Για μία διαφορετική αρχιτεκτονική της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης


Του Αλέξανδρου Ντάσκα*


  
   Κοινός τόπος όλων των πολιτικών δυνάμεων είναι η διαπίστωση ότι το παραγωγικό υπόδειγμα της Ελλάδας υπόκειται σε πολλαπλές στρεβλώσεις και μάλιστα ήδη από το επίπεδο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία έχει την ιδιομορφία να συνδυάζει την επιστημονική κατάρτιση με την προετοιμασία για την ένταξη στην παραγωγική διαδικασία. Αποτυγχάνοντας συχνά εξίσου και στις δύο αποστολές της. Η πολύφερνη «Αθηνά», η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης, συγκροτήθηκε με γνώμονα πρωτίστως την εξοικονόμηση πόρων και δευτερευόντως το επιστημονικό και παραγωγικό αποτέλεσμα. Είναι χαρακτηριστική η τοπικιστική διαμάχη για την εγκατάσταση σχολών και τμημάτων, με κυβερνητικούς βουλευτές να πανηγυρίζουν ότι η εκλογική τους περιφέρεια κέρδισε τη μάχη. Ακόμα κι αν τα κίνητρα αυτής της μάχης είναι η διασφάλιση όσων αναλογούν στην περιοχή, το γενικότερο περιβάλλον αποσπασματικότητας και πολιτικάντικης διεκδίκησης ελάχιστα περιθώρια σε εθνικό προγραμματισμό και αντικειμενικά, κοινωνικώς προσανατολισμένα κριτήρια αφήνει.


    Κι όμως, το Σχέδιο Αθηνά θα μπορούσε να είναι μία μεγάλη ευκαιρία για μία βασική διάκριση που για λαϊκιστικούς λόγους συσκοτιζόταν επί χρόνια, αλλά σήμερα, με τη μετάπτωση της χώρας από τη θέση της αναπτυγμένης σε εκείνη της αναπτυσσόμενης και τη συνακόλουθη συρρίκνωση του τριτογενούς τομέα είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Τη διάκριση μεταξύ Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, μεταξύ πανεπιστημιακών και τεχνολογικών ιδρυμάτων. 

   Η διάγνωση της εξίσου αναγκαίας μεν, αλλά πλήρως διαφορετικής φύσεως, όπου τα μεν Πανεπιστήμια θα έπρεπε να προσανατολίζονται στην προαγωγή της ακαδημαϊκής γνώσης και την παραγωγή των κατά το δυνατόν πλέον και ολοπλεύρως καταρτισμένων επιστημόνων, τα δε ΤΕΙ, παράλληλα με τo ακαδημαϊκό τους έργο, στην κάλυψη της ανάγκης για τεχνικά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό του πεδίου συνέπεται λογικά και διαφορετική κατανομή στον χώρο. Τα Πανεπιστήμια θα έπρεπε να συγκεντρώνονται στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αττική, Θεσσαλονίκη, Λάρισα), που παρέχουν αυξημένες δυνατότητες πρόσβασης στη γνώση, συγκροτώντας ταυτόχρονα επιστημονικές κοινότητες στον χώρο που θα σταδιοδρομήσουν, ενώ τα ΤΕΙ θα μπορούσαν να διασπείρονται στον ελλαδικό χώρο με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εγγύτητα στους χώρους παραγωγής που επιθυμούν να συνδέσουν με τους αποφοίτους. 

    Επιπλέον, το γνωστικό αντικείμενο των ΤΕΙ θα έπρεπε να προσαρμόζεται προς τις τεχνικές γνώσεις που πρακτικά θα χρησιμεύσουν στον απόφοιτο, ώστε να αποκατασταθεί άμεσα στην αγορά εργασίας, παρέχοντας φυσικά και τις αναγκαίο ακαδημαϊκό υπόβαθρο που θα πλαισιώνει τα επαγγελματικά πρόσοντα, αλλά και τις γενικότερες παιδευτικές ευκαιρίες (πρόσβαση δωρεάν σε δημόσιες βιβλιοθήκες, πολιτιστικές εκδηλώσεις κ.ο.κ.), με σκοπό την ανύψωση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας και τη διατήρηση μίας «μορφωτικής συνοχής» του ελληνικού λαού. (Σε αυτό το σημείο, χρήσιμο να παρατηρηθεί ότι η φύση της ανόδου της Χρυσής Αυγής, ως κινήματος «ενάντια στη μόρφωση», είναι ενδεικτική της διάρρηξης του ψυχικού και κοινωνικού συνδέσμου μεταξύ μορφωμένων και μη μορφωμένων στρωμάτων. Διάρρηξης επομένως ακριβώς της ζητούμενης «μορφωτικής συνοχής») Σε κάθε περίπτωση, το δίπλωμα του ΤΕΙ δεν θα έπρεπε να έχει τον χαρακτήρα ενός υποκατάστατου του πτυχίου του ΑΕΙ που οδηγεί απευθείας στην ανεργία, φενακίζοντας με δήθεν ισοτιμίες, αλλά πιστοποίησης διαφορετικού, τεχνικού κατά βάσιν γνωστικού αντικειμένου, απαραίτητου ως συμπληρώματος του έργου του επιστήμονα που αποφοιτά από ΑΕΙ.

    Μία ακόμη δύσκολη, αλλά πιθανώς αναγκαία προσαρμογή, είναι η αριθμητική κατανομή μεταξύ Πανεπιστημίων και ΤΕΙ και των εισακτέων τους. Η «ανωτατοποίηση» τμημάτων με ρουσφετολογικό κίνητρο και η είσοδος μαζών επιστημόνων που δεν μπορούσαν να απορροφηθούν από την αγορά εργασίας στις καλές εποχές, πολύ περισσότερο σήμερα που διασώζονται  σε κάποιο βαθμό μόνο ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας, ενώ ακαδημαϊκά επαγγέλματα καταποντίζονται σε συνθήκες μετασοβιετικής δημοκρατίας, είναι υπεύθυνη για πολλά από τα δεινά. Έτσι, από τους πλέον των 90.000 υποψηφίους ετησίως, περίπου 32.000-33.000 εισάγονταν σε Πανεπιστήμια το 2007, αριθμός που έχει εκτιναχθεί στους 45.000 το 2013! Τα ΤΕΙ αντιθέτως θα έχουν το 2014 μόλις 22.000 εισακτέους! Θα μπορούσε ενδεχομένως να διερευνηθεί η δραστική μείωση του αριθμού των εισακτέων σε Πανεπιστήμια σε 14.000 με 17.000, η συγκέντρωση των πόρων των Πανεπιστημίων και επένδυση σε αυτό το μικρότερο δυναμικό, ώστε τα δημόσια πανεπιστήμια να καταστούν ανταγωνιστικά των κορυφαίων ευρωπαϊκών. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που μεγάλο ποσοστό των αποφοίτων ελληνικών Πανεπιστημίων μεταναστεύει για το εξωτερικό, με αποτέλεσμα η επένδυση του ελληνικού κράτους να χαρίζεται γενναιόδωρα σε άλλα κράτη, που αφενός εισπράττουν καρπούς εκεί που δεν έσπειραν, αφετέρου επιτιμούν την Ελλάδα για τα ελλείμματά της. Αντιθέτως, τα ΤΕΙ θα έπρεπε να τείνουν στην κάλυψη του συνόλου των υπολοίπων υποψηφίων, ώστε να τους εντάσσουν ομαλά και σχεδιασμένα στην παραγωγική διαδικασία. Το όποιο επιπλέον κόστος μπορεί να καλυφθεί από την προσαρμογή στις εκπαιδευτικές ανάγκες των ΤΕΙ. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να διερευνηθεί αν το «κουστούμι» της τετραετούς φοίτησης ανταποκρίνεται πάντοτε στην αποστολή των ΤΕΙ, που θα μπορούσαν, αναλόγως της φύσεως των σπουδών, κι εφόσον δεν παραβλάπτεται η ακαδημαϊκή τους υπόσταση, να προσανατολίζονται σε πρόγραμμα έξι ή πέντε εξαμήνων.

    Για το τέλος μένει το σπουδαιότερο. Ο αριθμός των εισακτέων, η γεωγραφική κατανομή και το αντικείμενο σπουδών οφείλουν να προσανατολίζονται σε έναν σταθερό προγραμματισμό παραγωγικής διαδικασίας της περιοχής που καλύπτουν. Ας λάβουμε παραδειγματικά το ΤΕΙ Ηπείρου, το οποίο συναπαρτίζεται από πέντε σχολές. Οι τρεις από αυτές έχουν έδρα την Άρτα (Τεχνολογίας Γεωπονίας και Τεχνολογίας Τροφίμων και Διατροφής, Τεχνολογικών Εφαρμογών, Τεχνολογίας Ήχου και Μουσικών Οργάνων) η μία τα Ιωάννινα (Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας) και μία την Ηγουμενίτσα (Διοίκησης και Οικονομίας). 

   Η Πρέβεζα, τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου, αποκλείεται εντελώς, πέρα από ένα τμήμα της τελευταίας σχολής. Υπάρχει άραγε αντικειμενικός λόγος να συγκεντρώνονται τρεις σχολές σε μία πόλη (και μάλιστα όχι τη μεγαλύτερη), αντί οι δύο από αυτές να διασπαρούν τόσο στην Πρέβεζα όσο και σε κάποια άλλη μικρότερη πολη (π.χ. Φιλιππιάδα ή Ανατολή); Παρατηρείται επίσης το γεγονός ότι η Σχολή Ιχθυοκομίας απομακρύνθηκε από το ΤΕΙ Ηπείρου με κατεύθυνση το Μεσολόγγι, τη στιγμή που η Ήπειρος είναι η πρώτη σε παραγωγή ιχθυοκαλλιέργειας περιφέρεια της χώρας. Το πολλαπλό αδιέξοδο όμως εμφαίνεται και από το γεγονός ότι και όσο η σχολή είχε έδρα στην Ηγουμενίτσα, δεν είχε εισακτέους. Και πώς καλύπτονταν τότε οι ανάγκες των ιχθυοκομικών μονάδων; Συχνότατα, με μαύρη εργασία και πρακτική εκμάθηση της δουλειάς επί τόπου. Δεν θα ήταν άραγε προτιμότερο η πρακτική εκμάθηση να λάμβανε χώρα στα πλαίσια των ίδιων των σπουδών, παράλληλα με το υπόλοιπο εκπαιδευτικό έργο, κατά τρόπον ώστε και οι απόφοιτοι να απορροφώνται από την αγορά εργασίας, και η παραγωγικότητα να βελτιώνεται με επαγγελματισμό και η μαύρη εργασία να παταχθεί; Π.χ. με προγράμματα καλυπτόμενα οικονομικά εν μέρει από το ΤΕΙ και εν μέρει από τις τοπικές μονάδες, ώστε να ενισχύεται και η απορρόφηση των αποφοίτων; 

   Οι παραπάνω προτάσεις δεν διεκδικούν τον χαρακτήρα του αλάθητου. Επιχειρούν πάντως να συμβάλλουν σε έναν δημιουργικό διάλογο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, πέρα από το χάιδεμα αυτιών και τις στερεότυπες λύσεις που οδηγούν σε αδιάκριτο τσεκούρι για χάρη του κρατικού προϋπολογισμού.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply