβιετίας», άλλο τόσο απερίσκεπτα λησμονείται ότι η αφετηρία της κρίσης βρισκόταν στην αλλοδαπή και συνδεόταν αιτιωδώς με την ασυδοσία των αγορών, ιδίως του χρηματοπιστωτικού τομέα. Το ελληνικό υποκείμενο νόσημα δεν αναιρεί διόλου το γεγονός ότι ο ιός προερχόταν από οικονομίες που ήραν κάθε έλεγχο στην ξέφρενη επέλαση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, γεγονός που συσκοτίζεται στην ελληνική δημόσια συζήτηση και εξαιτίας της πάγιας αδιαφορίας μας για τα συμβαίνοντα στον πλανήτη. Από την άλλη πλευρά, η πελατειακή δομή της ελληνικής οικονομίας ήταν μεν κρατικοδίαιτη, δεν πληρούσε ωστόσο ούτε κατά προσέγγιση τις προϋποθέσεις ενός κεντρικού σχεδιασμού, αφού είχε τον χαρακτήρα εφόρμησης του εκάστοτε δυναμένου στα δημόσια ταμεία, χωρίς κεντρική ιδέα για την συνολική διαμόρφωση του οικονομικού μοντέλου. Άλλωστε ήταν πρώτο το ελληνικό ιδιωτικό κεφάλαιο που κατά μεγάλο μέρος του μετατράπηκε ταχύτατα σε παρασιτικό, τερματίζοντας τις επενδύσεις σε παραγωγικές δομές υπέρ άμεσων αποδόσεων σε τομείς που ευνοούνταν από την κρατική πολιτική.

     Εθνικό σχέδιο δεν σημαίνει συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας στα χέρια του κράτους αλλά διαμόρφωση μίας βασικής ιδέας για την δομή, τα χαρακτηριστικά και τη σύνθεση της ελληνικής οικονομίας και προσδιορισμό των επιμέρους πολιτικών που μπορούν να οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, χωρίς να εξαναγκάζουν το άτομο σε απαγορεύσεις ή επιβολές ως προς την οικονομική του δραστηριότητα. Δεν είναι συνώνυμο ούτε του εθνικού απομονωτισμού, αν και οφείλει να εδράζεται επί μίας ορθής εκτίμησης της επιρροής της παγκοσμιοποίησης στην εθνική επίδοση. Συνολικά άλλωστε η ευρωπαϊκή οικονομία πιέζεται διαρκώς από την ανακατανομή των παγκοσμίων πόρων υπέρ της Ασίας, την οποία αδυνατεί να ανταγωνιστεί στο εργατικό κόστος. Το τίμημα του ασιατικού δεσποτισμού μετακυλίεται μερικώς στις πλάτες των Ευρωπαίων εργαζομένων (ιδίως μάλιστα αυτών του Νότου), στο όνομα της αποφυγής του προστατευτισμού. Το τέλος όμως αυτής της διαδικασίας, σε περίπτωση που οι προαιώνιες δομές της Ασίας δεν μεταβληθούν σύντομα, δεν μπορεί παρά να είναι είτε ο προστατευτισμός για να αποφευχθεί η οικονομική περιθωριοποίηση της Γηραιάς Ηπείρου, είτε ο κλονισμός του δημοκρατικού πολιτισμικού υποδείγματός της. Το σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης σχετίζεται επομένως και με το ποιά κοινωνία επιδιώκουμε να έχουμε μακροπρόθεσμα.

   Ουσιώδης πτυχής ενός εθνικού σχεδίου είναι το αίτημα ποιότητας και αυτοδυναμίας της ελληνικής κοινωνίας. Καταρχήν η επιδίωξη του αναπροσανατολισμού του πολιτικοοικονομικού συστήματος των κινήτρων και των μέσων από τον μεταπρατισμό, τον παρασιτισμό και τον καιροσκοπισμό που οδήγησαν στη χρεοκοπία προς την αληθινή παραγωγή. Έπειτα το εγχείρημα επίτευξης μεγαλύτερου βαθμού εθνικής ανεξαρτησίας, με την μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές βασικών ειδών από το εξωτερικό, επομένως και την αύξηση των δυνατοτήτων της εθνικής πολιτικής σε συνθήκες αναζωπυρωμένου οικονομικού εθνικισμού των ισχυρών. Η ικανοποίηση αυτών των αναγκών δεν μπορεί να αφεθεί στην τυχαιότητα της «ψυχολογίας των αγορών», ούτε στο κυνήγι της βραχυπρόθεσμης πολιτικής επιβίωσης των πολιτικών μας παραγόντων. Απαιτεί ένα μίνιμουμ εθνικής συνεννόησης, χωρίς ποτέ να είναι δυνατό να απαλειφθούν πληρώς οι πολλές και οξείες ιδεολογικές διαφορές.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply