Οίκαδε, στη Μικρά Αγγλία




Toυ Αλέξανδρου Ντάσκα*

Η ιστορία που εκτυλίσσεται στη «Μικρά Αγγλία», στο μυθιστόρημα που έγινε ταινία, κινείται σε αντίθετους δρόμους από εκείνους που οδήγησαν στην κινηματογραφική απόδοσή της από τον Παντελή Βούλγαρη. Ο σκηνοθέτης εμπνέεται από το εξαιρετικό συγγραφικό έργο της συντρόφου της ζωής του Ιωάννας Καρυστιάνη για να μεταφέρει στο σινεμά το μυθιστόρημά της. Στην Άνδρο της δεκαετίας του ’30, όπου τίθεται το σκηνικό του έργου, η έμπνευση δεν θεωρείται απαραίτητη ανάγκη για το συζυγικό ζεύγος. Κεντρικό μέγεθος του, μία οικογένεια, συναπαρτιζόμενη από τον μονίμως απόντα σε μακρινά νερά καπετάνιο, τη Σμυρνιώτισσα μητέρα και τις δύο κόρες που γαλουχούνται με τις αξίες του γονέα που είναι παρών. Και αυτές συνίστανται στην επίτευξη ενός «καλού γάμου», με καπετάνιο, όπου κάθε ρομαντισμός θεωρείται περιττός.

   Στην πραγματικότητα, ο θεσμός του γάμου στη Μικρά Αγγλία είναι, κατά τη σεφέρειο διατύπωση, ένα συμφωνημένο υπονοούμενο, διαφορετικό από αυτό που προδίδει το τελετουργικό του. Οι άνδρες νυμφεύονται τις θάλασσες- αλλά και τις στεριές- μακριά από την Άνδρο, περισσότερο από τις γυναίκες τους. Οι γυναίκες παντρεύονται το αξίωμα του καπετάνιου, την οικονομική ασφάλεια και την κοινωνική θέση, περισσότερο από το πρόσωπο. Ο γάμος ως βιοπορισμός, η οικογένεια ως επένδυση, η ζωή ως μέσο για την οικονομική αποκατάσταση. Και αντιστοίχως, από την ανδρική πλευρά: ο γάμος ως λιμάνι προορισμού και ανασύνταξης, η οικογένεια ως βάρος για χάρη της διαιώνισης του ονόματος, η ξένη στεριά ως απόδραση από την ζωή που περιμένει στη μακρινή πατρίδα.

    Οι ήρωες του έργου παραμένουν για τους/τις συζύγους τους απόντες, παντοιοτρόπως. Όσο οι άνδρες κυβερνούν τα πλοία τους, οι γυναίκες κυβερνούν το νησί και το σπίτι, ποτέ όμως ο ένας την καρδιά του άλλου. Η οικογενειακή εμπειρία στο επίπεδο των συζύγων είναι σταθερά εμπειρία απουσίας. Η Μίνα Σαλταφέρου, η Σμυρνιά μητέρα, είναι ακράδαντα πεπεισμένη ότι το συμφέρον είναι εκείνο που κυβερνά τις ανθρώπινες πράξεις, όπως ο συζυγός της το πλοίο. Με ακλόνητη ψυχρότητα, υπό την άγνοια της μεγαλύτερης κόρης της, απορρίπτει την απόπειρα συνοικεσίου με τον άνδρα που εκείνη ερωτεύτηκε παράφορα, χωρίς εκείνη να μάθει ότι υπήρξε τελικά μία στιγμή στην ζωή της, όπου η ευτυχία απείχε ένα μόλις «ναι». Και ότι τελικά αυτό το «ναι» δεν ακούστηκε όχι εξαιτίας κάποιου αντικειμενικώς ανυπέρβλητου εμποδίου, αλλά εξαιτίας της ιδέας της μητέρας της για το τι είναι συμφέρον. Ο Σπύρος Μαλταμπές, ο άνδρας της ζωής της, θα παντρευτεί τελικά τη νεότερη κόρη Μόσχα, αντί της ερωτευμένης Όρσας, όπως το σχέδιο της μητέρας προέβλεπε χάριν του συμφέροντος της οικογένειας.

   Η εξέλιξη της υπόθεσης ανατρέπει τους σχεδιασμούς της μητέρας και αποδεικνύει, με βάση πάντα το συμφέρον, τις μεθοδεύσεις της ελλειμματικές. Ο Σπύρος πνίγεται σε ναυάγιο, το μυστικό της Όρσας αποκαλύπτεται και εκείνη μένει να σβήσει από τα επίγεια, έχοντας χάσει εκείνον που αγαπούσε, συμπαρασύροντας μαζί της το σπιτικό και όλες τις ψευδαισθήσεις του για την ασφάλεια και το συμφέρον.

    Σύμφωνα με τον Ιονέσκο, «η πραγματικότητα ψεύδεται, γιατί η πραγματικότητα δεν είναι πραγματική (ρεαλιστική). Πραγματικότητα είναι μόνο η αιωνιότητα». Μη ρεαλιστική είναι και σε αυτή την υπόθεση η ιδέα περί συμφέροντος, το οποίο τελικά απογυμνώνεται ως ένα απλό ιδεολόγημα. Η ζωή θυσιάζεται για χάρη της επιβίωσης, η οποία τελικά μένει και αυτή στόχος απραγματοποίητος, ή καλύτερα στόχος απαξιωμένος, ένα κέλυφος που σύντομα απορρίπτεται άδειο από τον χρόνο. Η ύβρις είναι διπλή. Αφενός, η πεποίθηση ότι η μοίρα είναι ελεγχόμενη από τον άνθρωπο, ότι η ακριβής πρόγνωσή της είναι δυνατή, και μάλιστα με βάση όχι υψηλούς διανοητικούς συλλογισμούς, αλλά αριθμητικές πράξεις σε μπακαλοτέφτερο. Αφετέρου, η βολική, τακτοποιημένη, ασφαλής ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να καταχθεί και να περιοριστεί στα όρια που θέτει η κοινωνική του θέση και η οικονομική του κατάσταση. «Γεγραπται γαρ, ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» απαντά ο Ιησούς στον πρώτο από τους τρεις πειρασμούς, για να βάλει αργότερα τη ρήση του στο στόμα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, με τις κόγχες που ήσαν κάποτε μάτια, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, για να εξηγήσει όσα μπορούν να εξηγηθούν για το ερώτημα της ελευθερίας.  

     Αυτό που διαβάζεται σε πρώτη ανάγνωση ως μία τραγική ερωτική ιστορία, είναι με δεύτερη ματιά, ανεξαρτήτως από τις προθέσεις της συγγραφέως, μία βαθύτερη κατάδυση σε ένα αξιακό περιβάλλον που οριοθετεί με αυστηρότητα και αυτοϋπονομευόμενη βεβαιότητα το χάος του ανθρώπινου, που συγκρούεται μαζί του για να καταλήξει ηττημένο. Η θάλασσα, η κοινή επένδυση ανδρών και γυναικών παίρνει την εκδίκησή της, μαζί με τις ψυχές των ναυτικών, αλλά και με τις συνδηλώσεις της. Κάποτε τα πρώτα μεγάλα βασίλεια που γνώρισε η ανθρωπότητα, όπως οι Χετταίοι, κατέληξαν διαλυμένα όχι από τις ανταγωνιστικές προς αυτά υπερδυνάμεις, που μπορούσαν συμμέτρως να αντιμετωπίσουν, όπως την φαραωνική Αίγυπτο στο Καντές, αλλά από τους «λαούς της θάλασσας» όπως όχι τυχαία αποκαλούνταν. Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι λαοί της νοητής πόρνης Βαβυλώνος περιγράφονται επίσης ως θάλασσες. Εξηγεί ο Αισχύλος ότι «έχουσι ταραγμόν αι φύσεις των βροτών»: ώστε μοιάζουν, μπορεί να πει κανείς, με θάλασσες, με αχαλίνωτα υπόγεια και βίαια ρεύματα, τρικυμίες παθών – αλλά και πνιγμούς. Δύσκολα αντιστέκεται κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί: τι αφελής ιδέα για μία κοινωνία ναυτικών να πιστέψει ότι μπορεί να κλείσει τη θάλασσα στα δοχεία του συμφέροντός της!

   Είναι ένα αξιακό περιβάλλον όχι αδιάφορο για μας σήμερα. Είναι ζήτημα αν πραγματικά χάθηκε ποτέ, πίσω από τις επαναστάσεις ελευθεριότητας των hippies, το νεοπλουτίστικο ευδαιμονισμό και τον καρριερισμό των yuppees που τις διαδέχθηκαν. Μοιάζει όμως να επιστρέφει και σήμερα, ως απάντηση στην μεταπολιτευτική αποτυχία. Η Μεταπολίτευση δεν ήταν φυσικά μόνο μία πολιτική ή πολιτειακή αλλαγή, αλλά σπουδαία αλλαγή πολιτισμικών σταθερών. Φαινομενικά φάνηκε να αγκαλιάζει το χάος, όπως η δημοκρατία αγκαλιάζει το τραγικό της μάζας που καταλήγει να κινείται εναντίον του εαυτού της. Φάνηκε μόνο όμως, έπαιξε μαζί του και γι’ αυτό κατέληξε άθυρμα στα παιχνίδια του.

   Σήμερα, επιστρέφουμε στην κοινωνία της ανάγκης, πολύ πιο κοντά στην κοινωνία της Μικράς Αγγλίας. Σε τέτοιου είδους κοινωνίες, η ελευθερία ως καθολικό αγαθό, όχι ως προνόμιο των τετιμημένων, δεν θεωρείται σπουδαίας περιωπής. Δεν μένει πολύς χρόνος για σκέψεις άλλες μακριά από την επιβίωση, εδώ και τώρα. Άλλωστε, για την αυστηρότητα του προμεταπολιτευτικού κοινωνικού παρελθόντος μας, απώτερου ή απωτάτου, αναπτύσσεται πια μιά διάχυτη νοσταλγία, όχι πάντα αδικαιολόγητη ή άστοχη. Συχνότερα μένει αθέατη η απάντηση στο ερώτημα «Και γιατί τελικά κατέρρευσε αυτή η κοινωνία;» Η «Μικρά Αγγλία», χωρίς να υπεισέρχεται σε κοινωνικοπολιτικές αλληγορίες ή υπέρμετρα φιλοσοφική διάθεση απαντά: Λόγω της μεγάλης σκληρότητάς της και της ασφυκτικής στενοχωρίας της, που δεν είχε θέση για τα όνειρα των ανθρώπων. 

   Στα λόγια και στην εικόνα τουλάχιστον απέχουμε από αυτές τις εποχές, θα σκεφτεί κάποιος. Στην Άνδρο του ’30 δεν θα έβλεπε κανείς γκράφιτι με μαύρο σπρέι και μαύρα αστέρια, συνθηματοποιώντας το: «Έρωτας ή τίποτα», όπως στην Αθήνα του 2013. Ο πραγματικός λόγος που ξανακοιτάμε συλλογικά εκεί πίσω, είναι γιατί εν τέλει καταλήξαμε, προς μεγάλη μας δυστυχία, στο δεύτερο σκέλος της διάζευξης, στο τίποτα. Στην Μικρά Αγγλία του ’30, τα όνειρα σκοτώνονταν, στην Μικρά Ελλάδα του ’13 τα όνειρα αυτοκτονούν.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

1 σχόλιο

  1. Μία εμπεριστατωμένη ανάλυση για ένα σπουδαίο έργο. Συγχαρητήρια!

Leave a Reply