«Η πολλή δημοκρατία μας έφαγε»

     Το τέλος της Μεταπολίτευσης, της ιστορικής περιόδου-πρόσφατου παρελθόντος του καθενός μας που λατρεύουμε να μισούμε, είχε προαναγγελθεί πολλές φορές, καθώς παρατεινόταν η ισχύς της με τη δύναμη της αδράνειας, χωρίς προοπτική, με φθαρμένο και αποσαρθρωμένο κάθε συστατικό της, έως και την υποατομική δομή της. Όταν επί τέλους το τέρμα αυτό έφθασε, στις 5 Μαϊου 2010, με τρόπο εξόχως συμβολικό, λίγοι το συνειδητοποίησαν άμεσα. (Η ψήφιση του πρώτου Μνημονίου-οροσήμου ταξικής οικονομικής βίας και αποικιοποίησης της Ελλάδας συνοδεύτηκε από την πρώτη εκδήλωση διακεχυμένης τυφλής πολιτικής βίας, τον θάνατο τριών ανθρώπων και ενός τετάρτου, αγέννητου στη Μαρφίν της οδού Σταδίου.)


    Όσο η περίοδος που τη διαδέχθηκε, η περίοδος της μνημονιακής κηδεμονίας, εξελίσσεται με ραγδαίο ρυθμό, η προϊούσα συνειδητοποίηση συνοδεύεται από ευθεία αντιπαραθετική διάθεση προς τη μεταπολιτευτική παράδοση και μάλιστα προς το κορυφαίο καύχημά της: η άνοδος της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, χαρακτηρισθείσα από τον Υπουργό Υγείας του πρώτου Μνημονίου ως «το μόνο πραγματικό μαζικό κίνημα της Μεταπολίτευσης» εκφράζει την απαξίωση στην παγίωση του κοινοβουλευτισμού και την ομαλή διαδοχή εκλεγμένων κυβερνήσεων. Πυρήνας της αποδόμησης είναι η αντίληψη ότι η Μεταπολίτευση έφερε υπερβολική ελευθερία έως ασυδοσία, με αποτέλεσμα να κάνει ο καθένας «ό,τι θέλει», χωρίς να «ρωτά κανέναν». Μοιραία χρεοκοπήσαμε, αφού «η πολλή δημοκρατία μας έφαγε». Aφού «και που είχαμε δημοκρατία, τι καταλάβαμε», αποδέχεται ή επιδιώκει μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης το τέλος της βαρετής και υπέρμετρα θορυβώδους δημοκρατίας. Η «μυώδης και σφριγηλή» βαρβαρότητα της Χρυσής Αυγής είναι γι’ αυτούς μία ευχάριστη αλλαγή, μία ελπίδα ανατροπής.


   Από την 28η Οκτωβρίου 1940, όταν άρχισε η επίθεση των ιδεολογικών προγόνων της Χρυσής Αυγής εναντίον της Ελλάδας, έως το 1974 η Ελλάδα ζούσε υπό διαρκή πολεμική, εμφυλιοπολεμική ή ψυχροπολεμική σύγκρουση. Επί 35 έτη κάθε δημοκρατική πρόοδος  είχε ανασταλεί στο όνομα της ανάσχεσης του «εσωτερικού εχθρού», μετά την απομάκρυνση του εξωτερικού εισβολέα. Η Μεταπολίτευση κληρονόμησε μία περίοδο στείρας άμυνας του ξενοκίνητου πολιτικοοικονομικού συστήματος και των παρακρατικών διακλαδώσεών του, έντονου πολιτικού πάθους, βίας και φαυλότητας, με βασικό κριτήριο ατομικής επιτυχίας την αποδοχή από τους κρατούντες νικητές του Εμφυλίου.

   Για να αποτιμηθεί η Μεταπολίτευση, προτείνεται ο διαχωρισμός της σε δύο περιόδους, η διαχωριστική τομή των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ως η αφετηρία της σταδιακής, αργής παρακμής της-χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πρώτη περίοδος πρέπει να αξιολογηθεί οπωσδήποτε και αφοριστικώς θετικά και η δεύτερη αρνητικά ή το αντίθετο.  Η πρόταση εδράζεται σε δύο σκέψεις: Πρώτον, στην ακριβή απεικόνιση της μεταπολιτευτικής Ιστορίας, με σκοπό την δίκαιη αξιολόγησή της και την συναγωγή εύστοχων συμπερασμάτων. Δεύτερον, στη διάρρηξη της φασιστικής αφήγησης που αντιμετωπίζει τη Μεταπολίτευση ως ενιαίο φαινόμενο με μόνο απλοϊκό κριτήριο τους δημοκρατικούς θεσμούς, ώστε να παρουσιάσει το φασισμό ως τη μόνη εναλλακτική στην πραγματικότητα που βιώθηκε. Η παρουσίαση της Μεταπολίτευσης ως αδιαίρετης περιόδου εμφανίζει τη Δημοκρατία ως στερούμενη αξιόλογων ποιοτικών διακυμάνσεων, αλλοιώνοντας δηλαδή την ουσία της, που είναι ο πλουραλισμός όχι μόνο των προτάσεων αλλά και των φαινομένων. Με άλλη διατύπωση, μετατρέπει σε κεντρικό επίδικο το αν πρέπει να διεξάγονται ελεύθερες εκλογές, συνευδοκώντας στην υπεραπλούστευση του φασισμού, ενώ επίδικο θα έπρεπε να είναι το αποτέλεσμά τους, οι θεσμοί που προκύπτουν και η πραγματικότητα πέρα από τους θεσμούς. Ρευστά, κυμαινόμενα, όχι ευχερώς προσδιορίσιμα μεγέθη, που δεν χωρούν στον μικρονοϊσμό του φασιστικού κρετινισμού.

   Η πρώτη περίοδος καλύπτει ένα διάστημα 15 ετών, από το 1974 έως το 1989, και η δεύτερη ένα διάστημα 21 ετών, από το 1989 έως το 2010. Σημείο καμπής τοποθετείται το έτος 1989-90 για λόγους εγχώριου και διεθνούς ενδιαφέροντος. Το 1989 τερματίζεται ο Ψυχρός Πόλεμος και δημιουργείται μία νέα τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη, που επισφραγίζεται με τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992. Το γεωπολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας ρευστοποιείται και μεταβάλλεται ριζικά εξαιτίας της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και της ενάρξεως των γιουγκοσλαβικών πολέμων. Στην Ελλάδα, τερματίζεται οριστικά ο κύκλος της γνήσιας Μεταπολίτευσης-Αλλαγής ως διαδικασία κατάκτησης του εκδημοκρατισμού με την πτώση του Παπανδρεϊσμού και τη δημοκρατική επάνοδο της Δεξιάς. Η διαδικασία εκδημοκρατισμού συντελέστηκε ισοτίμως από τις κυβερνήσεις Κωνσταντίνου Καραμανλή Α’ και Ανδρέα Παπανδρέου, όπου στην επταετία 1974-1981 έγινε ένα βήμα (όχι περισσότερο) για τον πολιτικό-συνταγματικό εκδημοκρατισμό και στην οκταετία 1981-1989 έγινε ένα βήμα (όχι περισσότερο) για τον κοινωνικό-οικονομικό εκδημοκρατισμό. Και στις δύο περιπτώσεις με πολλές παρενέργειες, θετικές και αρνητικές, σπέρματα των οποίων εντοπίζονται στις μεταγενέστερες επιτυχιες και καταστροφές. Το τέλος σημαδεύεται από την παραπομπή του Α. Παπανδρέου στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, που αποτέλεσε την τελευταία περίπτωση πολεμικής-ποινικής σύγκρουσης των κυρίαρχων πολιτικών πόλων σε κορυφαίο ηγετικό επίπεδο.

   Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα, η Μεταπολίτευση μεταβάλλεται σταδιακά σε κεκτημένο και σταδιακά τα πολιτικά πάθη αμβλύνονται για να καταλήξουν σε επίπεδο πρωτοφανούς απολιτικής απάθειας τις παραμονές της χρεοκοπίας της χώρας. Η άμβλυνση αυτή συνοδεύτηκε από απόλυτη στασιμότητα του εκδημοκρατισμού ως δυναμικής. Καμιά κοινωνική πρόοδος δεν σημειώθηκε στην περίοδο της αφειδούς εισροής κοινοτικών κονδυλίων. Η ύστερη μεταπολιτευτική περίοδος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευρωπαϊστική περίοδος, λαμβάνοντας υπ' όψιν την πανίσχυρη σαγήνη της προοπτικής της νομοτελειακής, ανέφελης και αυτόματης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τις απονεκρωτικές συνέπειες για κάθε μορφή εγχώριας παραγωγής, της πνευματικής ιδίως μη εξαιρουμένης.

   Προτείνεται επομένως η εξής ανάγνωση μοιραίων αστοχιών της Μεταπολίτευσης: α) το μοιραίο πάγωμα στη διαδικασία εκδημοκρατισμού β) το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων (εθνικών και κοινωνικών). Η δύναμη αμφισβήτησης των μεταπολιτευτικών κεκτημένων, η ΧΑ, κομίζει την επαναφορά των μεγάλων αφηγησεων οραματικών διαστάσεων. Δεν εμφανίζεται ως το απόλυτο κακό, αλλά ως αναπλήρωση συλλογικού νοήματος, στην πιο πρωτόγονη μορφή, αφού οι πιο εξελιγμένες διαβρώθηκαν στον πολτοποιητικό μεταπολιτευτικό ευδαιμονισμό. Η απάντηση των δημοκρατικών δυνάμεων, αν εκφραστεί ως νοσταλγική/φονταμενταλιστική (ως επαναφορά στη «μεταπολιτευτική καθαρότητα») είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Επιτυχής μπορεί να είναι μόνο ως υπέρβαση της Μεταπολίτευσης, με αναφορά σε νέο ανθρωπολογικό, συλλογικό, εθνικό και πανανθρώπινο όραμα.

Σχετικά με τον συντάκτη της ανάρτησης:

Ο Αλέξανδρος Ντάσκας είναι Δικηγόρος Αθηνών και ένας από τους συνδιαχειριστές του ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ.

κανένα σχόλιο

Leave a Reply