Οι ρίζες και η παθογένεια της αυτονομημένης εξουσίας

Μ. Αλέξανδρος


   Όταν στην αρχή της Νεωτερικότητας το πολυσύνθετο και φαινομενικά ανίκητο εξουσιαστικό σύστημα αναδείχθηκε από τη φιλοσοφική πρωτοπορία της εποχής ως εχθρικό απέναντι στην κοινωνική πλειοψηφία, αναζητήθηκε μία ερμηνεία για την ίδια την εμφάνισή του. Σύμφωνα με μία από τις εκδοχές, η εξουσία εμφανίστηκε ως απάντηση στην εξωτερική απειλή. Όταν η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους το οδήγησε στην προοδευτική ανάπτυξη της κοινωνικής του φύσης, στη συγκρότηση του πατρικού οίκου αρχικά, στη συγκρότηση γενών, φατριών, φυλών έπειτα, η απειλή για την τροφή και την συντήρηση των γενών είχε δύο πηγές. Είτε τις φυσικές δυσχέρειες, τα θηρία και το αντίξοο φυσικό περιβάλλον για τη διαβίωση, είτε άτομα εκτός κοινωνίας, ή άλλες κοινωνίες που απειλούσαν την επιβίωση και τη συντήρηση της οργανωμένης κοινωνίας. Τα άτομα που διέθεταν φυσική ρώμη και γενναιότητα, αρετές ικανές για να αντιμετωπίσουν τις παραπάνω απειλές, αναδεικνύονταν σε ηγέτες της.


   Την διαδικασία για την επιλογή τους, πάντα σύμφωνα με την εν λόγω εικασία, μπορούμε να την σκεφτούμε με δύο τρόπους. Είτε ως υστερόχρονη της συγκρότησης οργανωμένης κοινωνίας, οπότε και η θεμελίωση της εξουσίας βασίζεται στη συναίνεση του κοινωνικού σώματος, τουλάχιστον στην φάση του σχηματισμού της, αν όχι της άσκησής της. Είτε ως ταυτόχρονη με την συγκρότηση της οργανωμένης κοινωνίας, οπότε η εξουσία (ως εκτόπισμα de facto ισχύος) αποτελεί το υποβαθρο για την οικοδόμησή της. Ο πατρικός οίκος συσπειρώνεται γύρω από τη δύναμη του πατέρα να επιβάλλει με τη σωματική του ρώμη το θέλημά του στη γυναίκα και τα παιδιά του, μέχρι ένας από τους γιους του να τον νικήσει σε δύναμη και να τον διαδεχθεί, και οι φυλές ενώνονται γύρω από τον ισχυρότερο σωματικά αρχηγό οίκου, προκειμένου να προστατευθούν από την εξωτερική απειλή.

    Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, δύο αιτίες αναδεικνύονται ως γενεσιουργά αίτια του εξουσιαστικού φαινομένου. Αφενός η εξάρτηση από την ισχύ ενός ατόμου -και αργότερα ενός υποσυνόλου της κοινωνίας που ενσωματώθηκε στην εξουσιαστική πυραμίδα για να παράσχει υποστήριξη στον ηγέτη- προκειμένου η κοινωνία να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές απειλές. Αφετέρου, η συναίνεση της κοινωνίας και η αποδοχή των όρων της εξάρτησης, προτιμώντας αυτήν από τον θάνατο ή τον κίνδυνο. Και μη βρίσκοντας καλύτερη εναλλακτική (αφού μάλιστα δεν διέθεταν την ιστορική πείρα από την εξουσιαστική παθογένεια, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ίσως δεν υποψιάστηκαν ούτε τον κίνδυνο) προτίμησαν να παραχωρήσουν στην εξουσία ως δέλεαρ ένα μέρος της ελευθερίας τους, ανταλλάσσοντας αυτό με ασφάλεια από εχθρούς, φύση και πείνα. 

   Από τη διαπίστωση αυτή με απλούς συλλογισμούς μπορεί να εξαχθεί κι ένα ακόμη συμπέρασμα. Στις μικρές, νομαδικές κοινωνίες, ακόμη και στους πρώτους οικισμούς, εφόσον ο συμβιβασμός ήταν ακόμη νωπός και το αριθμητικό πλεονέκτημα της κοινωνίας απέναντι στον αρχηγό ορατό διά γυμνού οφθαλμού, η εξουσία του θα έπρεπε σε αδρές γραμμές να εξασφαλίζει τις παροχές που υποσχόταν, επομένως την ασφάλεια, την τροφή και τα υλικά αγαθά, προκειμένου να συντηρείται.  Και θα έπρεπε να το υλοποιεί σε τέτοια κλίμακα ώστε τουλάχιστον η πλειοψηφία να τα απολαμβάνει, για να μην αποκηρύξει την εξουσία. Δηλαδή θα έπρεπε τουλάχιστον σε κάποια κλίμακα να επικρατεί δικαιοσύνη στην άσκηση της εξουσίας. Επομένως, η κοινωνική συναίνεση κατά λογική απαίτηση θα έπρεπε να υφίσταται, σε έστω λανθάνουσα μορφή, προκειμένου να μην αναιρείται το «κοινωνικό συμβόλαιο», υπό τους όρους του οποίου παραχωρήθηκε η εξουσία. Χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι στην χαραυγή του ανθρωπίνου είδους, στα βάθη της προϊστορίας, η ωμή δύναμη δεν είχε εκλογικευθεί στον βαθμό που συνέβη στις νεωτερικές κοινωνίες, επομένως και η έννοια της δικαιοσύνης προσαρμοζόταν σε μεγάλο βαθμό στο δόγμα της.

    Η οργανωμένη κοινωνία θεμελιώθηκε, επομένως, πάνω στο ωμό δίλημμα του μείζονος και του ελάσσονος κακού που έθεσε η εξωτερική απειλή αφενός και η εξουσία αφετέρου. Δεν αναζήτησε στην εξουσία την οργάνωση της, μορφοποίηση της, την χάραξη των ορίων της ανθρώπινης πράξης και τη σχηματοποίησή της, αλλά καταναγκαστικά δέχθηκε τους εξουσιαστικούς όρους για όλα τα παραπάνω, προκειμένου με τον συμβιβασμό να γλυτώσει τον υπαρξιακό κίνδυνο. Όσο περισσότερο τα πνευματικά εφόδια επέτρεπαν στην ανθρωπότητα να συνειδητοποιεί την ωμότητα του διλήμματος, οι όροι των εξουσιαστών αμφισβητούνταν και μεταλλάσσονταν ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία, συσχετισμό δυνάμεως και επικρατούσα αντίληψη. Η συνείδηση αυτή συνίσταται εν τέλει στην απονομιμοποίηση της εκάστοτε εξουσίας στην μορφή που γνώριζαν, δηλαδή στην ανυπαρξία αναγκαιότητάς της, και στην ανοχή της για όσο χρόνο η σύγκρουση θα απέβαινε σε βάρος των αμφισβητιών της, ή για όσο χρόνο θα απαιτείτο, προκειμένου να επιτελέσει την σχετική της χρησιμότητα. 

   Η σκοπιμότητα, συνεπώς, της εξουσίας στην ιστορική συγκυρία απέχει πολύ από την ταύτιση της με την τάξη, conditio sine qua non της οργανωμένης κοινωνίας. Λογικό προαπαιτούμενο είναι μόνον η οργάνωση. Αντίθετα, η σταδιακή εννοιολογική εξίσωση της κρατικής (πολιτικής) λειτουργίας με την εξουσία και τις επιμέρους εκδηλώσεις της (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) συσκότισε τη σαφή διαφορά οργάνωσης και εξουσίας, σε βαθμό που η εξουσία κατέστη αυτονόητη συνθήκη για την ύπαρξη οργανωμένης κοινωνίας. Ο καθολικός και αναπόφευκτος ιστορικά χαρακτήρας της συνέβαλε και στην θεωρητικοποίηση αυτής της υποτιθέμενης ανάγκης, ώστε η περατότητα του ανθρωπου να προσλάβει ως αναντίρρητο συμπλήρωμα της  την υποκατάσταση του απόλυτου, του αιώνιου και του θείου οριοθέτη της ανθρώπινης ύπαρξης από την εξουσία. 

     Αυτή υπήρξε και η λογική βάση της ουσιαστικής θεοποίησης της εξουσίας, η οποία προσέλαβε στα αρχαία μοναρχικά πολιτεύματα και κυριολεκτική, τυπική μορφή, αφαιρώντας από τον ηγεμόνα τις ανθρώπινες ιδιότητες τους. Από τρόπος προσέγγισης του θείου, η ειδωλοποιός θρησκεία μετατράπηκε συγχωνευόμενη με την εξουσία σε όργανο αντικατάστασής του, με σκοπό τον πλήρη έλεγχο των εξουσιαζομένων, φυσικό και πνευματικό. Είναι αξιοσημείωτο ότι το φαινόμενο απαντάται ακόμη και στην καρδιά της νεωτερικής περιόδου, με τα προσωπολατρικά ολοκληρωτικά καθεστώτα (χιτλερισμός, σταλινισμός). Η εξουσία έγινε νόμος του εαυτού της, πέτυχε την απόλυτη αυτονομία από οποιοδήποτε περιορισμό θρησκευτικής αντίληψης ή κοινωνικού συμβολαίου, κατέστη θεός στη θέση του Θεού. Οι παράγοντες του πολυδαίδαλου εξουσιαστικού μηχανισμού συντήρησαν την αντίληψη ότι η εξουσία αφορά τους εκλεκτούς και η κατάληψή της εναπόκειται στο αποτέλεσμα των μεταξύ τους ανταγωνισμών. Η βαθύτατη αντίθεση της αντίληψης αυτής προς την δικαιοσύνη είχε επισημανθεί ήδη από τα αρχαία χρόνια, όταν ο Σωκράτης χαρακτήρισε ως την χειρότερα κυβερνώμενη πόλη εκείνη, «εν η άρχοντες μεθ’ εταιρείας καθίστανται», στην οποία δηλαδή οι άρχοντες εγκαθίστανται με φατριαστικούς μηχανισμούς.

   Ερχόμενοι στη σημερινή εποχή, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν παρατηρούμε ότι παρά τους μηχανισμούς θεσμοποιημένης κοινωνικής συναίνεσης και ελέγχου της εξουσίας, η αυτονομία από την κοινωνική σκοπιμότητα και συναίνεση, όχι πια στην κατάληψη, αλλά στο περιεχόμενο της άσκησής της, εκφράζεται από την αυτονομημένη αναπαραγωγή της. Η χώρα μας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπου η σωκρατική «εταιρεία», η εμφανής ή αφανής πολιτική φατρία εγκαθιστά τους άρχοντες. Η φιλελεύθερη διάκριση των λειτουργιών χλευάζεται συστηματικά από την πολιτική πρακτική, όπου νομοθετική και εκτελεστική λειτουργία συγχωνεύονται υπό την μιλιταριστική κομματική πειθαρχία και η δικαστική λειτουργία τιθασσεύεται από τη συνταγματική και νομοθετική προσπάθεια της ενοποιημένης πολιτικής εξουσίας να τη μετατρέπει σε υποχείριο της. Δίπλα στην πολιτική εξουσία πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί η οικονομική εξουσία, εκ φύσεως μη υποκείμενη σε οποιοδήποτε μηχανισμό κοινωνικής συναίνεσης, ένα νεφέλωμα τραπεζιτών, κρατικών εργολάβων και πολυεθνικών που ελέγχουν την οικονομική ζωή, από την γέννηση του χρήματος και την παροχή καταναλωτικών προϊόντων, μέχρι την μονοπώληση της κρατικής  οικονομικής δραστηριότητας.

    Οι δύο μορφές εξουσίας συνεργάζονται αρμονικά, με την μεν πολιτική εξουσία να παρέχει την αναγκαία θεσμική κάλυψη στις επιδιώξεις της οικονομικής (όπως με την οργανωμένη φορολογική ληστεία των εξουσιαζομένων, τη στιγμή που η οικονομική εξουσία εξασφαλίζει ατέλειες ή ελαφρύνσεις) και να την ενισχύει, από την άλλη την οικονομική εξουσία να μετατρέπει την οικονομική της κυριαρχία σε πολιτική ισχύ και να εγκαθιστά το πολιτικό προσωπικό της αρεσκείας της, προκειμένου να μην χαθεί ο συμπληρωματικός κρίκος της αλυσίδας. Ο σκληρός αντιπροσωπευτισμός του καθ’ ημάς κοινοβουλευτισμού ευνοεί τις επιδιώξεις της. Από τη μία συγκροτεί μία ευάριθμη πολιτική ολιγαρχία με την οποία μπορεί να συναλλαγεί, άρα και να ελέγξει η οικονομική εξουσία, αφετέρου, εφόσον κατά τον Πιττακό «αρχή άνδρα δείκνυσι», οι ψηφοφόροι δεν γνωρίζουν ουσιαστικά ποτέ εκ των προτέρων ποιόν άνδρα καθιστούν στην εξουσία, πριν εκείνος την ασκήσει πράγματι, οπότε είναι πλέον αργά. Με βάση τα παραπάνω, όταν η αυτονομημένη από κοινωνική συναίνεση εξουσία επιτίθεται μέσω της άδικης διακυβέρνησης στα αγαθά που κλήθηκε να προστατεύει στο βάθος των χιλιετηρίδων, (όπως στην ατομική ιδιοκτησία των ανίσχυρων μέσω της άδικης φορολόγησης) είναι μία εξουσία που εξήντλησε την ιστορική της σκοπιμότητα και «λαθροβιοί», μέχρι να γίνει επιτεύξιμος ο τρόπος ανατροπής της. 

  Η ιστορική αναδρομή μπορεί να συμβάλλει στην αποσαφήνιση τριών συμπερασμάτων. Πρώτον, οργανωμένη κοινωνία (δηλαδή κράτος, αφού η οργάνωση προϋποθέτει την ύπαρξη κανόνων) και εξουσία δεν ταυτίζονται εννοιολογικά, αν και συνδέονται ιστορικά. Δεύτερον, οποιαδήποτε επιτυχής αμφισβήτηση της εξουσίας προϋποθέτει την υπερνίκηση της εξουσιαστικής ισχύος, όχι μόνο στο πεδίο καταστολής αλλά και σε εκείνο των αναγκών, έναντι των οποίων εμφανίζει ιστορική σκοπιμότητα. Τρίτον, εξουσία που μετατράπηκε σε μεγαλύτερη/αμεσότερη απειλή για την κοινωνία από αυτές που αντιμετωπίζει, δεν δύναται να μακροημερεύσει.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply