Το ζητούμενο της ενάρετης διακυβέρνησης

    Για να δικαιώσει την ύπαρξή της, η πολιτικά οργανωμένη κοινωνία πρέπει να κυβερνάται με όρους δικαιοσύνης και να ανταποκρίνεται σε υψηλές ηθικές απαιτήσεις. Δεδομένου ότι βασικό όργανο της εκάστοτε αρχής είναι ο νόμος , ο δεσμευτικός για την κοινωνία κανόνας με μηχανισμούς αναγκαστικής συμμόρφωσης σε αυτόν, προϋποτίθεται ως λογική αναγκαιότητα της απαρέγκλιτης δικαιοσύνης του (όχι κατά περίπτωσιν ή συγκυριακώς) η συγκέντρωση στον φορέα παραγωγής του ορισμένων αρετών και ιδίως η χαλιναγώγηση του ατομικού συμφέροντος ή του συμφέροντος μίας ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας χάριν του κοινού συμφέροντος της πολιτείας. Η αξιολόγηση των νόμων και των πράξεων διακυβέρνησης σε ηθική βάση και ιδίως με αξιώσεις δικαιοσύνης προϋποθέτει επίσης μία εμπεδωμένη αντίληψη για το ηθικό και το δίκαιο.

   Το ζήτημα της πολιτειακής μορφής δεν επιλύει καταρχήν το ζήτημα της χρηστής και ενάρετης διοίκησης. Θεωρητικά είναι νοητό, ένας τύρρανος (με την αρχαιοελληνική έννοια) να συγκεντρώνει αρετές που να του επιτρέπουν να κυβερνά με δικαιοσύνη την πολιτεία του, όπως εξίσου νοητό είναι μία δημοκρατία να διαφθείρεται από την φαυλότητα της πλειοψηφίας, η οποία είτε αδικεί την μειοψηφία, είτε χειραγωγείται προς ανεπίγνωστη εξυπηρέτηση συμφέροντων ορισμένων ομάδων ή ατόμων. Όπως νοητό είναι, αυτονοήτως, και το αντίστροφο. Στην πράξη, η μελέτη της Ιστορίας αποδεικνύει ότι στην διακυβέρνηση ανεξαρτήτως πολιτεύματος το δίκαιο υποχωρεί μπροστά στην ισχύ. Σε κάθε πολιτειακή μορφή επιβάλλουν τη βούλησή τους τα άτομα και οι ομάδες που κυριαρχούν και η βούλησή τους συνίσταται συνήθως στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, χωρίς πολλούς αυτοπεριορισμούς ηθικού χαρακτήρα.

    Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν παρατηρείται και ποιοτική διαφοροποίηση. Ως πολίτευμα των πολλών και κατά κανόνα μη προνομιούχων, στην γνήσια άμεση μορφή της, η δημοκρατία τείνει συχνά στην εξισορρόπηση των κοινωνικοοικονομικών διακρίσεων που υφίστανται υπέρ των ισχυρών μειοψηφιών. Επίσης παρέχει την εγγύηση, ότι στην διακυβέρνηση θα επιβληθεί η πλειοψηφική πρακτική αντίληψη περί δικαίου και το επίπεδο ηθικής της κοινωνικής πλειονότητας. Δεν παρέχει όμως το εχέγγυο ότι αυτή η αντίληψη μπορεί να κριθεί επαρκής κρινόμενη με γνώμονα κάποιο αντικειμενικό ιδεώδες περί δικαίου και ήθους, όπως διαμορφώνεται στην συνείδηση του εκάστοτε υποκειμενικού παρατηρητή.

   Τίθεται, ωστόσο, το ερώτημα αν οι θεσμοί και οι πολιτειακές μορφές μπορούν να καταταγούν σε διαφορετικές ηθικές βαθμίδες. Αν κάποια πολιτειακή μορφή και δομή είναι εγγενώς ηθικότερη από μία άλλη. Οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, τις οποίες ενσωματώνουν στην θεσμική τους εξέλιξη. Χαρακτηρίζονται επίσης από ποικιλία πολιτισμικών, πνευματικών και άλλων γνωρισμάτων. Αποτέλεσμα αυτού είναι τα προτάγματά τους να διαφέρουν, ιδίως το ελευθεριακό πρόταγμα που είναι η βάση για την προοδευτική εκκαθολίκευση της συμμετοχής στην διακυβέρνηση, από την μοναρχία στην ολιγαρχία και από αυτήν στη δημοκρατία. Χωρίς διάγνωση του ανθρωπολογικού υποβάθρου, των μακρόχρονων εθισμών, της καταγωγικής αφετηρίας και των ιστορικών καταναγκασμών, είναι αδύνατο να εξαχθεί το συμπέρασμα ως προς το ποιά θεσμική δομή ανταποκρίνεται στην φυσιογνωμία της κοινωνίας. Κοινωνίες χωρίς εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και στις αρετές τους ή προσανατολισμένες αποκλειστικά στην ασφάλεια ρέπουν στον πατερναλισμό του αυταρχισμού, οσονδήποτε δημοκρατικό ή μη κι αν είναι το θεσμικό τους περίβλημα, σε αντίθεση με πνευματικά ρωμαλέες και εξωστρεφείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν κανέναν αρμοδιότερο να διαχειρίζεται τις υποθέσεις τους από τις ίδιες αδιαμεσολάβητα και συνολικά.

   Στην πραγματικότητα, κάθε κοινωνία εκτιμά τις αρετές της σε σχέση με μερικότερα υποσύνολα ή και άτομα που αγωνίζονται για την πολιτική κυριαρχία και το αποτέλεσμα της σύγκρισης προσδιορίζει το πόσες και ποιές εξουσίες παραχωρεί στα τελευταία. Οι κοινωνίες δεν αποδέχονται να διοικούνται από κατωτέρους τους, γι΄αυτό και η απονομή της εξουσίας, ακόμη και στα αυταρχικότερα των πολιτευμάτων συνοδεύεται αναγκαστικά από την αίρεση της πολιτικής νομιμοποίησης. Όποιος άρχει κρίνεται διαρκώς από τους υπηκόους ή πολίτες, που κι αν ακόμη δεν έχουν τη θεσμική δυνατότητα να μετατρέψουν την κρίση τους σε αποδοκιμασία, αποπομπή ή και κολασμό, πάντως αίρουν τη νομιμοποίηση του καθεστώτος στις συνειδήσεις τους, στο μέτρο που διαπιστώνουν ότι οι κυβερνήτες τους δεν είναι (επαρκώς) ανώτεροι τους και επομένως αξιοι της εξουσίας που κατέχουν.

    Η κρίση δεν περιορίζεται μόνο στην άσκηση των καθηκόντων. Δεδομένου ότι η διακυβέρνηση δεν είναι μία απλή επαγγελματική δραστηριότητα που αφορά και επηρεάζει μόνο ένα τμήμα του βιοτικού κύκλου του φορέα της και των αντικειμένων της, αλλά επιδρά ακόμη και στη ρίζα και τα άκρα όρια της ανθρώπινης υπόστασης, κάθε δραστηριότητα του ηγεμόνα, του κυβερνήτη ή του αξιωματούχου, ιδίως μάλιστα η προσωπική που μεγενθύνεται όσο και η σημασία των κρίσιμων αποφάσεων που λαμβάνει ο ηγέτης, παρακολουθείται με προσοχή, καθώς φανερώνει τον χαρακτήρα του ανθρώπου στον οποίο η κοινωνία εμπιστεύεται τις τύχες της ή εμπιστεύεται την κρίση του για τη διαμόρφωση των αποφάσεών της. Η εξουσία, επομένως δεν παρέχεται ποτέ εν λευκώ (ακόμα και στα κληρονομικώ δικαιώματι, ελέω Θεού, επαναστατικώ δικαίω πολιτεύματα), αλλά βρίσκεται πάντα υπό την αίρεση της διατήρησης της δικαιολογητικής της βάσης.

   Ανάλογη της απονεμημένης εξουσίας είναι και η πολιτική (και ηθική) ευθύνη που τη συνοδεύει. Η πηγή της εξουσίας, στο όνομα της οποίας ασκείται σε όλο το ύψος της κρατικής πυραμίδας είναι υπεύθυνη όχι μόνο για τις πράξεις, αλλά και για τις παραλείψεις της και έτι περαιτέρω για τις πράξεις και παραλείψεις των προσώπων στα οποία έχει εμπιστευθεί την άσκηση των κρατικών λειτουργιών. Στην χώρα μας, παρατηρείται σήμερα το φαινόμενο, η εκλεγμένη πολιτική αντιπροσωπεία να «προστατεύει» την κοινωνία από τον εαυτό της, στερώντας τη δυνατότητα να αποφασίσει άμεσα για σημαντικά ζητήματα στα οποία αμφισβητείται τουλάχιστον η έγκριση ή συναίνεσή της. Ταυτόχρονα όμως η ίδια αντιπροσωπεία μεταθέτει την πολιτική ευθύνη για τις συνέπειες των αποφάσεών της στην κοινωνία, επειδή δήθεν της ασκεί πίεση να εκφαυλιστεί. Αλλά και η κοινωνία αρνείται να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη για τις πράξεις των εκπροσώπων που η ίδια εξέλεξε, δαιμονοποιώντας τους καταρώμενη τους «300», παρότι αυτοί κυβερνούν κατ’ ανάθεσή της και στο όνομά της. Πλείστα ακόμη παραδείγματα μετάθεσης ευθύνης σε ιεραρχικώς υφισταμένους συμπληρώνουν την εικόνα. Η μετάθεση της πολιτικής ευθύνης που αναλογεί στην εξουσία που διαθέτει ο εκάστοτε πολιτειακός παράγων (όπως το Υπουργικό Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, το εκλογικό σώμα) είναι κορυφαία ένδειξη φαυλότητας και έλλειψης βασικών αρετών διακυβέρνησης, όπως η ειλικρίνεια, η εντιμότητα, η γενναιότητα και η δικαιοσύνη.

   Τα προεκτεθέντα συνιστούν απλές σκέψεις, διατυπωμένες πολλάκις στο πέρασμα των αιώνων και όχι ιδιαίτερα πρωτότυπες. Ο σκοτισμός του νου, όμως, από τη σχηματική πρόσληψη των ιδεοληψιών καθιστά χρήσιμο να επανερχόμαστε, όσο είναι αναγκαίο, στα βασικά, που αποτελούν το θεμέλιο για τη συγκρότηση οποιασδήποτε ανθρώπινης κοινωνίας.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply