"Γήρας τ’ ουλόμενον"

Του Αλέξανδρου Ντάσκα*

  Το Γήρας, διηγείται ο Ησίοδος στη Θεογονία του, είναι τέκνο της Νύχτας και αδελφός, μεταξύ άλλων, του Θανάτου και του Ύπνου. Αλλά και της Απάτης και της Έριδος. Την πανάρχαια θεογονική παράδοση επιβεβαιώνει το συνταξιοδοτικό μας σύστημα, στο άκουσμα του οποίου οι νεότεροι ψάχνουν το τηλεκοντρόλ και οι γηραιότεροι καταπίνουν αξιοπρέπεια και εξάντληση για να επιδοθούν στα αθλήματα αντοχής που τους επιβάλλει, προκειμένου να επιβιώσουν, έμφοβοι ότι η κρατική «ελεημοσύνη» θα εκλείψει ανά πάσα στιγμή. Γύρω από τις συντάξεις εκδηλώνονται μία σειρά από βαθύτερες παθογένειες της σύγχρονης Ελλάδος, από τη δημογραφική συρρίκνωση μέχρι την κακοδιοίκηση, την απάνθρωπη μεταχείριση του αδυνάμου, τη διαφθορά των απατεώνων «συνταξιούχων» και την εριστική ιδιοτέλεια των διαγκωνιζόμενων φορέων.


   Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα οφείλει να είναι δίκαιο και λειτουργικό, ανταποκρινόμενο έργω στις ανάγκες του συνταξιούχου. Και στους δύο αυτούς στόχους το ελληνικό σύστημα έχει χαμηλότερες επιδόσεις από το ικανοποιητικό. Συχνά προστίθεται και ένα τρίτο κριτήριο: η βιωσιμότητα. Το ότι, ωστόσο, η βιωσιμότητα διακρίνεται από τη δικαιοσύνη είναι ενδεικτικό της κρατούσας αντίληψης όχι μόνο στον πολιτικό κόσμο αλλά και στην πλειοψηφία των πολιτών. Θα μπορούσε, πιστεύεται ευρέως, ένα συνταξιοδοτικό σύστημα να είναι δίκαιο χωρίς να είναι βιώσιμο. Θα ικανοποιούσε τις «δίκαιες» απαιτήσεις των συνταξιούχων του παρόντος, αλλά δεν θα επεβίωνε ώστε να καλύψει τις ανάγκες των συνταξιούχων του μέλλοντος. Για το μέλλον «έχει ο Θεός», αλλά κι αν ακόμα δεν έχει, δεν θα ζούμε για να το μάθουμε. Κυνική ελπίδα.

   Δίκαιο όμως οφείλει να είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα τόσο «εσωτερικά», όσο και «εξωτερικά». Η «εξωτερική» δικαιοσύνη αφορά τη σχέση της συνταξιοδότησης προς την κοινωνία και προς τις μέλλουσες γενεές. Οι βιοτικές ανάγκες των συνταξιούχων θα πρέπει να καλύπτονται με σεβασμό στην αξιοπρέπειά τους και την εργασιακή συνεισφορά τους στο κοινωνικό σύνολο (και μία βασική σύνταξη 360 ευρώ προδήλως παραβιάζει αυτή την επιταγή), χωρίς να επιβαρύνεται υπέρμετρα ούτε ο διαρκώς συρρικνούμενος λόγω δημογραφικής κρίσης και κινούμενος μεταξύ δουλοπαροικίας και ανεργίας ενεργός πληθυσμός, ούτε να υποθηκεύεται το μέλλον. Αλλά και «εσωτερική» δικαιοσύνη, όπου κάθε συνταξιούχος θα συντηρείται με βάση τα όσα ορίζει ο νόμος, και με τη σειρά του ο νόμος θα ανταποκρίνεται σε στοιχειώδεις ηθικές αξιολογήσεις. Η συνταξιοδότηση των αγάμων θυγατέρων υπαλλήλων του Δημοσίου ή η απονομή τιμητικών συντάξεων σε καλλιτέχνες και λογοτέχνες θα πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρότερη αξιολόγηση μεταξύ αφενός των επιδιώξεων χάριν των οποίων προβλέπονται (π.χ. προαγωγή της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, προσέλκυση αξίων στον δημόσιο τομέα), αφετέρου της θεμελιώδους μέριμνας για την δημοσιονομική σταθερότητα και την αξιοκρατική ισότητα.

   H πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης για το συνταξιοδοτικό σύστημα των υπαλλήλων του Δημοσίου κινείται σε αρκετά σημεία προς τη θετική κατεύθυνση, σε σχέση με τους παραπάνω τομείς. Θετική είναι αναμφισβήτητα η πρόβλεψη προκαταβολής της σύνταξης (ανερχόμενη στο μισό του ύψους της προσαυξανόμενο με το μισό ορισμένων τυχόν καταβαλλόμενων επιδομάτων), στο μέτρο που θα υλοποιηθεί στην πράξη, όπως και η απλοποίηση της διαδικασίας μεταξύ της δημόσιας υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσε ο συνταξιούχος και της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

   Σε άλλα θέματα, ωστόσο, ο πήχυς των προηγούμενων κρατικών επιδόσεων ήταν τόσο χαμηλός που ελάχιστα περιθώρια πανηγυρισμών αφήνει. Είναι ενδεικτικό ότι για πρώτη φορά προβλέπεται απογραφή των συνταξιούχων κάθε πέντε έτη, προκειμένου να αποφεύγεται η επιβάρυνση του δημοσίου προϋπολογισμού από την «τυφλή» καταβολή ποσών. Ανακύπτει όμως το ερώτημα: είναι αυτή η πενταετής απογραφή το καλύτερο που μπορεί να κάνει το ελληνικό κράτος για να γνωρίζει τον αριθμό των συνταξιούχων, και μάλιστα σε μία εποχή ηλεκτρονικής καινοτομίας και διακυβέρνησης;  Σε μία εποχή όπου οι κρατικές υπηρεσίες έχουν απίστευτα τεχνικά μέσα στη διάθεσή τους για την παρακολούθηση ακόμη και της πιο αποκεκρυμμένης δραστηριότητας;

   Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Ας φέρουμε ως παράδειγμα τους θανόντες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ακούσαμε οιμωγές από τους τηλεοπτικούς σταθμούς για συντάξεις νεκρών που συνέχισαν να καταβάλλονται αχρεωστήτως στους λογαριασμούς τους, καθώς επέκειτο η ψήφιση νέων μέτρων. Πόσο δύσκολο είναι άραγε, π.χ. να λειτουργούν τα ληξιαρχεία με ενιαίο λογισμικό, οι βάσεις δεδομένων τους να είναι συνδεδεμένες με την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και από εκεί να παρέχεται αυτόματη ενημέρωση, σε πραγματικό χρόνο; Το πρόβλημα των θανόντων εμφανίζεται και σε άλλες περιπτώσεις της κρατικής λειτουργίας, με κορυφαία εκείνη των εκλογικών καταλόγων, που ιδιαίτερα σε οριακές εποχές, όπως αυτή που διάγουμε, μπορεί ακόμη και  να επηρεάσει τη δημοκρατική εκλογή κυβερνήσεων. Σε ορισμένα κράτη, όπως η Δανία, η γενική απογραφή του πληθυσμού έχει καταργηθεί, λόγω της δυνατότητας των κρατικών υπηρεσιών να υπολογίζουν με ακρίβεια τον πληθυσμό της χώρας από τα στοιχεία των ληξιαρχείων. Είναι αδικαιολόγητο να απορήσει ο απλός Έλληνας πολίτης, μη διαθέτων ειδικές τεχνικές γνώσεις, εαν η προτεινόμενη διασύνδεση των βάσεων δεδομένων είναι τεχνικά εφικτή και ποιά θα ήταν η οικονομική αποτίμηση ενός τέτοιου μέτρου; Με δεδομένο ακριβώς ότι η διασύνδεση των βάσεων δεδομένων θα μπορούσε να επιφέρει καίριο πλήγμα στη γραφειοκρατία, αλλά και να ενισχύσει καθοριστικά τη διαφάνεια.

   Είναι τέτοια ερωτήματα υπαγορευόμενα από διάθεση πρακτικών λύσεων, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ιδεολογική στράτευση, που αγνοούνται σιωπηρά, είτε λόγω άγνοιας, είτε λόγω ανικανότητας, είτε λόγω υπόπτων διαθέσεων των αρμοδίων. Εξαντλούμενοι σε σταυροφορίες στο όνομα του σοσιαλισμού, της Ευρώπης, του (ιδεολογικοποιημένου) Έθνους, ο πολιτικός διάλογος αγνοεί συχνά απλά βήματα εκσυγχρονισμού των υποδομών, που θα μπορούσαν να αμβλύνουν κάποιες από τις τραγικές συνέπειες των εθνικών αδιεξόδων. Και αν μεν η λαβυρινθώδης διαδρομή της «εμβριθούς» πολιτικής σκέψης προστατεύει όσους έρπονται κουλουριασμένοι στις τρύπες της κρατικής σπατάλης, οι πολίτες δεν έχουν λόγο να ανέχονται την κατασπατάληση πόρων που πληρώνουν με το αίμα τους υπέρ του διακεχυμένου παρασιτισμού.

   Όσο απομακρυνσμένο και αν φαντάζει το θέμα της συνταξιοδότησης στους νεότερους εργαζομένους, αποτελεί όντως ένα από τα φλέγοντα ζητήματα του παρόντος τους, όπως διαπιστώνουν κάθε φορά που καταβάλλουν δυσανάλογες εισφορές. Στη χώρα μας έχει επικρατήσει η βολική άποψη ότι οι εισφορές του εργαζομένου καλύπτουν τη σύνταξή του. Η πραγματικότητα είναι ότι καλύπτουν, στην καλύτερη περίπτωση, τις συντάξεις της προηγούμενης γενιάς, στη σφαίρα ευθύνης της οποίας ανήκουν πολλά τρωτά του συστήματος, και μάλιστα το δημογραφικό. Επομένως, οι αξιώσεις των γηραιότερων ενδεχομένως συνεπάγονται αυξημένες θυσίες για τους νεότερους. Ωστόσο και οι νεότεροι από την πλευρά τους, οφείλουν να αποδώσουν στους πρεσβύτερους όσα δικαιωματικά τους ανήκουν, ιδίως από τη στιγμή που στην πράξη οι τελευταίοι καλούνται συχνότατα να επωμισθούν το βάρος της συντήρησης ανέργων μελών της οικογένειας τους. Συντάξεις σημαντικά κάτω από τα 400 ευρώ, με δεδομένο το κόστος ζωής, αποτελούν όνειδος για την Ελληνική Δημοκρατία και προσβάλλουν κάθε έννοια κοινωνικού κράτους.

* Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι δικηγόρος Αθηνών.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply