Tα μεν πρόβατα εκ δεξιών, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων

Του Αλέξανδρου Ντάσκα*


  Το «δόγμα του σοκ», όπως το διατύπωσε η Ναόμι Κλάιν στο ομώνυμο βιβλίο της, εφαρμόστηκε στο παρελθόν και εξακολουθεί να εφαρμόζεται και σήμερα σε πολλές χώρες, κατά τον τρόπο που η Καναδή συγγραφέας «προφήτευσε» στο βιβλίο της. Πουθενά αλλού, ωστόσο, παρά στην Ελλάδα το συγκεκριμένο «δόγμα» δεν προσέλαβε τόσο έντονη θρησκευτικότητα, με όση ένταση την χαρακτηρίζει. Πράγματι, η πτώχευση του ελληνικού κράτους μοιάζει στα μάτια ημεδαπών και αλλοδαπών ως «μέρα της Κρίσεως», όπου οι αμαρτωλοί της ελληνικής χερσονήσου βάλλονται στο «πυρ το εξώτερον».  Πουθενά αλλού τα οικονομικά αδιέξοδα δεν διεπλάκησαν τόσο σφιχτά με μομφές για τα ήθη και τις νοοτροπίες του λαού που τα βιώνει, ώστε η κρίση να καταστεί αφορμή ανθρωπολογικής αξιολογήσεως του ελληνικού πληθυσμού. 


   Το σοκ και ο πόνος συνοδεύονται από ενοχή, οργή και ασυνεννοησία μεταξύ των αντιμαχόμενων παρατάξεων. Τρία είναι τα βασικά πεδία αντιπαράθεσης: α) Οι αιτίες της ελληνικής χρεοκοπίας. β) Οι συνέπειες της εφαρμοζόμενης θεραπείας του ιατρού-Τρόικα. γ) Κατά πόσον υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική λύση και ποιά είναι αυτή. Η ιδιομορφία της ελληνικής περίπτωσης έγκειται στο γεγονός ότι τα πολιτικά αδιέξοδα και οι οικονομικές στρεβλώσεις διαπλέκονται στενά με ένα συνολικότερο ανθρωπολογικό αδιέξοδο στην χώρα μας. Διαστάσεις οι οποίες παρουσιάζονται ως αμοιβαίως αποκλειόμενες από τις δύο πλευρές που χωρίζει το Μνημόνιο, ενώ στην πραγματικότητα είναι αλληλοτροφοδοτούμενες και αρρήκτως συνδεδεμένες. H ανθρωπολογική ποιότητα προσδιορίζει τον χαρακτήρα και τη μορφή του εκάστοτε οράματος για την πολιτική και κοινωνική συγκρότηση. Η αξιοπιστία της εναλλακτικής επιλογής -που και στην ελληνική περίπτωση προέρχεται κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, από την Αριστερά- καθορίζεται επομένως από την ορθή ή μη εκτίμηση του ανθρωπολογικού υποβάθρου. Κάθε ένα από τα πεδία αντιπαράθεσης χρήζει αναλυτικότερης εξέτασης.


                                 ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΠΙΒΟΥΛΗ
        Αυτομαστίγωση, συνωμοσιολογία ή συμπληρωματικές εκδοχές;


1)    Ανθρωπολογικές παρατηρήσεις: Η αγία ελληνική οικογένεια και ο βουλευτής-προστάτης της.

  Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός και η υπερχρέωση του ελληνικού κράτους είναι το μόνο αντικειμενικό δεδομένο καθολικώς αποδεκτό από το σύνολο του πολιτικού φάσματος. Σε μεγάλο βαθμό γίνεται επίσης δεκτό ότι η παραγωγική δραστηριότητα της χώρας στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα συρρικνώθηκε δραματικά, καθώς η ελληνική οικονομία μετατράπηκε σε ένα μείγμα υπηρεσιών και παρασιτισμού. Εκείνο που διχάζει είναι το χρονικό σημείο επέλευσης των παραπάνω αποτελεσμάτων και ο καταλογισμός του βαθμού υπαιτιότητος στα πολιτικά στελέχη που διαχειρίστηκαν την κρίση σε όλα της τα στάδια, περιλαμβανομένου και του χρόνου πριν την εκδήλωσή της. Υπήρχε ενεργός και δόλια επιδίωξη πτώχευσης της χώρας από πολιτικά στελέχη σε συνεργασία με εξωτερικές δυνάμεις (άμεσος δόλος α’ βαθμού), βέβαιη γνώση της επικείμενης βλάβης και συνέχιση της ολέθριας πορείας (άμεσος δόλος β’ βαθμού), ενδεχόμενος δόλος ως γνώση και αποδοχή της πιθανότητας της πτώχευσης, ή αμέλεια ως προς την μη θωράκιση της χώρας από τους κινδύνους, ως όφειλαν;

   Τούτο θα μπορούσε να είναι έργο μίας δικαστικής διαδικασίας με αντικείμενο τον καταλογισμό ποινικών ευθυνών σε πολιτικά πρόσωπα, όσο απίθανο κι αν μοιάζει σήμερα κάτι τέτοιο. Παρέλκει επομένως η εξέταση του στο παρόν. Άλλωστε, η ανθρώπινη ποιότητα των πρωταγωνιστών μπορεί να συναχθεί από τη διαχείριση της κρίσης μετά την εκδήλωσή της, όπου όντως προκύπτουν πολλές ενδείξεις για την αξιολόγησή της. Εκείνο που είναι γνωστό και καθολικώς αποδεκτό για την πορεία μέχρι την κρίση, είναι η ύπαρξη μίας πολιτικής τάξης πλήρως ασυνείδητης (με φωτεινές εξαιρέσεις), ανίκανης, ανεύθυνης και άκρως διεφθαρμένης. Tα ταμεία του κράτους υπήρξαν αντικείμενο λεηλασίας τόσο από πολιτικά στελέχη όσο και από όσους συνδέονταν με άνομους δεσμούς με αυτά, επιχειρηματίες και στελέχη του κρατικού μηχανισμού.

   Όμως είναι επίσης γεγονός ότι ο παρασιτισμός επί των δημοσίων οικονομικών είχε επεκταθεί σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, που είτε από ανάγκη, είτε από πλεονεξία είχαν αποδεχθεί τους όρους της κλεπτοκρατίας και δρούσαν σύμφωνα με αυτούς. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται στενά με το αξιακό περιβάλλον του Έλληνα. Μετά την κατάρρευση του τριπτύχου «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» υπό το βάρος της χουντικής διακωμώδησής του, η πατρίδα ως πρόταγμα κοινής νοηματοδότησης του βίου ευτελίστηκε. Κυρίως όμως υποχώρησε, για λόγους που δεν ανάγονται μόνο σε εγχώριους παράγοντες, η θρησκευτική πίστη του Έλληνα, η οποία υποβιβάστηκε προοδευτικά σε φολκλορικό χαρακτηριστικό προορισμένο για συγκεκριμένες ημέρες του χρόνου.

   Από το τρίπτυχο, το μόνο που έμεινε σε συγκεκριμένο βαθμό όρθιο είναι η οικογένεια. Όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά προοδευτικά μεγάλωσε, σε αναπλήρωση των άλλων δύο παλαιών ιδανικών. Σταδιακά, το κράτος, από πολιτική έκφραση του έθνους, μετατράπηκε σε όργανο εξυπηρέτησης των οικογενειακών συμφερόντων, από την δυναστική οικογενειοκρατία στην κορυφή (η οποία προδίδει αρκετά και για την αντίληψη που είχαν οι ψηφοφόροι για την κεντρικότητα του οικογενειακού δεσμού) μέχρι τον «διορισμό του παιδιού» από τον τοπικό πολιτευτή. Αλλά και η θρησκεία απέκτησε ένα εξίσου «πελατειακό»-μισθαποδοτικό πρόσημο, όπου το κερί στην εκκλησία έγινε το αντάλλαγμα της θείας εύνοιας για τα μέλη του οίκου. Προοδευτικά, ο Έλληνας κατέστη σε μεγάλο βαθμό ανίκανος ακόμη και να συλλάβει την ανάγκη ανάπτυξης οποιουδήποτε ενδιαφέροντος για ό,τι κείται εκτός της οικογενειακής κατοικίας, στο μέτρο που αυτό δεν θα επηρέαζε άμεσα την υπόσταση της οικογενείας.

   Ταυτοχρόνως, η αποκαθήλωση των παραδόσεων και των συνεκτικών κοινωνικών δεσμών συνδυάστηκε με την οικονομική δυσκολία για τα νεότερα μέλη. Το πατρικό σπίτι παραμένει και σε προχωρημένη ηλικία (και πέραν των 30) η μόνη οικογένεια του νέου Έλληνα, από την οποία εξαρτάται συχνά παντοιοτρόπως. Επαγγελματικά, οικονομικά, συναισθηματικά, αξιακά. Με τον τρόπο αυτό αναπτύσσεται η δεύτερη διάσταση του ανθρωπολογικού αδιεξόδου της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή η κατά τον Στέλιο Ράμφο «τεκνοφαγική» διάσταση της. Διττώς: αφενός οι νεότεροι δεν έχουν καμιά ελπίδα σταδιοδρομίας στον ελληνικό χώρο χωρίς να υποταχθούν στους στυγνούς πελατειακούς μηχανισμούς των προηγούμενων γενεών (σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ράμφος ότι πρέπει να διέλθουν ηττημένοι από τα καυδιανά δίκρανα της φαυλότητας), αφετέρου η ίδια η οικογένεια χρησιμοποιεί ενίοτε τα τέκνα ως συγκολλητικό δεσμό, αποτρέποντας, ακόμη και συνειδητά και ζηλότυπα, τον απογαλακτισμό τους και τη δημιουργία νέας (ανταγωνιστικής κατά την υπόρρητη παραδοσιακή οικογενειακή θεώρηση) οικογένειας.

Και αν βέβαια η συχνά χρηστική αντιμετώπιση των νεότερων συνιστά μείγμα κυνισμού και συναισθηματικής εξάρτησης, είναι απολύτως βέβαιο ότι το μέλλον των επομένων γενών είναι αδιάφορο. Ο υπερδανεισμός της χώρας δεν είναι αποσυνδεδεμένος με αυτή τη διάσταση. Στο μέτρο που ελπίζουμε ότι δεν θα ζούμε σε χρόνο που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε τις επιπτώσεις του, οι συνέπειες για τις γενεές που θα κληθούν να τις διαχειριστούν μας είναι επί του παρόντος αδιάφορες. Ο α-χρονικός Έλληνας, αδιάφορος για την εθνική κληρονομιά του και τις παρελθούσες γενεές που την παρέδωσαν, αναπτύσσει σύμμετρη και σχεδόν μοναδική στο ζωικό βασίλειο αδιαφορία για τις γενεές που ακολουθούν. Η βιωσιμότητα της ίδιας της κοινωνίας τορπιλίστηκε, επομένως, μέσα από τη λατρεία του εφήμερου, του οποίου η νοσταλγία παραμένει νεκροζώντανη και στην Ελλάδα της κρίσεως.


2)    O εξωτερικός παράγων: Η εκπλήρωση της προφητείας

  Οι παραπάνω παρατηρήσεις συνθέτουν το σκηνικό ενός κοινωνικού περιβάλλοντος που λειτουργεί προβληματικά ως συλλογικότητα. Λογικό επόμενο είναι  η δημοσιονομική κατάσταση αλλά και το παραγωγικό υπόδειγμα να πάσχουν. Εκ τούτου όμως δεν συνάγεται αυτόματα το συμπέρασμα ότι τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού οφείλονται αποκλειστικά ή προεχόντως στην εγκατάλειψη της δημόσιας σφαίρας από τον μέσο Έλληνα, αντί της λεηλασίας του εθνικού πλούτου και την φαυλοκρατική καταστροφή των παραγωγικών δομών από την άρχουσα τάξη και μεγάλη μερίδα του πολιτικού προσωπικού. Όπως επίσης πλήρως διακριτό θέμα από την κρίση χρέους είναι η κρίση δανεισμού και η συνακόλουθη πτώχευση του ελληνικού κράτους. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η υπαγωγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης της Τρόικα έγινε υπό σκοτεινές και αδιευκρίνιστες συνθήκες, ενώ τα δύο πρόσωπα που την χειρίστηκαν, ο Γιώργος Α. Παπανδρέου και ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, εμφανίζονται εξίσου σκοτεινά.

   Ο μεν Γιώργος Παπακωνσταντίνου, με αλαζονεία πλήρως ασύμβατη με την κρισιμότητα των στιγμών, χειρίστηκε την υπόθεση της διαβόητης «λίστας Λαγκάρντ» με προκλητική περιφρόνηση για το νόμο και κάθε αίσθηση δικαιοσύνης, διαχειριζόμενος αυτήν ως προσωπικό λάφυρο. Ο δε Γιώργος Παπανδρέου, μετά την παραίτηση του από την πρωθυπουργία, αφού εκτέλεσε το πολιτικό του πρόγραμμα χωρίς δισταγμό, κινείται μεταξύ πανεπιστημίων στην άλλη άκρη του Ατλαντικού κι έχει –φαινομενικά- εγκαταλείψει την κεντρική πολιτική σκηνή, εμφανιζόμενος να ομιλεί συχνότερα την αγγλική από την ελληνική γλώσσα… «Ώσπερ ου βασιλεύς, αλλ’ υποκριτής, μεταμφιέννυται χλαμύδα φαιάν αντί της τραγικής εκείνης, και διαλαθών υπεχώρησεν”. Συμπεριφορά οπωσδήποτε μη αναμενομενη από ένα εκ γενετής πολιτικό ον, μεγαλωμένο σε μία πολιτική δυναστεία της Ελλάδας με ενεργό υπηρεσία δεκαετιών στο Κοινοβούλιο και το Υπουργικό Συμβούλιο.

   Όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο άλλων προσεγγίσεων. Εκείνο που ενδιαφέρει επί του παρόντος είναι η ανατριχιαστική εκπλήρωση προφητειών. Δεν γίνεται λόγος βέβαια στο φαινόμενο του «γεροντισμού», στο οποίο έχει εκπέσει μέρος της λαϊκής θρησκευτικότητας, όπου μοναχοί χρησιμοποιούνται περίπου ως μέντιουμ που φανερώνουν τα προσωπικά μας μελλούμενα και καθησυχάζουν τους ματαιωμένους εθνικούς μας πόθους. Η προφητεία αφορά την πρόβλεψη του αποτελέσματος της θεραπείας που η Τρόικα επέβαλε στην χώρα από πλήθος αναλύσεων και όχι λιγότερο από το προαναφερθέν βιβλίο της Ναόμι Κλάιν. Εκείνο που βιώθηκε ήταν μία διαδικασία παρατεταμένης ύφεσης και εσωτερικής υποτίμησης, που εκμηδένισε σχεδόν κάθε συγκριτικό πλεονέκτημα που διέθετε η χώρα στην έναρξη της κρίσης το 2010, κατέστησε την αξία του εθνικού πλούτου σημαντικά χαμηλότερη μέσα σε τρία χρόνια και λύγισε οικονομικά και ψυχολογικά τους Έλληνες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ζουν απόλυτη, πιεστική αγωνία για την ίδια τους την επιβίωση και να βρεθούν όχι μόνο σε πλήρη αδυναμία να αντιδράσουν, αλλά και να καταλήγουν πρόθυμοι να εκποιήσουν έστω και αντί πινακίου φακής κάθε περιουσιακό στοιχείο της χώρας, σε μία αγωνιώδη προσπάθεια εξεύρεσης ρευστού. Ακριβώς όπως είχε περιγραφεί όχι μόνο από τη Ναόμι Κλάιν, αλλά και από πολλούς εξ όσων αντέδρασαν στην υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, την αρχή της μνημονιακής αλυσίδας που ακολούθησε. Kριτική που είχε απορριφθεί ανεξέταστη επί της ουσίας ως «λαϊκιστική».

   Αποτέλεσμα αυτής της τριετούς καθόδου στην άβυσσο είναι ότι σήμερα μπορεί να συζητηθεί ως εύλογη κάθε πρόταση εκποίησης οποιουδήποτε στοιχείου της εθνικής περιουσίας. Δημόσιοι οργανισμοί κάθε είδους, από τα τρένα ως τον ηλεκτρισμό, μεταλλεία, ακόμη και το νερό, αναγκαία προϋπόθεση επιβίωσης, θεωρούνται εύλογοι στόχοι ενός ευρύτατου προγράμματος ιδιωτικοποιήσεως και εμπορευματοποιήσεως. Κάθε φωνή αντίδρασης παρουσιάζεται ως γραφική και εκτός τόπου και χρόνου, ανάλγητη απέναντι στο δράμα όσων υποφέρουν, τελούσα σε άρνηση απέναντι στις παρούσες και πιεστικές ανάγκες. Μέρος του πολιτικού φάσματος και του Τύπου, άλλωστε, παρουσιάζει το ελληνικό αδιέξοδο ως συνέπεια της καθυστέρησης των «μεταρρυθμίσεων», φράση με την οποία εννοείται σχεδόν αποκλειστικά η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας. Η ανάγκη είναι επείγουσα, επαναλαμβάνει στερεότυπα η εκστρατεία εκφοβισμού, κάθε δευτερόλεπτο που περνά επισυσσωρεύει θύματα και ερείπια. Και είναι αυτή η ανάγκη που αλλάζοντας εκ βάθρων τη νοοτροπία των Ελλήνων, δημιούργησε την προθυμία να διευρυνθούν τα πεδία συναλλαγής. Ακόμη και το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο πρέπει να καταστούν άμεσα αντικείμενο εκμετάλλευσης.

   Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο; Μάλιστα! Η Ελλάδα, όλως συμπτωματικώς μεσούσης της κρίσης, ανακάλυψε ότι διαθέτει σημαντικότατα αποθέματα υποθαλάσσιου ορυκτού πλούτου. Πρόκειται για ευτυχή σύμπτωση; Έγκριτοι δημοσιογράφοι μας ενημερώνουν ότι από δεκαετίες η Ελλάδα επιχειρούσε να ανακαλύψει κοιτάσματα, όμως οι έρευνες δεν είχαν στεφθεί από επιτυχία. Ήταν μάλιστα εκείνες ακριβώς οι εποχές, όπου όποιος υποστήριζε την ύπαρξή τους θεωρείτο συνωμοσιολόγος, επηρεασμένος από απίθανες θεωρίες πατριδοκάπηλων τηλεπλασιέ. Δεκαετίες κακοτυχίας και ανικανότητας έλαβαν, κατά «ευτυχή» συγκυρία, τέρμα, όταν η Ελλάδα πτώχευσε και είχε τεθεί υπό την κηδεμονία των διεθνών πιστωτών της. Για την ακρίβεια, όταν η Ελλάδα είχε ήδη μπει βαθειά στον φαύλο κύκλο της ύφεσης και αναζητούσε απεγνωσμένα έσοδα.

   Κι εκεί αρχίζει η τραγική ειρωνεία. Μία χώρα σε επείγουσα ανάγκη, απελπισμένη, εκλιπαρούσα για πόρους, είναι μία χώρα χωρίς περιθώρια ελιγμών σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Η εκποίηση του εθνικού πλούτου μπορεί επομένως να γίνει με τους χειρότερους δυνατούς όρους για εκείνην ως πωλήτρια και με τους καλύτερους, έως ληστρικούς, για τον αγοραστή-«επενδυτή». Ωστόσο,  η προφανής και στοιχειώδης διάσταση συμφερόντων αγοραστή και πωλητή συσκοτίζεται συχνά ακόμη και από τους ίδιους τους πολιτειακούς παράγοντες που αναλαμβάνουν το βάρος της διαπραγμάτευσης. Στη θήρα των επενδυτών, εμφανίζεται λογική η ικανοποίηση κάθε επιθυμίας τους, ώστε το αντικείμενο να καταστεί ελκυστικό. Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι ακριβώς αυτή η ετοιμότητα ικανοποίησης κάθε επιθυμίας είναι εκείνη που αποτρέπει τους επενδυτές, εφόσον οι τελευταίοι προσδοκούν ακόμη μεγαλύτερες υποχωρήσεις από τον πωλητή, ώστε να καταβάλουν το μικρότερο δυνατό τίμημα, εξαντλώντας κάθε διαπραγματευτικό όπλο τους. Με μεγαλύτερο όλων, την απελπισία της χώρας.

   Η απόγνωση αυτή αξιοποιείται και για την κάμψη των αντιστάσεων σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος. Αμετανόητα οικονομιστικό και αδιάφορο σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν για τις επόμενες γενιές, το ελληνικό κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον αποδέχεται τη θυσία του φυσικού περιβάλλοντος στον βωμό του ατομικού συμφέροντος και της «αναπτυξιακής» λογικής. Ακόμη κι αν αυτή η ανάπτυξη αφορά μέρος μόνο ή και μειοψηφίες του πληθυσμού, καταστρέφοντας την οικονομική δραστηριότητα ανάλογου ή και μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, όπως συμβαίνει με τα μεταλλεία των Σκουριών στη Χαλκιδική. Ο,τιδήποτε δεν αποτιμάται σε χρήμα θεωρείται κατά την κυρίαρχη αντίληψη ως στερούμενο αξίας. Αξιοποίηση, επομένως, σημαίνει μονόπλευρα εμπορευματοποίηση, μετατροπή σε αντικείμενο συναλλαγής. Έστω κι αν το «εμπόρευμα» αποτελεί τον αναγκαίο όρο για την ύπαρξη ζωής, για την επιβίωση του ανθρωπίνου είδους και για ζωή ικανοποιούσα στοιχειώδεις απαιτήσεις υγείας, σωματικής και ψυχικής. Αλλά και το αντίτιμο για την υποβάθμιση του φυσικού πλούτου της χώρας είναι ψευδεπίγραφο. Τους καρπούς της όποιας ανάπτυξης, όποτε κι αν αυτή έρθει, θα καρπωθούν κυρίως οι αλλοδαποί κεφαλαιούχοι που θα αναλάβουν τις επενδύσεις.

   Όλα τα παραπάνω συνιστούν σαφείς ενδείξεις μίας συνειδητής μεθόδευσης για την “απόκτηση διά της απαλλοτρίωσης” (accumulation by dispossession) εκ μέρους αλλοδαπών συμφερόντων, με τη συνέργεια εγχώριων δυνάμεων. Εύλογο είναι η ικανοποίηση των αξιώσεων μίας τέτοιας μεθόδευσης να δημιουργεί διαρκώς νέες, με φόβητρο τον κίνδυνο που συνεπάγεται η ρήξη.

3)    Η δημοκρατική κρίση και η αμηχανία της Αριστεράς


    Η επιβολή πολιτικών επιλογών που πλήττουν την ανθρώπινη υπόσταση της πλειοψηφίας στον πυρήνα της είναι φυσικό να συναντά την αντίδρασή της. Σε πρώτη φάση επιστρατεύθηκε στην ελληνική περίπτωση ο αυταρχισμός. Με πρόσχημα τα „φαινόμενα ανομίας“, όπως ονομάστηκαν σποραδικά φαινόμενα προπηλακισμού κυβερνητικών και συμπολιτευόμενων αξιωματούχων, επικροτήθηκε και επιβλήθηκε μία βίαιη και δυσανάλογη καταστολή, αποσκοπούσα στην πρόκληση σοκ και τρόμου στο κοινωνικό σώμα. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι η μονομέρεια της ενόχλησης από την “ανομία” αδιαφορεί για τον εξευτελισμό του ιερού για τη Δημοκρατία Συντάγματος, με πλήθος τρόπων και με πλήθος αφορμών. Η αμφισβήτηση του θεσμικού πλαισίου από τον “λαϊκισμό” ενοχλεί ως προερχόμενη από τη βάση της κοινωνικής ιεραρχίας. Η κατά πολύ εντονότερη και ευρύτερη αμφισβήτηση από την κορυφή της εκφεύγει του ενδιαφέροντος των μεροληπτών υπερασπιστών του θεσμικού πλαισίου.

   Ωστόσο, σε δεύτερη φάση, η επικράτηση του πολιτικού προγράμματος της Τρόικα διευκολύνθηκε από την εξασθένιση, τη διάσπαση και τον αποπροσανατολισμό της λαϊκής αντίδρασης. Στην κατεύθυνση αυτή συνέτεινε καθοριστικά η απαξίωση της πολιτικής, η εμπέδωση ενός εθνικού αισθήματος μειονεξίας και το χαμηλό επίπεδο δημοκρατικής και γενικής παιδείας των Ελλήνων πολιτών κατά τον χρόνο της εκδήλωσης της κρίσης. Ο πρώτος παράγων οδήγησε στην εξιδανίκευση του “τεχνοκράτη”, ενός υποτίθεται πολιτικά ουδέτερου επιστήμονα, που με βάση τα πορίσματα της επιστήμης εφαρμόζει τις αυταπόδεικτα αληθείς θεωρίες του. Η δεύτερη παράμετρος είδε με ευνοϊκό μάτι την ξένη ανάμειξη στην χώρα, δεδομένου του γεγονότος πως ο,τιδήποτε ελληνικό παρουσιάζεται να υστερεί απέναντι στην πεπολιτισμένη Δύση, η οποία έχει καταστεί οιονεί αυταξία. Η πατρική της φροντίδα για τους ξεστρατισμένους της χερσονήσου του Αίμου έμοιαζε σε πολλούς ως η τελευταία ευκαιρία μίας χώρας που απεχθανόταν τον εαυτό της. Τέλος, η ίδια η δημοκρατία είχε καταντήσει μία παρωδία ακύρωσης της λαϊκής βούλησης από τους εθνικούς αντιπροσώπους. Αλλά και στη συνείδηση του λαού, κυρίαρχη χρήση της ήταν η ατομική ωφέλεια. Οι Έλληνες παραμένουν ξένοι προς την ευθύνη που η έννοια του πολίτη συνεπάγεται και πρόθυμα την αρνούνται, σε αναζήτηση κηδεμόνα. Ακριβώς αυτός ο συνδυασμός αδυναμίας και ευθυνοφοβίας, σε συγκερασμό με εκρηκτική απόγνωση και φτώχεια, έδωσε την πρώτη ύλη για την επιστροφή εμφυλιοπολεμικών διαθέσεων και την υπονόμευση του δημοκρατικού κεκτημένου στο κοινωνικό φαντασιακό, με συνακόλουθη την άνοδο του νεοναζισμού.

  Στο τοπίο αυτό, η Αριστερά έπεσε θύμα της πολιτικής ορθότητας που η ίδια επέβαλε στα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης, αλλά και του ανθρωπολογικού της υποβάθρου, που την οδηγεί στη συστημική ενσωμάτωση. Οι ναζιστές της Χρυσής Αυγής δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν αντισυστημική δύναμη, αν ο αριστερός λόγος δεν είχε νωρίτερα καταστήσει ανώδυνες τις έννοιες του φασισμού και του ρατσισμού διά της υπέρμετρης επίκλησής τους, αν δεν είχαν επιβληθεί ασφυκτικά στερεότυπα ψευδοεπαναστατικού φετιχισμού και αν δεν είχε ακυρωθεί στην πράξη περισσότερο από όσο έπρεπε ο έντιμος πολιτικός διάλογος με άτυπα πιστοποιητικά δημοκρατικής νομιμοφροσύνης. Ταυτοχρόνως, οι κομματικές νομενκλατούρες της Αριστεράς, διαποτισμένες από δυτικιστικές αντιλήψεις, παραμένουν περίτρομες στην ιδέα του αποκλεισμού από την Εσπερία, ενώ δεν αντιστέκονται σε λογικές κυβερνητισμού, όταν βρεθούν προ του πειρασμού. Έστω κι αν με αυτόν τον τρόπο ακρωτηριάζουν κάθε ριζοσπαστικό αντανακλαστικό τους και ενσωματώνονται στην κυρίαρχη συστημική λογική, ακυρώνοντας κάθε επαγγελία εναλλακτικής διεξόδου στην κρίση, ή επιλέγοντας τον πολιτικό αναχωρητισμό-απομονωτισμό. Ο αναρχικός/αντιεξουσιαστικός χώρος από τη δική του πλευρά, παρά την αριθμητική του διεύρυνση μετά τον Δεκέμβρη του 2008, παραμένει στερούμενος πολιτικής στρατηγικής, ανίκανος επομένως να διαδραματίσει επί του παρόντος σημαντικό ρόλο. Συνέπεια τούτων είναι να παραμένει ανοικτό το πεδίο στα φασιστικά μορφώματα, ώστε να μονοπωλήσουν μία επιπόλαια και βάναυση πρόφαση ψευδοριζοσπαστισμού στη συνείδηση μίας αποπολιτικοποιημένης και πανικόβλητης μάζας, αντί αυτή να κατευθυνθεί την εποχή της κρίσης στον αριστερό ριζοσπαστισμό, όπως η ιστορική νομοτέλεια του τελευταίου προέβλεπε.


4)    Έξοδος από την κρίση δεν νοείται χωρίς απάντηση των ερωτημάτων που εκείνη θέτει

   Η ελληνική κρίση δοκιμάζει ως διά πυρός όλες τις επιλογές, αντιλήψεις, επιδόσεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Επανεξετάζονται ριζικά το παραγωγικό υπόδειγμα, το ιδεολογικό πλαίσιο, οι πολιτικοί θεσμοί, ο διεθνής προσανατολισμός και η πολιτισμική φυσιογνωμία, όχι από συνειδητή επιλογή αλλά από την αδήριτη ανάγκη ενός εθνικού και ευρωπαϊκού αδιεξόδου. Oι απαντήσεις είναι αντικείμενο μίας διαρκούς κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Κορυφαίας σημασίας όμως είναι η απάντηση στο ανθρωπολογικό ζήτημα, το οποίο διαπλέκεται στενά με τον διεθνή προσανατολισμό διαμέσου της πολιτισμικής φυσιογνωμίας. Έχουσα λιγότερο από το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, η Ελλάς είναι αδύνατο να επιβιώσει χωρίς ένα σταθερό γεωπολιτικό πλαίσιο, όπως θα μπορούσε να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο λόγος που η τελευταία αποτυγχάνει, έγκειται στον «εξαμερικανισμό» του προσανατολισμού της, διπλωματικού, πολιτισμικού, οικονομικού, πολιτικού και τον αποκλεισμό του υπολοίπου της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής που θα της εξασφάλιζε τόσο το αυθυπόστατο όσο και μία εναλλακτική οραματική διάσταση, με παγκόσμια απήχηση. Η Ελλάδα οφείλει να προσανατολισθεί σε ένα τέτοιο όραμα, χαράσσοντας πορεία που θα συσπειρώνει τις χώρες που βρίσκονται εγγύτερα σε μία ελληνική διεθνοπολιτική ιδεολογία και επιδιώκοντας προοδευτικά και ενεργά την ολοκλήρωση ενός Συνασπισμού Δημοκρατικών Εθνών, από την Ισλανδία έως τα Ουράλια και από την Πορτογαλία έως τον Νείλο και τον Ζάγρο, ακόμη κι αν χρειαστεί να έρθει σε ρήξη με τις Βρυξέλλες. Τούτου δοθέντος πάντως, μονομερής αποχώρηση από την Ε.Ε. αυτή τη στιγμή ισοδυναμεί με γεωστρατηγική αυτοκτονία.

   Μία τέτοια στρατηγική ωστόσο προϋποθέτει πλήρως διαφορετικό πνευματικό τοπίο στο εσωτερικό της χώρας, ικανό να αντέξει τους κραδασμούς μίας δύσκολης πορείας, επομένως συνεκτικό και προσανατολισμένο στη διατήρηση μίας κοινωνικής ενότητας. Σε δύο σημεία θα κριθεί η επιτυχία αυτής της πορείας: πρώτον, στον απογαλακτισμό του Έλληνα σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο, στη μετατροπή του σε προσωπικότητα ικανή να εξασφαλίζει αυθυπαρξία χωρίς ισοπεδωτική εξάρτηση, οικονομική, πνευματική, ιδεολογική, συναισθηματική ή άλλη από άλλες προθετικότητες-κηδεμόνες, διαθέτουσα ψυχολογική ασφάλεια για να σχηματίζει συνετή και πεπαιδευμένη μεν, αλλά αυτόνομη βούληση. Δεύτερον στην επανανακάλυψη της έννοιας του ιερού, που θρυμματίστηκε από την καιροσκοπικώς εικονοκλαστική κατεύθυνση της Μεταπολίτευσης και εξηγεί την διάλυση του κοινωνικού ιστού: κάθε κοινωνική δομή συσπειρώνεται και αντλεί συνοχή και αντοχή γυρω από τα κάθε είδους ιερά της, με βιωσιμότητα ανάλογη της βίωσης της ιερότητάς τους. Έτσι αντλείται το ανθρωπολογικό σθένος που συνέχει ως θεμέλιο νοηματοδότησης του κοινού βίου κάθε κοινότητα φαντασιακού** χαρακτήρα, όπως είναι μοιραία κάθε πολιτικά σημαντική συλλογικότητα, με πρώτη την εθνική. Το ιερό μίας νέας Ελλάδας πρέπει να είναι εκείνο που αποκαθιστά την ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου και του κόσμου, χωρίς βάρβαρες φυλετιστικές υποστροφές ή νευρωτικές ουτοπίες παγκοσμιότητας, αλλά με διακριτική, έμ-μετρη οικουμενικότητα. Ένα ιερό ανθρωπιστικό, άρα και ελευθεριακό, ικανό να παραγάγει τους τέσσερις πυλώνες μίας νέας πολιτικής αυτοσυνειδησίας: την εθνική ανεξαρτησία, την άμεση δημοκρατία, την κοινωνική χειραφέτηση και την οικολογική αρμονία.


* Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι δικηγόρος Αθηνών.

**Ως φαντασιακή ορίζεται μία κοινότητα η οποία συναπαρτίζεται από ατομικότητες που δεν αναπτύσσουν πραγματική βιοτική σχέση με το σύνολο των υπολοίπων ανηκόντων σε αυτή (λόγω του μεγάλου αριθμού τους, της διασποράς τους κτλ.) αλλά μοιράζονται το αίσθημα του «συνανήκειν» επί τη βάσει κοινών χαρακτηριστικών κεντρικών για την αυτοσυνειδησία τους (π.χ. πολιτική ταυτότητα, ιστορική παράδοση, οικονομική/κοινωνική τάξη, γλωσσική ενότητα, θρησκευτική ομοδοξία κ.α.).

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply